Προσφατα

29.10.20

Χάλκινος ύπνος

Γιάννης Λαζάρου 
Τον χάλκινο ύπνο (χάλκεος ύπνος) τον συναντάμε στο έπος του Ομήρου, την Ιλιάδα. Ο Μέγας ποιητής αναφέρεται στον χάλκινο ύπνο για τους μαχητές όταν σκοτώνονταν στην μάχη. Εάν ο νεκρός πολεμιστής διατηρούσε τα όπλα του και την πανοπλία του, τότε ο θάνατος ήταν τιμημένος. 
Στην Ιλιάδα ο Όμηρος αναφέρει με λεπτομέρειες τις μάχες και τους θανάτους πολλών πολεμιστών ένθεν κακείθεν. Οι περιγραφές είναι λεπτομερείς και πάντα βίαιες αφού μιλάμε για πόλεμο. Όμως εκείνο που τον έκανε μοναδικό ποιητή και αξεπέραστο στους αιώνες (εκτός των άλλων), είναι ο τρόπος που τελειώνει την περιγραφή του χάλκινου ύπνου κάθε πολεμιστή. Είναι η ποίηση που γλυκαίνει τον θάνατο τιμημένο ή όχι κάθε μαχητή που έπεφτε στη μάχη. 
 
(...που έγειρε το κεφάλι όπως γέρνει μια παπαρούνα φορτωμένη από τους σπόρους και την ανοιξιάτικη δροσιά). 
 
Τον μοναδικό θάνατο που δεν περιέγραψε είναι αυτός του Αχιλλέως, άγνωστο γιατί. Έτσι ενώ γνωρίζουμε λεπτομερέστατα πως έπεσαν πολλοί πολεμιστές, για τον Αχιλλέα δεν ξέρουμε ούτε πως, ούτε ποιος, ούτε πότε έπεσε στην μάχη. 
Φυσικά τον συναντάμε ξανά στο έπος του Μεγάλου ποιητή αλλά είναι πια στον Άδη να συναντιέται με τον Οδυσσέα όταν κατέβηκε να πάρει τον χρησμό από τον Τειρεσία και μετά στην Οδύσσεια να συνομιλεί με τον νεκρό Αγαμέμνονα. 
Σίγουρα όπως ήξερε ο ποιητής για όλους θα ήξερε και για τον Αχιλλέα αλλά μάλλον δεν έφτανε η ποίηση του Μέγιστου Ομήρου για κλείσει ποιητικά τον θάνατο του μεγαλύτερου ήρωα, όπως των άλλων. 
Με αυτή την αυθαίρετη παρατήρηση ας παρακολουθήσουμε τον χάλκινο ύπνο των πολεμιστών όπως ο Όμηρος μοναδικά μας δίνει, βίαια, τρομακτικά αλλά και τόσο "τρυφερά". 

Ο Τεύκρος κρύφτηκε πίσω από την ασπίδα του Αίαντα και με το τόξο του σημάδεψε και σκότωσε οχτώ Τρώες -τον ένα μετά τον άλλο- και, κάθε φορά που πετύχαινε κάποιον, γύριζε και κρυβόταν πίσω από την ασπίδα του Αίαντα σαν το παιδί κάτω απ’ τη μητέρα του. Ύστερα έριξε το βέλος του σημαδεύοντας τον Έκτορα, αλλά πέτυχε στο στήθος τον ευγενικό Γοργυθίωνα που έγειρε το κεφάλι όπως γέρνει μια παπαρούνα φορτωμένη από τους σπόρους και την ανοιξιάτικη δροσιά. (Ιλιάδα, Θ, 299) 
 
Την ώρα που οι Τρώες σκαρφάλωναν πάνω στα τείχη που έχτισαν οι Αχαιοί για να προστατέψουν τα καράβια τους, ο Αίας σκότωσε τον μεγαλόψυχο Επικλή, χτυπώντας τον με βαριά πέτρα. Ο Αίας σήκωσε την πέτρα ψηλά και την πέταξε πάνω του σπάζοντας όχι μόνο την περικεφαλαία του μα και όλα τα οστά του κεφαλιού του. Ύστερα ο Επικλής γκρεμίστηκε απ’ τα τείχη σαν βουτηχτής. 
(Ιλιάδα, Μ, 380)
 
