Προσφατα

ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ

REPORTAGE

FOLDERS

EDITORIAL

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Advertise Space

στον Τοίχο

ΤΟΙΧΟΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ

3.7.20

Ελάχιστοι φαίνεται να είχαν προσέξει (και κάποιοι έκαναν ότι δεν καταλαβαίνουν) πως ένα από τα σημαντικότερα παράσημα που δίνονται από το Ηνωμένο Βασίλειο απεικονίζει έναν αλυσοδεμένο μαύρο τον οποίο πατάει στο λαιμό ένας λευκός. 

Θεωρητικά η εικόνα δείχνει τον αρχάγγελο Μιχαήλ που καθυποτάσσει τον σατανά αλλά μια πιο προσεκτική ματιά καθιστά εμφανείς τις επιρροές από την πολιτική της βρετανικής αυτοκρατορίας απέναντι στους μαύρους σκλάβους. 

Η τιμητική διάκριση αφορά το Τάγμα των Αρχαγγέλου Μιχαήλ και Αγίου Γεωργίου και συνιστά την ανώτατη βρετανική τιμή για προσφορά υπηρεσιών εκτός Ηνωμένου Βασιλείου. 

Η διάκριση έχει τρεις τάξεις: την τάξη των Μεγαλόσταυρων Ιπποτών και Δεσποσύνων (G.C.M.G.), την τάξη των Ταξιαρχών Ιπποτών (K.C.M.G.) από όπου και η φωτογραφία και την τάξη των Συνοδών (C.M.G.). 

Η παρατήρηση έγινε viral στο twitter όταν την αναπαρήγαγε ο γνωστός δημοσιογράφος του Guardian, Τζόρτζ Μόνμπιο. 

Το ρητό του Τάγματος είναι το λατινικό Auspicium Melioris Aevi, που σημαίνει «προοιωνίζεται καλύτερη εποχή». 

Όπως διαβάζουμε στο site του Μουσείου Ασιατικής Τέχνης της Κέρκυρας «έδρα του Τάγματος ήταν τα ομώνυμα Ανάκτορα στην Κέρκυρα, ενώ από το 1906 μέχρι και σήμερα, ο καθεδρικός ναός του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο. 
Το Τάγμα ιδρύθηκε το 1818 μετά από πρωτοβουλία του Σερ Τόμας Μαίτλαντ (1759-1824), τότε εκπρόσωπου της Βρετανίας στην κεντρική και ανατολική Μεσόγειο». 

Ανάμεσα στους πρώτους που τιμήθηκαν ήταν: από τη Βρετανία ο αντιστράτηγος Σερ Τόμας Μαίτλαντ και ο αντιναύαρχος Σερ Τσάρλς Πενρόουζ, από τα Ιόνια Νησιά ο Βαρόνος Εμμανουήλ Θεοτόκης και ο Σερ Στάμος Χαλικιόπουλος. 

Αρχικά το τάγμα αφορούσε τις βρετανικές κτήσεις στη Μεσόγειο με το πέρασμα του χρόνου, όμως, η σχετική διάκριση άρχισε να αφορά αξιωματούχους που εργάζονταν σε όλο τον κόσμο. 



info-war.gr

25.6.20

Η ιστορία για ένα από τα πιο τρομακτικά πειράματα της επιστήμης 

Ένας επιστήμονας, μία τεράστια αποικία ποντικιών και ο παραλληλισμός με την ανθρώπινη κοινωνία είναι τα κύρια γνωρίσματα του «Σύμπαν 25», ενός από τα πιο τρομακτικά πειράματα στην ιστορία της επιστήμης. 

Το πείραμα με την ονομασία «Σύμπαν 25» αποτελεί ένα από τα τρομακτικότερα πειράματα στην ιστορία της επιστήμης, το οποίο, μέσα από τη συμπεριφορά μιας αποικίας ποντικιών, αποτελεί μια απόπειρα για να εξηγήσουν οι επιστήμονες τις ανθρώπινες κοινωνίες. 

Η ιδέα για το «Σύμπαν 25» προήλθε από τον Αμερικανό επιστήμονα Τζον Κάλχουν, ο οποίος έφτιαξε έναν «ιδανικό κόσμο» μέσα στον οποίο θα ζούσαν και θα αναπαράγονταν εκατοντάδες ποντίκια. 
Πιο συγκεκριμένα, ο Κάλχουν έφτιαξε τον λεγόμενο «Παράδεισο των ποντικιών», έναν ειδικά σχεδιασμένο χώρο όπου τα τρωκτικά είχαν αφθονία σε φαγητό και νερό, καθώς και μεγάλο χώρο για να ζουν. 

Στην αρχή, τοποθέτησε τέσσερα ζευγάρια ποντικιών που σε σύντομο χρονικό διάστημα άρχισαν να αναπαράγονται, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός τους να μεγαλώνει με ραγδαίο ρυθμό. Ωστόσο, έπειτα από 315 ημέρες ο πολλαπλασιασμός τους άρχισε να μειώνεται αισθητά. 

Όταν ο αριθμός των τρωκτικών έφτασε στο 600, σχηματίστηκε μια ιεραρχία ανάμεσά τους και τότε έκαναν την εμφάνισή τους οι λεγόμενοι «άθλιοι». Τα μεγαλύτερα τρωκτικά άρχισαν να επιτίθενται απέναντι σε αυτή την ομάδα, με αποτέλεσμα πολλά αρσενικά να αρχίσουν να «καταρρέουν» ψυχολογικά. 

Αυτό είχε ως συνέπεια να μην προστατεύουν τα θηλυκά και αυτά με τη σειρά τους να γίνουν επιθετικά απέναντι στα μικρά τους. Όσο πέρναγε ο καιρός, τα θηλυκά έδειχναν όλο και περισσότερο επιθετική συμπεριφορά, στοιχεία απομόνωσης και έλλειψη διάθεσης αναπαραγωγής. 

Παρατηρήθηκε υπογεννητικότητα και, παράλληλα, αύξηση θνησιμότητας στα νεότερα τρωκτικά. Τότε, εμφανίστηκε μια νέα κατηγορία αρσενικών τρωκτικών, τα λεγόμενα «όμορφα ποντίκια». Αυτά αρνούνταν να ζευγαρώσουν με τα θηλυκά ή να «πολεμήσουν» για τον χώρο τους. Το μόνο που τα απασχολούσε ήταν το φαγητό και ο ύπνος. 

Σε κάποια φάση τα «όμορφα αρσενικά» και τα «απομονωμένα θηλυκά» αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού. Όσο πέρναγε ο καιρός, η θνησιμότητα των νεαρών έφτασε στο 100% και η αναπαραγωγή στο μηδέν. 

Ανάμεσα στα ποντίκια υπό εξαφάνιση, παρατηρήθηκε ομοφυλοφιλία και, ταυτόχρονα, αυξήθηκε ο κανιβαλισμός, παρά το γεγονός ότι υπήρχε άφθονο φαγητό. 

Την 1.780η ημέρα του πειράματος, πέθανε και το τελευταίο ποντίκι του «Σύμπαντος 25». Ο Τζον Κάλχουν επανέλαβε το ίδιο πείραμα άλλες 25 φορές και κάθε φορά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. 
Το επιστημονικό έργο του Κάλχουν χρησιμοποιήθηκε ως μοντέλο ερμηνείας της κοινωνικής κατάρρευσης και η έρευνά του λειτουργεί ως άξονας μελέτης της αστικής κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας.

24.6.20

Τη συνέντευξη που θα διαβάσετε πιο κάτω ήθελα να την κοινοποιήσω από τότε που έπεσε στην αντίληψή μου – να την ξαναφέρω στο φως δηλαδή, να τη μεταφέρω σ’ ένα σημερινό περιοδικό ή blog. Το πράττω τώρα. 