Ο Ιδομενέας, αν και ψαρομάλλης, σκότωσε τον Οθρυονέα που είχε έρθει στην Τροία για να παντρευτεί την κόρη του Πρίαμου, την Κασσάνδρα, χωρίς να προσφέρει δώρα, μα υποσχόμενος να διώξει τους Αχαιούς από την Τροία. Το κοντάρι του Ιδομενέα πέρασε το χάλκινο θώρακα και καρφώθηκε στη μέση της κοιλιάς. Κι έπεσε ο Οθρυονέας κάτω κάνοντας θόρυβο. Ο Ιδομενέας τότε καυχήθηκε: «Οθρυονέα, εμείς θα σου δίναμε την πιο όμορφη κόρη. Ακολούθα με τώρα να πάμε στα καράβια μας να συμφωνήσουμε για το γάμο σου, γιατί εμείς δεν είμαστε τσιγκούνηδες» και καθώς έλεγε αυτά τα λόγια, έσερνε το πτώμα του Οθρυονέα από το πόδι μέσα στη φοβερή μάχη! 
(Ιλιάδα, Ν361) 
 
Μετά το θάνατο του Αρχέλοχου, ο Πρόμαχος από τη Βοιωτία προσπάθησε ν’ αρπάξει το πτώμα του. Ήρθε τότε ο αδερφός του Αρχέλοχου, ο Ακάμας και σκότωσε τον Πρόμαχο, παίρνοντας εκδίκηση για τον αδερφό του. Το θάνατο του Πρόμαχου θέλησε να εκδικηθεί ο Πηνέλαος και σημάδεψε τον Ακάμαντα πετυχαίνοντας όμως τον Ιλιονέα κάτω απ’ το φρύδι, στη ρίζα του ματιού και του έβγαλε έξω το βολβό. Ο Ιλιονέας έπεσε νεκρός και τότε ο Πηνέλαος έκοψε με το ξίφος του το κεφάλι του Ιλιονέα. Κι όπως το δόρυ του ήταν ακόμα καρφωμένο στο μάτι του Ιλιονέα, το σήκωσε ψηλά σαν παπαρούνα και είπε με καμάρι: «Τρώες, να πείτε στον πατέρα και στη μάνα του Ιλιονέα πως εξαιτίας μου θα θρηνήσουν στο σπίτι τους γιατί ούτε η γυναίκα του Πρόμαχου θα χαρεί τον ερχομό του συζύγου της όταν εμείς επιστρέψουμε από την Τροία. 
(Ιλιάδα, Ξ, 495) 
 
Ο Αίας, ο γιος του Οϊλέα, χτύπησε τον Σάτνιο κι εκείνος έπεσε ανάσκελα. Γύρω του Τρώες και Αχαιοί έπιασαν άγρια μάχη. Για να βοηθήσει τον Σάτνιο έτρεξε ο Πολυδάμας που σκότωσε τον Προθοήνορα χτυπώντας τον στον δεξί ώμο και το δόρυ πέρασε τον ώμο πέρα ως πέρα. Ο Πολυδάμας τότε καυχήθηκε: «Κάποιος Αργείος θα κατέβει στον Άδη με μπαστούνι το κοντάρι μου!» Τότε ο Αίας, ο γιος του Τελαμώνα, του έριξε με το κοντάρι του. Ο Πολυδάμας το απέφυγε αλλά το καλοδέχτηκε ο Αρχέλοχος γιατί φαίνεται είχαν μελετήσει οι θεοί το θάνατό του. Το κοντάρι χτύπησε στην ένωση του λαιμού με το κεφάλι, στο τελευταίο σφοντύλι, κι απόκοψε τα δύο νεύρα. Σαν έπεσε ο Αρχέλοχος, το κεφάλι άγγιξε πρώτο το χώμα και μετά οι κνήμες και τα γόνατα. 
(Ιλιάδα, Ξ, 457) 
 
Ο Μενέλαος χτύπησε με το ξίφος του τον Πείσανδρο στο μέτωπο πάνω απ’ τη ρίζα της μύτης. Τρίξανε τα κόκκαλά του κι έπεσαν κάτω ματωμένα τα δυο του μάτια, μπρος στα πόδια του! Ύστερα έπεσε κι ο Πείσανδρος. (Ιλιάδα, Ν, 601) Ο Ιδομενέας χτύπησε τον Αλκάθοο κατάστηθα και του κομμάτιασε το χάλκινο θώρακα. Ο Αλκάθοος έπεσε κάτω με βρόντο και το κοντάρι έμεινε καρφωμένο στην καρδιά του, και καθώς σπαρταρούσε η καρδιά του έκανε να τρέμει κι η ουρά του κονταριού! 
 (Ιλιάδα, Ν, 443) 
 