Είναι μία συνέντευξη-συζήτηση σημαντική όπως θα διαπιστώσετε κι εσείς, που αφορά σε δύο ανθρώπους που ηγήθηκαν του χώρου τους, τον Μάνο Χατζιδάκι από τη μια μεριά (που απαντά) και τον συγγραφέα και κριτικό Ρένο Αποστολίδη από την άλλη (που ερωτά) και η οποία (συζήτηση) δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 1 του περιοδικού Τα Νέα Ελληνικά (υπό Ηρακλή και Ρένου Αποστολίδη), τον Ιανουάριο του 1966.
Το 1965, όταν πάρθηκε η συνέντευξη, ο Χατζιδάκις ήταν 40 ετών και ο Αποστολίδης 41. Άρα αναφερόμαστε σε δύο νέους ανθρώπους, συνομήλικους, που είχαν ήδη δώσει στίγμα, που ξεχώριζαν με το έργο τους, προκαλώντας το δημόσιο διάλογο. 

Διαβάζοντας λοιπόν τη συζήτησή τους οδηγήθηκα να ψάξω λίγο τα της πορείας του Χατζιδάκι στο διάστημα που είχε προηγηθεί (1963-65), κάτι που, εν πάση περιπτώσει, επεφύλαξε για μένα μία μικρή έκπληξη (δεν το είχα συνειδητοποιήσει). Διαπίστωσα, δηλαδή, πως εκείνη την περίοδο ο συνθέτης ασχολείτο περισσότερο με την παρουσίαση έργων ελλήνων συναδέλφων του (της λεγόμενης σύγχρονης μουσικής) και λιγότερο με ό,τι θα αποκαλούσαμε καθημερινό τραγούδι (μέσω του οποίου τον γνώρισε κι ο κόσμος). 
Ρίχνοντας μια ματιά π.χ. στα προγράμματα του Φεστιβάλ Αθηνών 1964 και 1965 εκείνο που βλέπω είναι η αναγραφή του ονόματός του ως διευθυντή της Πειραματικής Ορχήστρας Αθηνών, προτείνοντας έργα των Νίκου Σκαλκώτα («Μικρή Σουίτα για Έγχορδα»), Ιάννη Ξενάκη («Ικέτιδες», «Εόντα», με τη συμμετοχή του κορυφαίου ξενακικού ιάπωνα πιανίστα Yuji Takahashi), Θόδωρου Αντωνίου («Κοντσερτίνο για πιάνο, έγχορδα και κρουστά», «Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα»), Γιώργου Σισιλιάνου («Κοντσέρτο για βιολοντσέλο και ορχήστρα») κ.ά. 

Παρατηρείται δηλαδή μία μετατόπιση των ενδιαφερόντων του Χατζιδάκι προς την καθαρή μουσική, γεγονός το οποίον επιβεβαιώνεται αν ρίξει κάποιος μια ματιά και στην εργογραφία του ΕΔΩ, εκεί όπου θα διαπιστώσει πως το 1963 δεν συνθέτει απολύτως τίποτα, πως το 1964 γράφει δύο σάουντρακ, το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» και τους «Δεκαπέντε Εσπερινούς» (αμφότερα ορχηστρικά), και πως το 1965 καταπιάνεται μόνο με τη «Μυθολογία» (που θα κυκλοφορούσε βεβαίως την επόμενη χρονιά). Βασικά, δηλαδή, και για τρία χρόνια, ο Χατζιδάκις έχει σταματήσει να εκδίδει τραγούδια, κάτι που διαπιστώνεται και προς το τέλος της συνέντευξης από τον έτερο συνομιλητή Κάρολο Παλαιολόγο (Κ.Π.) – στη συζήτηση συμμετείχε και ο Πάρις Τακόπουλος (Π.Τ.). 

Ο Χατζιδάκις εκφράζεται με διάθεση πολεμική έναντι του ελαφρού, αλλά και του εντέχνου λαϊκού τραγουδιού (περισώζεται, κάπως, μόνον ο Μίκης Θεοδωράκης), επιθυμώντας να τοποθετήσει τον εαυτό του έξω απ’ αυτή την ομάδα, διατυπώνοντας ορισμένες ελιτίστικες θέσεις, απομειώνοντας τόσο τραγουδοποιούς συναδέλφους του («δεν θεωρώ κανένα νεώτερο άξιο μνείας») και βεβαίως το ελαφρό τραγούδι της εποχής («μπορεί κάθε τόσο ν’ ακούγεται ένα ωραίο τραγουδάκι, αλλά δεν είναι παρά μόνο αυτό»). 
Η διακαής του επιθυμία να συμπεριληφθεί στη χορεία των σοβαρών συνθετών της εποχής (θεωρεί άξιους, όπως λέει ο ίδιος, τους Παπαϊωάννου, Χρήστου, Σισιλιάνο και Αντωνίου) είναι κάτι παραπάνω από εμφανής, γεγονός που τον οδηγεί από τη μια μεριά σε εκφραστικές ακρότητες (μιλάει για «εξάμβλωμα», αναφερόμενος στη συνύπαρξη ποίησης και λαϊκού τραγουδιού – μην ξεχνάμε π.χ. πως το «Άξιον Εστί» κυκλοφορούσε ήδη από το ’64) και υπερφίαλες τοποθετήσεις («εγέννησα αυτό που θέλω να λέγεται ελληνικό τραγούδι»), αλλά, από την άλλη, και στην εντυπωσιακή για την εποχή καταδήλωση της αξίας, της σημασίας και της θέσης του Ξενάκη στη σύγχρονη δημιουργία, παίρνοντας θέση, συγχρόνως, και στην αισθητική διαμάχη που καλά κρατούσε ανάμεσα στην Αριστερά και την πεφωτισμένη Δεξιά (καθότι η αφώτιστη είχε άλλα… ενδιαφέροντα, αδιάφορα, δυστυχώς, για τον συνθέτη). 

Ένα άλλο θέμα που προξενεί εντύπωση, εν σχέσει πάντα με τον Χατζιδάκι, είναι οι αντιφατικές δηλώσεις του οι σχετικές με το ρεμπέτικο. Έτσι λοιπόν ενώ συνεχίζει, και εδώ, να το εκθειάζει ως «γνήσια λαϊκή εκδήλωση» υπερασπιζόμενος τον χαρακτήρα του, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ως διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος, μιλούσε περιφρονητικώς «για τους ρεμπετολόγους, αποκηρύσσοντας μετά βδελυγμίας τη λατρεία ρεμπέτηδων, όπως του Μάρκου Βαμβακάρη» (Στάθης Gauntlett «Ρεμπέτικο Τραγούδι» Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2001). Τα κίνητρα του Χατζιδάκι μπορεί να μην ήταν ταπεινά, διακρίνονταν όμως από μία κλασική αγκύλωση. Όταν ανακαλύπτουν και άλλοι εκείνο που έχεις εσύ, πρώτος, ανακαλύψει, απαξιώνεις την ανακάλυψή σου, διαχωρίζοντας τη θέση σου από το συρμό. Όμως για το συρμό δεν ευθυνόταν ο Βαμβακάρης. 

Όταν λοιπόν η Αριστερά άρχιζε να βλέπει με άλλο μάτι το ρεμπέτικο, σταδιακώς κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, οδηγώντας την κατάσταση στα άκρα με την ρεμπετοαναβίωση στα πρώτα χρόνια του ΠαΣοΚ, ο Χατζιδάκις δεν διαχώρισε τη θέση του μόνον από την υπερβολή και τον… σοσιαλ-λαϊκισμό, αλλά και από τους ίδιους τους δημιουργούς. Εν πάση περιπτώσει, δεν χρειάζεται να γράψω κάτι άλλο για την ώρα – διαβάστε τη συνέντευξη… 
Ρένος Αποστολίδης. Τι συγκεκριμένως ανατρέψατε, στο χώρο του τραγουδιού μας, με τη δημιουργία σας; 
Μάνος Χατζιδάκις. Εάν εννοήτε το «ελαφρό» τραγούδι, απλούστατα: επέβαλα ένα γούστο. Αλλ’ επειδή η δημιουργία μου επεξετάθη στο χώρο του τραγουδιού γενικώτατα, κι όχι μόνο στον τομέα του «ελαφρού» (που οπωσδήποτε δεν με κράτησε σοβαρά), εκεί, χωρίς σεμνότητα, οφείλω να ομολογήσω πως δεν ανέτρεψα τίποτε. Γιατί δεν υπήρχε τίποτε ν’ ανατρέψω. Απλούστατα: εγέννησα αυτό που θέλω να λέγεται ελληνικό τραγούδι. 

Ρ.Α. Σεις που ζήτε διαρκώς σ’ ό,τι θα μπορούσαμε να ονομάσωμε «μουσικό πυρήνα της ζωής μας», μπορείτε να μας πήτε αν διακρίνετε μέσα στην όλη σύγχρονη μουσική δημιουργία μας τόνους που να ειδοποιούν πως κάτι πολύ βαθύ αλλάζει στο Λαό μας; 
Μ.Χ. Η μόνη μουσική δημιουργία που μπορεί να φανερώνη μια τέτοια αλλαγή, θα ήταν, αυστηρώς ειπείν, η «σοβαρή» μας μουσική. Απ’ ό,τι γνωρίζω, τίποτε δεν πρόκειται ν’ αλλάξη στον Τόπο μας, αν ο Ξενάκης λόγου χάριν φανερώνη μια βαθύτατη αλλαγή στη σύγχρονη ευρωπαϊκή περιοχή· μην ξεχνάμε ότι ο Ξενάκης δεν είναι υπεύθυνος ούτε δέκτης της σύγχρονης νεοελληνικής ευαισθησίας. Πώς θα μπορούσα, ακούγοντας τις μεγάλες στιγμές του Ξενάκη, να προειδοποιηθώ ότι κάτι μεγάλο έρχεται στον μακάριο ελληνικό χώρο, όπου ζούμε εδώ και σαράντα χρόνια; 

Ρ.Α. Επιτρέψτε μου να επιμείνω, αν μέσα στο τραγούδι που κολλάει στα χείλια, στα χείλια όλων, όχι στην οποιαδήποτε και οσοδήποτε «σοβαρή» μουσική μας, ακούτε τόνους που να ειδοποιούν πως κάτι βαθύ αλλάζει εδώ. 
Μ.Χ. Όχι. Αυτός ο χώρος έχει τις πηγές του υγιείς. Ανέκαθεν, ό,τι υπήρξε αληθινό ήταν και μεγάλο, και δυνατό· με μόνη τη διαφορά, πως η επίσημη φθορά δεν το άφηνε ποτέ ν’ αναπτυχθή ομαλά. Ως εκ τούτου, κάθε τέτοια στιγμή δεν μας ειδοποιεί, αλλά μας θυμίζει. Η αρχαία πηγή είναι αυτή που ποιεί πάντα τας μεταβολάς· όσες φορές απομακρυνθήκαμε από τις πηγές, είχαμε πτώση και καταστροφή. 

Ρ.Α. Μπορείτε να μας εξηγήσετε γιατί μαίνεται κατά του ρεμπέτικου η «Αριστερά» μας; Και γιατί, επίσης, από άλλες πλευρές, κ’ οι φορείς του ψευδοαστικού φιλοδυτικού ρυθμού και τόνου; Και υπό το πρίσμα της βασικής αυτής ερωτήσεως, προσδιορίστε, αν θέλετε, τον χαρακτήρα: 
α) της δημιουργίας ρεμπέτικων – ή ψευδορεμπέτικων; – απ’ τον Θεοδωράκη και β) της συστηματικής επεισδύσεως – για να μην πω «εισβολής» ή «επιδημίας» – λογιώτατου ποιητικού υλικού στις μελωδίες αυτού του «πεποιημένου» ή «φαμπρικαρισμένου» λαϊκού τραγουδιού. Πρόκειται περί επεμβάσεως «εκ των άνω», σε κάτι που φυσικά άνθιζε «εκ των κάτω»; Και πώς την βλέπετε τέτοια επέμβαση; Όχι εξαλλοιωτική, καταδυναστευτική της γνήσιας λαϊκής εκδηλώσεως; Σε τι διαφέρει από τις επεμβάσεις της «Δεξιάς»; 
Μ.Χ. Η «Αριστερά» θεωρεί «υγιές» ό,τι παριστάνει το «υγιές». Το ρεμπέτικο όμως, σαν γνήσια λαϊκή εκδήλωση, που δεν έχει καμμία σχέση με την ρομαντική Ελληνική Επανάσταση, δεν περιέχει αυτή την a priori «υγεία» που υποβοηθεί την σκοπιμότητα της «Αριστεράς». Αυτή είναι η ουσία. 
Η επιφάνεια είναι ακόμη αφελέστερη: οι μουσικοί εκπρόσωποι της «Αριστεράς» στερούνται ταλέντου. Ο Θεοδωράκης, που είναι ένας μουσικός με ταλέντο, ή δεν κατάλαβε, ή σκοπίμως έκανε πως δεν κατάλαβε, ότι δεν μπορεί να είναι «λαϊκός» συνθέτης – και το λέγω τούτο δίχως την παραμικρή πρόθεση μειώσεώς του. Δημιούργησε μια εσκεμμένη νοθεία «λαϊκής» συνθέσεως, είτε για προσωπικόν όφελος – πράγμα, ως ένα σημείο, θεμιτό – είτε για κομματικόν όφελος, πράγμα εξοργιστικό. Κάποτε προσπάθησα να του εξηγήσω, ότι άνθρωπος που έχει υποκλιθή προ του κοινού του Κόβεντ Γκάρντεν δεν αποτελεί φορέα γνήσιας «λαϊκής εκφράσεως». Δεν το κατάλαβε – όπως δεν μπόρεσε να καταλάβη πως, αν και «αριστερός», προτιμά να ζη στα «υποδουλωμένα αστικά καθεστώτα»! Παρ’ όλα αυτά, οφείλω να ομολογήσω πως όσες φορές κατάφερε να λησμονήση τις οποιεσδήποτε σκοπιμότητές του, μας έδωσε ένα θαυμάσιο τραγούδι, που απορρέει από την ιδιότητα του ταλαντούχου συνθέτου. 
Όλες οι άλλες του προγραμματικές, «επιγραμματικές», προεκλογικές και μετεκλογικές «ρήσεις» είναι προς κατανάλωσιν από τους αφελείς (και ελπίζω όχι στα σοβαρά από τον ίδιον). 

Ρ.Α. Γιατί; Δύσκολα δηλαδή χάβει κανείς ό,τι σερβίρει στους άλλους; Εγώ ξέρω πολλά αφτιά μεθυσμένα – και πολλά μυαλά «πεπεισμένα» – από την ίδια τους τη φωνή, που μάλιστα την υψώνουν ίσα-ίσα για να πείσουν τον εαυτό τους βλέποντας άλλους να τους πιστεύουν! 
(Εδώ ο Μάνος Χατζιδάκις γελάει και συνεχίζει). 
Όσο για την αστική αντίδραση, είναι ακόμη αφελέστερη: προέρχεται από την βασική αντίσταση του αστού στο να δέχεται ό,τι λέει την αλήθεια. Ως εκ τούτου, στερείται πάσης σημασίας. 

Ρ.Α. Θέλω να επιμείνω στο θέμα, ρωτώντας σας αν λοιπόν φρονήτε πως η δημιουργία του Θεοδωράκη, ως μόνου «οπωσδήποτε αξιολογωτέρου», καθώς λέτε, της «αριστεράς» μουσικής παρατάξεως, αποτελεί ή όχι μια «εκ των άνω» καταδυναστική επέμβαση, με πρόθεση εξαλλοιωτική, εις την φυσικά ανθίζουσα βάση του λαϊκού αστικού τραγουδιού. 
Μ.Χ. Το ελληνικό αστικό λαϊκό τραγούδι φύσει έχει «πεσιμιστικό» χαρακτήρα. Και λόγω καταγωγής, και λόγω καταστάσεως που αποδίδει. Η αξία του έγκειται στη δύναμη εκφράσεως. Οποιαδήποτε μετάθεσις της αξίας του αποτελεί πλάνη. Λοιπόν, η συνειδητή προσπάθεια του Μίκη Θεοδωράκη ή «αφέλεια» μπορεί να χαρακτηρισθή ή «πλάνη». Η Ιστορία, που είναι αμείλικτη, πολύ σύντομα θα σταθμίση το αληθινό ύψος τού κατά τα άλλα ταλαντούχου συνθέτου. 

Ρ.Α. Ποια είναι η γνώμη σας, ειδικώτερα, για την εισβολή του λόγιου ποιητικού στοιχείου στο χώρο του «ελαφρού» μας τραγουδιού; 
Μ.Χ. Το φαινόμενο ξεκίνησε από σύμπλεγμα κατωτερότητος συνθετών: για να διατηρήσουν την σύνδεσή τους με τη «σοβαρή» τέχνη, θέλησαν να μεταχειριστούν τη «σοβαρή» ποίηση σε κατασκευάσματα λαϊκής καταναλώσεως. Από την άλλη πάλι μεριά, οι εντός εισαγωγικών «σοβαροί» μας ποιηταί βρήκαν εύκολη δημοτικότητα και επιβολή, που ουδέποτε δια των βιβλίων και της καθαυτό ποιότητός τους είχαν πετύχει. Έτσι, παρουσιάστηκε αυτό το εξάμβλωμα «λαϊκού τραγουδιού», όπου λέγονται πράγματα λόγια με το πλέον πρωτόγονο μουσικό υλικό. Φυσικά, μέγα όφελος απ’ αυτό το άνοστο πράγμα είχε μόνον η «Αριστερά», γιατί η «Δεξιά» τυχαίνει και ποιητές να έχη σοβαρώτερους, και συνθέτες χωρίς συμπλέγματα, και κοινό εντελώς αδιάφορο για τις δημιουργίες και των συνθετών και των ποιητών! 

Ρ.Α. Κ’ έτσι, λογουχάρη, ακούσαμε ως και τον τραγικό «Μιχαλιό» του Καρυωτάκη σε ρυθμό περιπαικτικού αντιμιλιταριστικού «εν-δυο! εν-δυο!».  
Μ.Χ. Αυτό είναι το λιγότερο! 

Ρ.Α. Και το περσότερο; 
Μ.Χ. Πολλά ποιητικά έργα, που δεν είχαν ανάγκη μουσικών καρυκευμάτων για να υπάρξουν, ήχησαν σαν ταβερνόβιοι μελωδικοί σχηματισμοί. Κι ακόμα περισσότερο: ασχημάτιστα ποιητικά σκαριφήματα παρουσιάστηκαν, ίσοις όροις, από τους ίδιους συνθέτες, με ποιητικά έργα σεβαστά και στο χρόνο και στην ελληνική ποιητική ιστορία! Τέτοια σύγχυση μόνο ιδιοκτήτες θεατρικών επιχειρήσεων θα μπορούσαν να ονειρευθούν! 

Ρ.Α. Μπορείτε ν’ απαντήσετε στην ερώτηση «γιατί πέθανε, και πότε, το δημοτικό μας τραγούδι»; 
Μ.Χ. Το λαϊκό τραγούδι πάντα είναι έκφρασις ενός λαού στο χώρο και το χρόνο που ζη. Το δημοτικό μας τραγούδι είναι πιστή έκφρασις του Λαού μας σε μια εποχή εντελώς διαφορετική από τη σημερινή. Οι συνθήκες που το γέννησαν – ακόμα και σε μια βαθύτερη συνάρτηση με τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό της εποχής – έχουν εντελώς διαφοροποιηθή. 

Ρ.Α. Επιμένετε στην άποψη πως υπάρχει συνάντηση του δημοτικού μας τραγουδιού με τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό; 
Μ.Χ. Άμεση όχι. Άλλ’ έμμεση, οπωσδήποτε ναι. Το δημοτικό τραγούδι είναι έκφραση της Ελληνικής Επαναστάσεως, και οπωσδήποτε η Ελληνική Επανάστασις είναι συνηρτημένη με τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό. Το δημοτικό τραγούδι εκφράζει, με μια μεγαλόπνευστη σοβαρή αφέλεια, την ανθρώπινη δύναμη – άσχετα αν νικιέται ή νικά – πάνω στη μοίρα. Δεν μπορώ να φαντασθώ γνησιώτερη ρομαντική στάση. 

Ρ.Α. Και γιατί όχι απολύτως πηγαία, όπως ο ίδιος λέγατε στην αρχή; 
Μ.Χ. Μπορεί και πηγαία… Αλλ’ ανεπτυγμένη στο αυτό ιστορικό κλίμα. 

Ρ.Α. Ποιους σημερινούς συνθέτες μας «ελαφρών» τραγουδιών θεωρείται άξιους; 
Μ.Χ. Δεν θεωρώ κανένα νεώτερο άξιο μνείας, ή ούτε καν άξιο συγκρίσεως με τον Θεοδωράκη. Οι οποιεσδήποτε «ευοίωνες παρουσίες» παρουσιάζουν πολλήν ισχνότητα για να χαρακτηρισθούν «προσφορές». Μπορεί κάθε τόσο ν’ ακούγεται ένα ωραίο τραγουδάκι, αλλά δεν είναι παρά μόνο αυτό. Δεν είναι ένα όραμα, και άρα δεν ενδιαφέρει. 

Ρ.Α. Και στη «σοβαρή» μας μουσική – αν υπάρχη; Η «σοβαρή» μας μουσική έχει να επιδείξη, για πρώτη φορά, ονόματα άξια να σταθούν στην κορυφή της ευρωπαϊκής δημιουργίας. Και πρώτος και καλύτερος: ο Γιάννης Ξενάκης, που οφείλω να ομολογήσω πως τον θεωρώ έναν απ’ τους κορυφαίους της σύγχρονης μουσικής. 
Ρ.Α. Παρακαλώντας να μιλήσετε με ισοσθενή ωμότητα, κρίνατε την ειλικρινέστατη δήλωσή μου: πως, απ’ ό,τι άκουσα, με δικιά σας παρουσίαση, θεωρώ τον Ξενάκη, απλώς, απογράφο θορύβων του Καιρού τούτου. 
Μ.Χ. Εγώ, αν ήμουν στη θέση σας, και λόγω της σοβαρότητος που σας χαρακτηρίζει και λόγω της επαναστατικότητος που σας διέπει, θα στεκόμουν με μιαν ακόμα πιο επαναστατική απέναντι στον εαυτό σας στάση για τον Ξενάκη: δεν θα έλεγα «τον θεωρώ», θα έλεγα «δεν τον θωρώ»! Κι αυτό σας το λέγω, για να μπορέσω άνετα να σας δώσω τους απαραίτητους εκείνους φακούς να τον διακρίνετε! Αγνοώ, λοιπόν, τον χαρακτηρισμό σας, για να σας τον γνωρίσω. 

Ρ.Α. Επιτρέψτε μου, αντιμετωπίζοντας, με την γνωστή μου «κακότητα» την περίπτωσή σας ως «εκτιμητού» του Ξενάκη ειδικώς, να σας ρωτήσω τι θα λέγατε για κείνον που θα έκρινε την στάση τού κατεξοχήν μελωδικού Χατζιδάκι έναντι του κατεξοχήν αντιμελωδικού Ξενάκη, ως είδος «σνομπισμού»; 
Μ.Χ. Πέσατε εις μίαν μικράν παγίδα! Χαρακτηρίζοντάς με μελωδιστήν. 

Ρ.Α. Μελωδικόν! 
Μ.Χ. … μελωδιστήν, εννοείτε να μου αφαιρήτε την βαθύτερή μου μουσική ουσία, που με κάνει να πλησιάζω άνετα οποιοδήποτε μουσικό έργο, είτε εις το παρελθόν είτε εις το παρόν. Αλλ’ είμαι βέβαιος, πως αυτή η «κακότητα», που αρέσκεσθε να επικαλήσθε για τον εαυτό σας, δεν αποσκοπεί να μου αφιαρέση την μουσική μου ιδιότητα! 

Ρ.Α. Κάθε άλλο! Να σας την προασπίση μάλιστα! 
Μ.Χ. Λοιπόν, που βρίσκετε τον «σνομπισμό» μου για τον Ξενάκη; 

Ρ.Α. Να και σεις σε μια δικιά μου παγίδα! 
Μ.Χ. Οπωσδήποτε, ασχέτως «σνομπισμού» ή όχι, το ουσιώδες ερώτημα πάντα παραμένει: τι είναι ο Ξενάκης; Και γιατί τον θεωρώ «μεγάλο»; Πριν μπορέσω ν’ αποκριθώ σ’ αυτό το ερώτημα, δεν θα ήμουν σε θέση ν’ αντιμετωπίσω την αντίρρησή σας. Γνωρίζοντας τις δυνατότητες που έχετε στο ν’ αντιληφθήτε τη σημασία όσων θα πω, δικαιολογούμαι να σας μιλήσω συνοπτικώτατα: 
Ο Ξενάκης είχε το θάρρος ν’ αγνοήση την μουσική παράδοση πεντακοσίων ετών – να αγνοήση, δηλαδή, την μουσική από την Αναγέννηση και μετά – και να ξανατοποθετηθή, με όλη τη δύναμη ενός γνήσιου ελληνικού πνεύματος, δίνοντάς μας μουσική όχι βέβαια αυτή που κληρονομήσαμε και συνηθίσαμε. Ιδού η πρώτη δυσκολία για να σταθούμε απέναντί του: μας απαιτεί ή πολύ αγνούς ή πολύ δυνατούς. Η μουσική, ανέκαθεν, ακόμα και στην ακμαιότερη ευρωπαϊκή της έκφραση, υπήρξε μία οργάνωσις ήχων. 
Όσο πιο μεγαλειώδης, τόσα πιο σοφά ωργανωμένη – και τόσο διαρκέστατη στο χρόνο. Γιατί μας συνθλίβει η καταπληκτική οργάνωση του Ξενάκη, που περικλείει όλες τις σύγχρονες επιτεύξεις μας; Αλλά, ακόμη περισσότερο: η ξανατοποθέτησή του στη μουσική ουσία δημιουργεί ένα πρωτόγονο ηχητικό αποτέλεσμα, χωρίς καθόλου το σοφό σχολαστικισμό της παραδοσιακής οργανώσεως. Τίποτε στον Ξενάκη δεν είναι σκόνη, αλλά ύλη ζωντανή, κάτω από σκέψη βαθύτατα μαθηματική – και με την ευρύτητα ενός ποιητού. 
Ακόμα και η έννοια της μελωδίας δεν ελλείπει· αντιθέτως μάλιστα, παρουσιάζεται ευρηματική, αστραφτερή και τεταμένη. Μια μελωδία, που θάπρεπε νάχαμε κληρονομήσει, αν δεν είχε συσσωρευτεί η μουσική θητεία πεντακοσίων ετών. Η σημασία του Ξενάκη είναι μεγάλη· γιατί πρώτη φορά στην παγκόσμια μουσική δημιουργία παρουσιάστηκε μια προσωπικότητα τόσο τολμηρή που ν’ αποφασίση να ξαναϋπάρξη Έλλην. 
Πρέπει να παρέλθουν λίγα χρόνια, για ν’ αντιληφθούμε τη σημασία του – για να γνωρίσουμε κ’ εμείς, μες απ’ αυτόν, την βαθύτερη νεοελληνική μας ιδιοσυγκρασία. 

Ρ.Α. Δηλαδή, και για να με πείσετε πρέπει να παρέλθουν λίγα χρόνια! 
Μ.Χ. Όχι. Πρέπει να παρέλθουν λίγα χρόνια για να καθαριστούμε, εμείς ιδιαίτερα, οι Έλληνες, κι από τη σκόνη του ευρωπαϊκού πολιτισμού, κι από τη σκόνη της «αθάνατης» ρωμιοσύνης μας! 

Ρ.Α. Προτιμώ «βρώμικος» με τον Μπετόβεν! 
Μ.Χ. Με εκπλήσσετε, σεις, ένας αδιάκοπα επαναστάτης, πόσον αστικήν ευκολία περικλείει η αστική σας ευαισθησία! 

Ρ.Α. Δέχομαι και «αντιδραστικός» ακόμη, και «αστός» έστω, και «οκνηρός» αν θέλετε, μέσα στην Ιστορία, με τον Μπετόβεν, παρά «επαναστάτης», τάχα, με κάτι που δεν με έχει πείσει! 
Μ.Χ. Ούτε «αντιδραστικός», ούτε «αστός». «Ολίγον οκνηρός, ως προς μίαν περιοχήν», και τίποτε άλλο! Άλλωστε, δεν τα έχω με τον Μπετόβεν, αλλά μ’ εσάς – κι αυτό προς το παρόν. Γιατί είμαι βέβαιος, ότι εντός ολίγου χρόνου, θα προσπαθώ κ’ εγώ, καθώς κ’ οι φίλοι σας, να σας συγκρατήσουμε από το… επαναστατικόν πάθος που θα έχετε για τον Ξενάκη! 

Ρ.Α. Ποιους άλλους έλληνες συνθέτες θεωρείτε άξιους; 
Μ.Χ. Τον Παπαϊωάννου, τον Χρήστου, τον Σισιλιάνο, τον Αντωνίου – για να περιοριστώ σε μια ομάδα συνθετών που τυχαίνει να γνωρίζω καλά το έργο τους. Θέλω να τονίσω τη σπάνια για τον Τόπο μας θετική προσφορά του Γιάννη Παπαϊωάννου, που, εκτός από τη μουσική του, σαν δάσκαλος μάς έχει δώσει τέλεια και σύγχρονα εκπαιδευμένη μια πλειάδα μαθητών, και δημιουργεί με το μάθημά του τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να υπάρξουν – όσοι υπάρξουν απ’ αυτούς – αληθινά σύγχρονοι μουσικοί. Και μόνο μ’ αυτή του την ιδιότητα ο Παπαϊωάννου αξίζει να πάρη την πρώτη θέση στη συνείδησή μας, εκτός που κι ως συνθέτης μάς έχει δώσει θαυμάσια εργασία, που θα χαρακτηρίση απόλυτα το μουσικό μας σήμερα. 

Ρ.Α. Τι εκάνατε τα δύο τελευταία χρόνια, που δεν εμφανίσατε νέα τραγούδια; Υπάρχουν πολλοί που διερωτώνται τι να σημαίνη η διακοπή αυτή, κι αν ξαναπαρουσιάσετε «έργο για τα χείλια μας». 
Μ.Χ. Πάντοτε η πορεία μου είχε ένα ρυθμό sui generis. Δεν την χαρακτήριζε καμμιά σκοπιμότης και καμμιά υποταγή. Δυο χρόνια, είχα το πάθος να φτιάξω την Πειραματική ορχήστρα – κ’ ελπίζω σύντομα αυτή μου η δουλειά να στεριώση οριστικά. Παράλληλα, όμως, δεν έπαψα διόλου να γράφω τραγούδια – γιατί μ’ αρέσει να τραγουδώ. Όπως δεν έπαψα να προβληματίζωμαι με τη μουσική, γιατί μ’ αρέσει να σκέπτωμαι. 

Ρ.Α. «Δεν μπορώ παρά» να σκέπτωμαι! 
Μ.Χ. Όχι! Μ’ αρέσει να σκέπτωμαι! Και συγχρόνως, δεν έπαψα ν’ ανακαλύπτω καινούργιες αφετηρίες δραστηριότητός μου. Γιατί ποτέ δεν κουράζομαι! Γι’ αυτό, τίποτε δεν σημαίνει, αν δυο χρόνια έκανα εκείνο ή δεν έκανα το άλλο, παρουσίασα αυτό και δεν παρουσίασα το άλλο. Γιατί όλ’ αυτά κάθε μέρα υπάρχουν μέσα μου, και δεν έχω σταματήσει ούτε στιγμή να τα ζω. 


14.6.20

Ανήκω στην τρίτη φυλή του λαού των Tariano, της Φυλής της Βροντής. Είμαι μια κόρη του Θεού της Βροντής, μια κόρη βασιλιά, όπως η Αντιγόνη. Ο μύθος λέει ότι παλιότερα, εμείς οι Tariano, ήμασταν άνθρωποι από πέτρα. Αλλά αργότερα αποκτήσαμε ανθρώπινη σάρκα και μορφή για να μπορούμε να επικοινωνούμε με αυτούς που έρχονταν σε επαφή μαζί μας. 
Η μητέρα μου, μία Tucana, μου έδωσε το όνομα Kay Sara. Σημαίνει «αυτή που νοιάζεται για τους άλλους». Από την πλευρά του πατέρα μου είμαι, λοιπόν, μια Tariana. Mιλάω όμως μαζί τους στη μητρική μου γλώσσα, στα Tucano. Όπως όλοι μας είμαι μια μίξη πολλών πραγμάτων: είμαι Tucana και Tariana, γυναίκα, ακτιβίστρια και καλλιτέχνης. Σας μιλάω σήμερα με όλες αυτές τις ιδιότητες. 

Εμάς τους Tucano μας αποκαλούν Ινδιάνους. Εγώ όμως επιμένω να μας αποκαλούν αυτόχθονες. Γιατί αυτόχθονας θα πει ντόπιος. Έγινα ηθοποιός για να μπορώ να μιλάω για εμάς, τους αυτόχθονες. Για πολύ καιρό η ιστορία μας λεγόταν από τους ετερόχθονες. Τώρα είναι η ώρα να πούμε πάλι εμείς οι ίδιοι την ιστορία μας. Η δυστυχία μας ξεκίνησε όταν ήρθαν στα μέρη μας οι Ισπανοί κι οι Πορτογάλοι. Στην αρχή ήρθαν οι στρατιώτες κι έπειτα οι κληρικοί. Μαζί με τους Ευρωπαίους ήρθαν σε εμάς και οι αρρώστιες. 
Εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν. Και πόσοι ακόμη εκατομμύρια πέθαναν από τα χέρια των στρατιωτών και των κληρικών, στο όνομα του ενός Θεού, του ενός πολιτισμού, στο όνομα της προόδου και του κέρδους. 

Κάποιοι εγκατέλειψαν τα δάση για να δουλέψουν στα χωράφια. Όμως μετά το τέλος της δουλειάς, τούς σκότωναν για να μην τους πληρώσουν. Σήμερα έχουμε απομείνει ελάχιστοι. Είμαι μία από τις τελευταίες Tariano. Και όμως πριν μερικές εβδομάδες ήρθε σε εμάς μια καινούργια αρρώστια από την Ευρώπη: ο κορονοϊός. 
Μπορεί να έχετε ακούσει ότι στο Manaus, την πρωτεύουσα του Αμαζονίου, η αρρώστια εξαπλώνεται ραγδαία. Δεν υπάρχει καιρός για κανονικές κηδείες, οι νεκροί ρίχνονται σε μαζικούς τάφους, τους οποίους κλείνουν τα τρακτέρ. Άλλοι κείτονται στο δρόμο άθαφτοι, όπως ο αδερφός της Αντιγόνης. 

Οι λευκοί εκμεταλλεύονται το χάος για να εισβάλουν ακόμα πιο βαθιά στα δάση. Οι φωτιές δε σβήνονται πλέον. Kαι ποιος να τις σβήσει; Όποιος πέσει στα χέρια των υλοτόμων θα θανατωθεί. Και τι κάνει ο Μπολσονάρο; 
Αυτό που έκανε πάντα: συγχαίρει τους υποστηρικτές του και χλευάζει τους νεκρούς. Έβαλε τους συνεργάτες του, απλώς να μας ενημερώσουν ότι έχει ξεσπάσει μια αρρώστια. Μας αφήνει να πεθάνουμε. Ο Μπολσονάρο θέλει να αποτελειώσει τη γενοκτονία των αυτοχθόνων που ξεκίνησε πριν 500 χρόνια. 

Ξέρω ότι είστε συνηθισμένοι σε λόγους σαν αυτόν. Πάντα, όταν είναι πια πολύ αργά, έρχεται κάποιος προφήτης σε εσάς. Στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες όταν εμφανίζεται η Κασσάνδρα ή ο Τειρεσίας, ξέρουμε ότι η συμφορά έχει ήδη πάρει το δρόμο της. Σας αρέσει να μας ακούτε να τραγουδάμε, αλλά δε σας αρέσει να μας ακούτε να μιλάμε. Και όταν μας ακούτε, δε μας καταλαβαίνετε. Το πρόβλημα δεν είναι ότι δε γνωρίζετε ότι τα δάση μας καίγονται και οι άνθρωποί μας πεθαίνουν. Το πρόβλημα είναι ότι έχετε εξοικειωθεί πια με αυτή την πληροφορία. 

Θα σας πω, λοιπόν, αυτό που όλοι ξέρετε. Πριν μερικά χρόνια στέρεψαν οι παραπόταμοι του Αμαζονίου, για πρώτη φορά από τότε που υπάρχει ανθρώπινη μνήμη. Σε δέκα χρόνια από τώρα το οικοσύστημα του Αμαζονίου θα καταρρεύσει, αν δε δράσουμε άμεσα. 
Η καρδιά αυτού του πλανήτη θα σταματήσει να χτυπάει. Αυτό το λένε τόσο οι δικοί μας, όσο και οι δικοί σας επιστήμονες, και ίσως είναι το μόνο στο οποίο συμφωνούν. Θα αφανιστούμε, αν δε δράσουμε. 

Τις τελευταίες εβδομάδες έχουμε λάβει πολλά κείμενα διαμαρτυρίας, υπογεγραμμένα από διάφορες διασημότητες. Επιθυμείτε λιγότερους ρύπους, λιγότερες κλοπές, λιγότερους θανάτους. Μα πώς πιστεύετε ότι έπειτα από 500 χρόνια αποικιοκρατίας και χιλιάδες χρόνια υποδούλωσης του κόσμου, θα μπορούσατε να σκεφτείτε κάτι, χωρίς αυτό να περιέχει περαιτέρω καταστροφή; Αν ακούσετε τους εαυτούς σας, θα βρείτε μόνο τις ενοχές σας. Και όταν ταξιδεύετε ανά τον κόσμο, θα βρίσκετε μόνο τη βρομιά με την οποία εσείς το λερώσατε. Για εσάς δεν υπάρχει δυνατότητα επιστροφής. Δε φοβάμαι για εμένα. Φοβάμαι για εσάς. Ήρθε, λοιπόν, η στιγμή να σωπάσετε. 

Ήρθε η ώρα να ακούσετε. Μας χρειάζεστε, εμάς τους φυλακισμένους αυτού του κόσμου, για να κατανοήσετε τους εαυτούς σας. Γιατί το πράγμα είναι τόσο απλό: δεν υπάρχει κανένα κέρδος σε αυτόν τον κόσμο, υπάρχει μόνο η ζωή. Επομένως είναι καλό που δε στέκομαι αυτή τη στιγμή στη σκηνή του Burgtheater, που δε σας μιλάω ως ηθοποιός. Γιατί δεν έχει να κάνει πια με την τέχνη, δεν έχει να κάνει με το θέατρο. Η δική μας τραγωδία συμβαίνει τώρα εδώ, στον κόσμο, μπροστά στα μάτια μας. 

Kay Sara, noted by Milo Rau 
μετάφραση από τα γερμανικά: Κατερίνα Παπανδρέου 

8.6.20

«Ήταν μεσημέρι. Είμαστε στα χωράφια και μαζεύαμε καλαμπόκια. Από πάνω μας πετούσαν για πολύ ώρα αεροπλάνα. Ήταν τρία ή τέσσερα. Πολεμούσαν στον αέρα. Είμαστε φοβισμένοι, παρακολουθούσαμε τι γινόταν. Εγώ ήμουν 18 χρόνων. Ξαφνικά είδαμε ένα από τα αεροπλάνα να βγάζει άσπρους και μετά μαύρους καπνούς. Μετά πήγαινε σαν φτερό στον άνεμο. Το χάσαμε από τα μάτια. Ακούστηκε μεγάλος κρότος πίσω από το μοναστήρι. Εγώ έτρεξα να δω τι έγινε. Εκεί ήταν και το σπίτι της αδελφής μου. Τα φτερά του αεροπλάνου που είχε πέσει ήταν μέσα στο αυλάκι, σε έναν βάλτο. Γίνονταν εκρήξεις. Στην αρχή, όσοι μαζευτήκαμε εκεί, ήρθαν πολλοί από τον κάμπο, δεν ξέραμε εάν είναι ελληνικό, δικό μας το αεροπλάνο, ή ιταλικό. Λίγο αργότερα ήρθαν και στρατιώτες. Είπαν ότι το αεροπλάνο ήταν ελληνικό. "Δικό μας, δικό μας" όλοι φώναζαν! Οι φαντάροι, όταν σταμάτησαν οι εκρήξεις, σήκωσαν το σώμα το πιλότου μέσα από τα συντρίμμια και τα ρούχα που φορούσε πήραν φωτιά. Νομίζω το παλικάρι ήταν ακόμη ζωντανό, ψυχορραγούσε. Τον τύλιξαν με αλεξίπτωτο και με μία κουβέρτα. Μετά τον έφεραν στο χωριό. Εδώ τον θάψαμε τον λεβέντη….» 

Η αφήγηση της κας Αλεξάνδρας που ήταν τότε 18 χρονών συγκλονίζει πραγματικά. Ήταν οι πρώτες μέρες του Ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940 και στον ουρανό του χωριού Κουτρουλάδες η αερομαχία λυσσομανούσε. 
Ο ανθυποσμηναγός Ιωάννης Σακελλαρίου έδινε άνιση μάχη στον αέρα με τρία ιταλικά καταδιωκτικά. Τελικά κατατρίφθηκε στο χωριό. 
Οι κάτοικοι συγκλονισμένοι αφού έθαψαν το κορμί του ήρωα άλλαξαν το όνομα του χωριού σε Σακελλαρικό για να τιμήσουν την θυσία του. Η προτομή του στο κέντρο του χωριού θυμίζει σε ντόπιους και ξένους πως οι αγώνες για την ελευθερία δεν είναι λόγια αλλά και πράξεις. 

Ο υποσμηναγός Ιωάννης Σακελλαρίου γεννήθηκε το 1915 στα Βίλια Αττικής. Τον Νοέμβριο του 1935 αποφοίτησε από τη Σχολή Αεροπορίας με τον βαθμό του ανθυποσμηναγού. Με την κήρυξη του πολέμου τοποθετήθηκε στην 21η Μοίρα Διώξεως. Στις 2 Νοεμβρίου 1940, ως αρχηγός σχηματισμού, ανέλαβε την καταδίωξη ιταλικών βομβαρδιστικών, τα οποία είχαν στόχο την πόλη των Ιωαννίνων. Ήταν μία άνιση μάχη στον αέρα. Τα πολυβόλα των ιταλικών αεροπλάνων κατάφεραν να πλήξουν το PZL του Ιωάννη Σακελλαρίου, το οποίο στη συνέχεια κατέπεσε. Ήταν 25 χρονών.

6.6.20

Οι συνεχείς επιθέσεις με φόβο, για τον έλεγχο της ανθρωπότητας
Νιώθω ότι είμαι υπεύθυνη για την υγεία των ασθενών μου, των τριών παιδιών μου και του εαυτού μου. 
Είμαι εξοργισμένη με τις συνεχείς επιθέσεις με φόβο, σε μια προσπάθεια να ελέγξουν περισσότερο την ανθρωπότητα. 
Δεν είμαι σίγουρη για το τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά είμαι σίγουρη, πως έχει να κάνει με χρήματα και εξουσία. 
Καταρχάς, αναγνωρίζω μία αρχή κι αυτή είναι το υγειονομικό μας σύστημα, το οποίο όμως δυστυχώς είναι ένοχο για την εξάπλωση του φόβου, προκειμένου να κερδίσουν χρήματα. 
Αυτός ο φόβος υπάρχει και στις δύο πλευρές. Και στην πλευρά του γιατρού και στην πλευρά του ασθενή. Υπάρχουν κατευθυντήριες γραμμές, τις οποίες, ως γιατρός πρέπει να ακολουθώ. Μα ποιος δίνει τις εντολές; 
Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: 
Υπάρχει μια ευρωπαϊκή κατευθυντήρια γραμμή σχετικά με τις καρδιοπάθειες. Υπάρχουν εικοσιπέντε διαφορετικοί συντάκτες αυτών των εντολών, εκ των οποίων οι δεκαεννέα χρηματοδοτούνται από μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες. Ονομάζονται «συμβουλευτικές αμοιβές». Αυτές οι εντολές δηλώνουν ότι φάρμακα τα οποία οφείλω να χορηγήσω έχουν πολλές παρενέργειες, αλλά δεν θεραπεύουν τους ασθενείς. Αποδίδουν πολλά χρήματα. 
 (Σ.σ.: Διαβάστε εδώ: Γιατροί με περιλαίμια). 

 Εάν δεν ακολουθήσω αυτές τις εντολές και η κατάσταση της υγείας των ασθενών μου χειροτερεύσει για τον οποιοδήποτε λόγο, τότε με καθιστούν υπεύθυνη. 
Καλλιεργούν το φόβο, ώστε να αναγκάζομαι να λειτουργώ ενάντια στις αρχές του επαγγέλματός μου. 
Οι ασθενείς είναι επίσης τρομοκρατημένοι: 
• «Εάν δεν πάρεις αυτά τα χάπια, θα πεθάνεις». 
• «Θα αρρωστήσεις περισσότερο». 
• «Άκουσέ με, έχω σπουδάσει, είμαι σε θέση να γνωρίζω». 
• «Δεν είσαι σε θέση να μπορείς να γνωρίζεις τι είναι καλύτερο για τον εαυτό σου, άρα δεν υπάρχει περιθώριο συζήτησης επ΄ αυτού». 
Ως εκ τούτου, ο φόβος στους ασθενείς αυξάνεται μέρα με τη μέρα, βδομάδα με τη βδομάδα, χρόνο με το χρόνο και κάπως έτσι βγαίνει το χρήμα. 

Εξαρχής αυτής της κρίσης του κορονοϊού συντηρούν ένα κλίμα τρομοκρατίας. Οι κυβερνήσεις, μας λένε πως πρόκειται για έναν ιό τόσο θανατηφόρο, εξαιτίας του οποίου θα πεθάνουν εκατομμύρια εάν δεν μας προστατεύσουν. (Διαβάστε εδώ: Κορονοϊός για Όσκαρ). 
Γνωρίζουν καλύτερα το τι είναι καλό για εμάς, γιατί έχουν τους ειδικούς: 
• «Δεν είστε σε θέση να αποφασίσετε για τους εαυτούς σας. Είστε πολύ ηλίθιοι για αυτό». 
• «Αναγκαζόμαστε να σας απομονώσουμε, να σας πάρουμε όλα τα δικαιώματα και να σας φιμώσουμε, αλλά όλα αυτά τα κάνουμε για το καλό σας». 
• «Σας τρομοκρατούμε καθημερινά με τρομερές αναφορές, τις οποίες δεν τολμάτε καν να διερευνήσετε». 
Το επιχείρημα των αρχών είναι: Μόνο όταν βρεθεί το εμβόλιο, θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα. Με λίγα λόγια, μόνο ένα εμβόλιο θα μας δώσει πίσω τα συνταγματικά μας δικαιώματα! 
Αυτή την εβδομάδα, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. von der Leyen συγκέντρωσε 7,4 δις για την εξεύρεση και διανομή του εμβολίου. Η Γερμανία έδωσε 525 εκατομμύρια ευρώ. 
Συνήθως, η ανάπτυξη ενός τέτοιου εμβολίου, παίρνει χρόνια, καθώς χρειάζονται δοκιμές ασφαλείας. Αυτή η μορφή ιού της οικογένειας τον κορονοϊών, ανακαλύφθηκε μόλις πριν έξι μήνες, αλλά τα πειράματα με το mRNA ήδη δοκιμάζονται σε ανθρώπους. 
Πρόκειται για άγνωστο γενετικό υλικό, το οποίο θα χορηγείται στα κύτταρά μας. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος γιατρός, προκειμένου να υποψιαστεί ότι κάτι δεν πάει καλά. 
Δεν θα εμβολιαστώ, ούτε τα παιδιά μου, και συνιστώ σε όλους τους ασθενείς μου να μην εμβολιαστούν. 

Η παράγραφος 2 του Συντάγματος δεν προσδιορίζει το δικαίωμα στην υγεία, αλλά το δικαίωμα στη σωματική ακεραιότητα. Έχει μεγάλη διαφορά! 
Συνεπώς, δεν υπάρχει δικαίωμα στην υγεία! 
Το να αρρωσταίνουμε είναι μέρος της φύσης μας, αλλά αυτό δεν δίνει το δικαίωμα στον οποιονδήποτε να μας προκαλεί κακό με ένα αμφιλεγόμενο εμβόλιο. Εμείς θα την πληρώσουμε. 
Ήδη πληρώνουμε το κόστος τόσο από επιστημονικής όσο και από κοινωνικής πλευράς εξαιτίας της καραντίνας. Οι φόροι εκεί πάνε. Και η εύρεση του εμβολίου πληρώνεται από τους φόρους που εμείς πληρώνουμε! 

Τα 525 εκατομμύρια ευρώ είναι μόνο η αρχή. Μας ρώτησαν αν συμφωνούμε σε αυτό; Μας ρώτησαν αν θέλουμε να πληρώσουμε για την καραντίνα; Όχι! 
Τα χρήματα που προκύπτουν από φορολογία θέλουμε να δαπανηθούν για άλλους σκοπούς: Για καλύτερη εκπαίδευση για τα παιδιά μας, για ανάπτυξη νέων τεχνολογιών για το περιβάλλον, για καλύτερους μισθούς επαγγελμάτων ζωτικής σημασίας, για τους πρόσφυγες πολέμου, για τον αθλητισμό, τον πολιτισμό κ.λπ.. Η λίστα είναι ατελείωτη. 

Με λίγα λόγια, για πράγματα που μας κάνουν και μας κρατούν υγιείς. Αλλά βλέπετε, αυτές οι δραστηριότητες δεν αποφέρουν χρήμα. Είμαστε εν μέσω μιας κρίσης. Αλλά πώς βγαίνουμε από αυτήν; 
Αν νικήσουμε το φόβο, θα βγούμε από αυτή την κρίση. 
Οι άνθρωποι που μπορούν να σκεφτούν για τους εαυτούς τους, αυτοί που είναι δημιουργικοί κι αυτοί που παίρνουν τις ευθύνες που τους αναλογούν, αυτοί που προσέχουν την υγεία τους και την υγεία του κόσμου, άνθρωποι που είναι αισιόδοξοι, που έχουν φίλους, αυτοί που απολαμβάνουν τη ζωή, δεν αρρωσταίνουν εύκολα. 
Αλλά κι αν αρρωστήσουν, συμφιλιώνονται με το θάνατο. Γνωρίζουν, πως αυτή η ζωή έχει τέλος κι έχουν κάνει ειρήνη με αυτή τη σκέψη. Δεν μπορείτε να τρομοκρατήσετε τέτοιου είδους ανθρώπους. Δεν έχετε εξουσία επάνω σε αυτούς τους ανθρώπους. 

Αυτό το σώμα μου, είναι δανεικό. Κάποια μέρα θα πρέπει να το επιστρέψω. Αλλά για όσο ζω μέσα σε αυτό το σώμα, για όσο θα αισθάνομαι, θα σκέφτομαι και θα πράττω, θα συνεχίσει να είναι το δικό μου σώμα. 
Εγώ είμαι υπεύθυνη για αυτό το σώμα και κανείς άλλος. Το δικό μου σώμα, το οποίο φροντίζω όπως πιστεύω πως πρέπει. 

Δεν θέλω να γυρίσω στην παλιά κανονικότητα. 
Εύχομαι για μία νέα καλύτερη κανονικότητα με ελεύθερους και αυτοπροσδιορισμένους ανθρώπους, οι οποίοι είναι θα υπεύθυνοι για τους εαυτούς τους. 

Το παραπάνω κείμενο είναι από την ομιλία της dr. Katrin Korb κατά τη διάρκεια διαδήλωσης για τη διατήρηση των θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων στο Oldenburg Palace Park της Γερμανίας στις 9 Μαΐου 2020, η οποία αναρτήθηκε στο Youtube με συμπαραγωγή των Supmedia και NewsHQ.  

ΜΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΔΡΟΜΟΣ

Ads Place 970 X 90


ΕΛΛΑΔΑ

ΚΟΣΜΟΣ

MAGAZINO