Την ώρα που ο Ιδομενέας έσερνε απ’ το πόδι το πτώμα του Οθρυονέα, σκότωσε και τον Άσιο που ήρθε για εκδίκηση, χτυπώντας τον με το κοντάρι του στο λαιμό και περνώντας ως πέρα τη χάλκινη αιχμή. Λυπήθηκε ο Δηίφοβος κι έριξε εναντίον του Ιδομενέα το λαμπρό του κοντάρι. Ο Ιδομενέας ζάρωσε κάτω απ’ την ασπίδα του και το κοντάρι πέταξε από πάνω του και χτύπησε τον Υψήνορα στο συκώτι κάτω απ’ το διάφραγμα. Μόλις έπεσε νεκρός ο Υψήνορας, άρχισε ο Δηίφοβος να καυχιέται: «Δεν σκοτώθηκε χωρίς εκδίκηση ο Άσιος. Θα χαρεί πολύ γιατί πηγαίνει με συντροφιά στον Άδη!» 
(Ιλιάδα, N, 414) 
 
Ο Τεύκρος σκότωσε τον Ίμβριο με κοντάρι. Κι εκείνος έπεσε σα μελιά που την έκοψε τσεκούρι και γύρω του βρόντηξαν τα χάλκινα όπλα του. Ο Τεύκρος τότε ορμάει ν’ αρπάξει τα όπλα του μα ο Έκτορας τον σημαδεύει με το δόρυ του. Ο Τεύκρος το αποφεύγει και το δόρυ χτυπάει κατάστηθα τον Αμφίμαχο και τον σκοτώνει. Ό Έκτορας τότε χυμάει ν’ αρπάξει το κράνος του γενναίου Αμφίμαχου μα την ίδια ώρα τον σημαδεύει ο Αίας με το λαμπρό του δόρυ. Το δόρυ του Αίαντα χτυπάει πάνω στην ασπίδα του Έκτορα και τον σπρώχνει προς τα πίσω. Βρίσκουν τότε ευκαιρία και αρπάζουν τον Αμφίμαχο οι Αθηναίοι Στιχίος και Μενεσθέας και μεταφέρουν το πτώμα του με ασφάλεια στις γραμμές των Αχαιών. Την ίδια ώρα οι δύο Αίαντες παίρνουν το πτώμα του Ίμβριου και όχι μόνο αφαιρούν τα όπλα του μα ο ένας, ο γιος του Οϊλέα, του κόβει το κεφάλι απ’ τον απαλό λαιμό και στρέφοντάς το σα σφαίρα το πετάει στο πλήθος. Κι έπεσε το κεφάλι μπρος στα πόδια του Έκτορα! 
(Ιλιάδα, Ν, 178) 
 
Ο Αγαμέμνων χτύπησε με το δόρυ του τον Ιφιδάμαντα όμως αστόχησε γιατί πήγε στραβά το δόρυ. Ο Ιφιδάμας τον τρύπησε στη ζώνη κάτω απ’ τον θώρακα, μα δεν πέρασε τη ζώνη γιατί το ασήμι στράβωσε τη λόγχη. Τότε ο Αγαμέμνων τράβηξε με δύναμη το δόρυ και του το πήρε απ’ τα χέρια. Ύστερα τον χτύπησε με το ξίφος του στο σβέρκο και τον έστειλε να κοιμηθεί τον χάλκινο ύπνο, μακριά από τη νεαρή γυναίκα του που δεν τη χάρηκε καθόλου αν και είχε δώσει γι’ αυτήν εκατό βόδια και χίλια γιδοπρόβατα. 
(Ιλιάδα, Λ, 235) 
 
Ο Διομήδης σκότωσε τον Άξυλο, που ζούσε στην καλοχτισμένη Αρίσβη και ήταν πλούσιος και αγαπητός στους ανθρώπους γιατί σε όλους πρόσφερε φιλοξενία, έχοντας το σπίτι του πάνω στο δρόμο. Κανείς απ’ αυτούς δε στάθηκε μπροστά του να τον υπερασπίσει και να τον σώσει από το θάνατο. 
(Ιλιάδα, Ζ, 12) 
 
Ο Αίας σκότωσε τον Σιμοείσιο, χτυπώντας τον με χάλκινο κοντάρι στα στήθια. Κι ο Σιμοείσιος σωριάστηκε στο χώμα σα λεύκα που την κόβουν με τσεκούρι. Ο Σιμοείσιος ήταν όλο νιάτα αλλά η ζωή του υπήρξε ολιγόχρονη και δεν πρόλαβε να ανταποδώσει στους γονείς του όσα εκείνοι ξόδεψαν για να τον αναθρέψουν. (Ιλιάδα, Δ, 475) 



Μετάφραση Εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ. 
Κωστής Παπαγιώργης «Η ομηρική μάχη» εκδόσεις Καστανιώτη.

« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια