Προσφατα

ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ

REPORTAGE

FOLDERS

EDITORIAL

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Advertise Space

στον Τοίχο

ΤΟΙΧΟΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ

18.1.19

Επιμέλεια: Τρύφων Λιώτας 
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης (1922 – 1997) ήταν Έλληνας φιλόσοφος, οικονομολόγος, επαγγελματίας ψυχαναλυτής από το 1973 και διευθυντής σπουδών στην Ανώτατη Σχολή για τις Κοινωνικές Επιστήμες. 
Συγγραφέας του έργου Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, διευθυντής σπουδών στην Σχολή Ανωτέρων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού από το 1979, και φιλόσοφος της αυτονομίας, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 20ου αιώνα. 

-----------------------------------
«Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» 
(διασκευασμένο – συντομευμένο απόσπασμα , σελ. 136-141) 

Οι υποκειμενικές ρίζες του επαναστατικού προτάγματος 
Κάθε φορά που εκφράζεις επιθυμία για αλλαγή αυτού του κόσμου , πόθο για προσωπική και κοινωνική εξέγερση ώστε να υπάρξει μια άγρια και διαρκής επανάσταση με σκοπό μια αταξική κοινωνία οι άνθρωποι κοιτάν καχύποπτα . Κάποιοι λένε πως ο κόσμος δεν αλλάζει κι ότι απλά πρέπει ο καθένας να είναι σωστός στη ζωή και τη δουλειά του. 
Αυτοί θα πρέπει να σκεφτούν κατά πόσο θα ίσχυε αυτό που λένε στην Ελλάδα του 1821 ή στην Γερμανία του 1939. Κάποιοι άλλοι θα ξεμπερδέψουν μαζί σου αποκαλώντας σε «επαναστάτη της πλάκας με τα λεφτά του μπαμπά». Είναι η πιο εύκολη ατάκα που παρακάμπτει το πρόβλημα γιατί και σκληρά εργαζόμενος να ήσουνα στην καλύτερη των περιπτώσεων απλά θα σου γυρνούσαν την πλάτη τους . 
Στη χειρότερη θα σε αποκαλούσαν λιγούρη που ζηλεύει παθολογικά τους πλούσιους . Οι πιο διαβασμένοι υποστηρικτές του υπάρχοντος καπιταλιστικού κατεστημένου όμως θα ρωτήσουν πονηρά : Αυτή η ιδέα μιας άλλης κοινωνίας μήπως είναι στην πραγματικότητα προβολή πόθων ανομολόγητων , αμφίεση κινήτρων που παραμένουν κρυμμένα στο ασυνείδητο ; 
Μήπως τελικά χρησιμεύει σαν όχημα που μεταφέρει τη θέληση εξουσίας των μεν , την άρνηση της αρχής της πραγματικότητας των δε , το φάντασμά τους ενός κόσμου χωρίς συγκρούσεις , όπου όλοι θα είναι συμφιλιωμένοι με όλους και ο καθένας με τον εαυτό του , μια παιδική ονειροπόληση που θα ήθελε να καταργήσει την τραγική πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης. 
Όταν η συζήτηση παίρνει μια τέτοια στροφή ,πρέπει πρώτα να υπενθυμίζει κανείς ότι όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε . Κανείς δεν μπορεί να βεβαιώσει πως ότι λέει δεν έχει σχέση με ασυνείδητους πόθους ή με κίνητρα που ούτε ο ίδιος ομολογεί στον εαυτό του. Κι όταν ακούμε ‘ψυχαναλυτές’ μιας ορισμένης τάσης να χαρακτηρίζουν νευρωτικούς χοντρικά όλους τους επαναστάτες , δεν μπορούμε παρά να χαρούμε που δεν έχουμε την υγεία τους των σουπερμάρκετ… Δεν είναι δύσκολο να ξεσκεπάσουμε τον ασυνείδητο μηχανισμό της κανονικότητας τους. 
Γενικότερα όποιος πιστεύει ότι ανακαλύπτει σαν ρίζα του επαναστατικού προτάγματος τον έναν ή τον άλλον ασυνείδητο πόθο , πρέπει ταυτόχρονα να αναρωτηθεί ποιο είναι το κίνητρο της δικής του κριτικής και σε ποιο βαθμό δεν αποτελεί εκλογίκευση ή άγνοια και αποφυγή του προβλήματος. Το ζήτημα πράγματι υπάρχει και , ακόμα και κανείς άλλος να μην το έθετε , αυτός που μιλάει για επανάσταση πρέπει να το θέσει ο ίδιος στον εαυτό του. 
Ας αποφασίσουν οι άλλοι σε πόσο βαθμό διαύγειας οι θέσεις τους τούς δεσμεύουν για λογαριασμό τους. 
Ένας επαναστάτης δεν μπορεί να θέτει όρια στη δική του επιθυμία διαύγειας. Ούτε μπορεί να αρνείται το πρόβλημα λέγοντας ότι αυτό που μετράει δεν είναι τα ασυνείδητα κίνητρα αλλά η αντικειμενική αξία των ιδεών και των πράξεων. Η νεύρωση και η τρέλα του Ροβεσπιέρου ή του Μπακούνιν υπήρξαν πιο γόνιμες για την ανθρωπότητα από την ‘υγεία’ του τάδε μαγαζάτορα της εποχής . Διότι η επανάσταση, έτσι που την συλλαμβάνουμε , αρνείται ακριβώς αυτή την απλή παραδοχή του διχασμού ανάμεσα σε κίνητρο και αποτέλεσμα. Θα ήταν τότε αδύνατη στην πραγματικότητα και ασυνάρτητη στο νόημα της , αν στηρίζονταν σε ασυνείδητες προθέσεις χωρίς σχέση με το διαρθρωμένο περιεχόμενο της. Το μόνο που θα μπορούσε σ’αυτή την περίπτωση να κάνει, θα ήταν μια επανέκδοση του παρελθόντος , αιχμάλωτη καθώς θα ήταν από κίνητρα σκοτεινά που με τον καιρό θα επέβαλλαν το δικό τους τέλος και τη δική τους λογική. 
Κάτι τέτοιο συνέβη και με την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917 αν και οι αιτίες της σημερινής αποτυχίας της δεν εξαντλούνται μόνο σ’ αυτό . Ποια είναι όμως τελικά οι επιθυμίες και τα κίνητρα ενός επαναστάτη; Ότι μπορούμε να πούμε πάνω σε αυτό είναι εξ ορισμού υποκειμενικό. Είναι επίσης εξ ορισμού εκτεθειμένο σε όλες τις ερμηνείες που θα ήθελε κανείς. Αν μπορούσε να βοηθήσει κάποιον να δει καθαρότερα μέσα σ’ ένα άλλο ανθρώπινο όν (έστω και μέσα στις αυταπάτες και τις πλάνες του) και με αυτό τον τρόπο μέσα στον ίδιο του τον εαυτό καλό είναι να ειπωθεί. Οι άνθρωποι κάποτε εξεγείρονταν από ανάγκη για να ζήσουν ελεύθερα , για να το κάνεις αυτό πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσεις ότι έχεις ήδη χάσει την ελευθερία σου. Σήμερα μην έχοντας ακόμα συνειδητοποιήσει τη σκλαβιά μας ,πολλοί από εμάς έχουμε ακόμα την ιδεολογία στο κεφάλι μας να μας ωθεί σε απόπειρες αλλαγής αυτού του κόσμου. 
Ποια είναι όμως επιτέλους τα σημεία όπου χάσαμε την ελευθερία μας ; Έχω την επιθυμία και αισθάνομαι την ανάγκη , για να ζήσω , μιας άλλης κοινωνίας από αυτή που με περιβάλλει . Όπως η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων , μπορώ να ζήσω μέσα σε αυτήν και να τα βγάζω πέρα – εν πάση περιπτώσει ζω ήδη μέσα σε αυτή την κοινωνία. Όσο κριτικά κι αν κοιτάξω τον εαυτό μου , ούτε η ικανότητα προσαρμογής μου ,ούτε η αφομοίωση της πραγματικότητας από μέρους μου, δεν μου φαίνονται κατώτερες από τον κοινωνιολογικό μέσο όρο. 
Δεν ζητώ την αθανασία , την πανταχού παρουσία ,την παντογνωσία . Ξέρω όμως πως μόνο εγώ μπορώ πραγματοποιήσω κάτι καλό για τον εαυτό μου και στα μέτρα μου και το ίδιο ισχύει και για τους συνανθρώπους μου. Αλλά μέσα στη ζωή , έτσι όπως είναι φτιαγμένη, σκοντάφτω πάνω σε ένα πλήθος από απαράδεκτα πράγματα, λέω πως δεν είναι μοιραία και πως εξαρτώνται από την οργάνωση της κοινωνίας .Επιθυμώ πρώτα και ζητώ η δουλειά μου να έχει νόημα ,να μπορώ να εγκρίνω αυτό για το οποίο χρησιμεύει και τον τρόπο με τον οποίο γίνεται , να μου επιτρέπει να ξοδεύομαι πραγματικά και να χρησιμοποιώ τις δυνατότητες μου ώστε να εμπλουτίζομαι και να αναπτύσσομαι. Και λέω ότι αυτό το πράγμα είναι δυνατό με μια άλλη οργάνωση της κοινωνίας , για μένα και για τους άλλους . Λέω ότι ήδη θα ήταν μια βασική αλλαγή σ’ αυτή την κατεύθυνση αν με άφηναν ν’ αποφασίζω , μαζί με όλους τους άλλους τι έχω να κάνω, και με τους συντρόφους μου στη δουλειά πώς να το κάνω. 
Επιθυμώ να μπορώ, μαζί με όλους τους άλλους , να μαθαίνω τι γίνεται μέσα στην κοινωνία , να ελέγχω την έκταση και την ποιότητα της πληροφόρησης που μου δίνεται . Ζητώ να μπορώ να συμμετέχω άμεσα σε όλες τις κοινωνικές αποφάσεις που μπορεί να επηρεάζουν την ύπαρξη μου ή τη γενική πορεία του κόσμου όπου ζω. Δεν δέχομαι η τύχη μου ν’ αποφασίζεται μέρα με τη μέρα από ανθρώπους που τα σχέδιά τους μου είναι εχθρικά ή απλώς άγνωστα και για τους οποίους δεν είμαστε παρά νούμερα σε μια στατιστική ή πιόνια σε μια σκακιέρα , και τελικά η ζωή μας κι ο θάνατος μας να βρίσκονται στα χέρια ανθρώπων που ξέρω πως είναι αναγκαστικά τυφλοί . 
Ξέρω πάρα πολύ καλά πως η πραγματοποίηση μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης , και η ζωή της , δεν θα είναι καθόλου απλές , πως σε κάθε βήμα τους θα συναντούν δύσκολα προβλήματα. Αλλά προτιμώ να καταπιάνομαι με πραγματικά προβλήματα ,παρά με τις συνέπειες του παραληρήματος του α ή β πολιτικού, τις κομπίνες του κάθε άπληστου επιχειρηματία ή τα καπρίτσια μιας βεντέτας . Κι αν έστω , εγώ και οι άλλοι συναντούσαμε την αποτυχία σ’αυτό το δρόμο, προτιμώ την αποτυχία σε μια προσπάθεια που έχει ένα νόημα ,παρά μια κατάσταση που μένει πριν ακόμα την αποτυχία ή τη μη αποτυχία εν τέλει γελοία. 
Επιθυμώ να μπορώ να συναντώ τον άλλο σαν ένα ον όμοιο με μένα και απόλυτα διαφορετικό, όχι σαν ένα νούμερο ούτε σαν ένα βάτραχο σκαρφαλωμένο σ’ένα άλλο σκαλοπάτι (αδιάφορο αν κατώτερο ή ανώτερο) της ιεραρχίας των εισοδημάτων και των εξουσιών. 
Επιθυμώ να μπορώ να τον βλέπω και να μπορεί να με δει σαν ένα άλλο ανθρώπινο ον, οι σχέσεις μας να μην αποτελούν πεδίο που να εκφράζεται η επιθετικότητα ,ο συναγωνισμός μας να παραμένει μέσα στα όρια του παιχνιδιού, οι συγκρούσεις μας στο μέτρο που δεν μπορούν να λυθούν ή να ξεπεραστούν, να αφορούν πραγματικά προβλήματα και εκβάσεις , να σέρνουν μαζί τους όσο το δυνατόν λιγότερο ασυνείδητο, να είναι φορτισμένες όσο το δυνατόν λιγότερο από φανταστικά στοιχεία. 
Επιθυμώ ο άλλος να είναι ελεύθερος γιατί η ελευθερία μου ξεκινά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου και γιατί μόνος μου δεν μπορώ να είμαι στην καλύτερη περίπτωση παρά «ενάρετος εν δυστυχία». Δεν υπολογίζω ότι οι άνθρωποι θα μεταμορφωθούν σε αγγέλους ούτε πως οι ψυχές τους θα γίνουν καθαρές σαν τις βουνίσιες λίμνες ,που άλλωστε ανέκαθεν μου προκαλούσαν πλήξη. 
Γνωρίζω όμως (επειδή ακριβώς το νοιώθω και το βλέπω ολόγυρά μου) πόσο η σημερινή κουλτούρα βαθαίνει και οξύνει τη δυσκολία τους να υπάρχουν και να συνυπάρχουν με τους άλλους , και πως πολλαπλασιάζει στο άπειρο τα εμπόδια στην ελευθερία τους. 
Ξέρω βέβαια πως αυτός ο πόθος μου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σήμερα κι ούτε θα πραγματοποιηθεί ολοκληρωτικά ενόσω ζω ακόμη κι αν η επανάσταση γινόταν αύριο. Αυτή είναι κατά κάποιο τρόπο η μοίρα που πρέπει να επωμιστώ και που επωμίζομαι. Αλλά αυτό δεν πρέπει να με οδηγήσει στην απελπισία ούτε στον κατατονικό μηρυκασμό. Έχοντας αυτό τον πόθο που είναι δικός μου δεν μπορεί παρά να εργάζομαι για την πραγματοποίηση του. 
Στην προσπάθεια που κάνω (με όλα τα λάθη και τις αναβολές) μαζί με άλλους να ξεπεράσουμε τις αντικειμενοποιημένες και ξενωμένες σχέσεις της κοινωνίας που ζούμε, είμαι σε θέση να πραγματοποιώ μερικά αυτό τον πόθο. Αν είχα γεννηθεί σε μια αταξική κοινωνία κοινοκτημοσύνης ίσως η ευτυχία μου να ήταν πιο εύκολη – δεν το ξέρω κι ούτε μπορώ να κάνω κάτι τίποτα σχετικά με αυτό. 
Δε θα καθίσω μ’αυτό το πρόσχημα να περνώ τον ελεύθερο χρόνο μου βλέποντας τηλεόραση ή διαβάζοντας αστυνομικά μυθιστορήματα… Μήπως αυτή μου η στάση σημαίνει άρνηση της αρχής της πραγματικότητας; Αλλά ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της αρχής; Είναι ότι πρέπει να εργαστείς για να ζήσεις – ή μήπως ότι πρέπει η εργασία να μην έχει νόημα και να γίνεται κάτω από συνθήκες εκμετάλλευσης (όπως πράγματι γίνεται για τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων στον πλανήτη). 
Αυτή η αρχή ισχύει μ’αυτή τη μορφή για έναν εισοδηματία; Ίσχυε μήπως μ’αυτή τη μορφή για τους ιθαγενείς της Αμερικής πριν φτάσουν εκεί οι λευκοί το 1492; Ισχύει ακόμα και σήμερα για τους ψαράδες ενός φτωχού μεσογειακού χωριού; Ως ποιο σημείο η αρχή της πραγματικότητας εκφράζει τη φύση και που αρχίζει να εκφράζει την κοινωνία; Ως ποιο σημείο εκφράζει την κοινωνία ως κοινωνία και από ποιο σημείο μια τάδε ιστορική μορφή της κοινωνίας; Γιατί όχι τη δουλοπαροικία ,τις γαλέρες ,τα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Που μια φιλοσοφία θα έπαιρνε το δικαίωμα να μου πει: σ’αυτό το συγκεκριμένο χιλιοστόμετρο των υπαρχόντων θεσμών, θα σας δείξω το σύνορο μεταξύ του φαινόμενου και της ουσίας ,μεταξύ των παροδικών ιστορικών μορφών και του αιώνιου είναι του κοινωνικού; 
Αποδέχομαι την αρχή της πραγματικότητας γιατί αποδέχομαι την ανάγκη της εργασίας (όσο παραμένει πραγματική, γιατί ολοένα γίνεται λιγότερο προφανής) και την ανάγκη μιας κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας. Δεν αποδέχομαι όμως την επίκληση μιας ψεύτικης ψυχανάλυσης ή μεταφυσικής που εισάγει στη συγκεκριμένη συζήτηση των ιστορικών δυνατοτήτων αυθαίρετες βεβαιώσεις πάνω σε αδυνατότητες για τις οποίες δεν ξέρει τίποτα. Είναι τάχα η επιθυμία μου παιδική; 
Μα ακριβώς η παιδική κατάσταση είναι ότι η ζωή μας είναι δοσμένη, και ότι ο Νόμος μας είναι δοσμένος . Στην παιδική κατάσταση η ζωή μας δίνεται για τίποτα κι ο Νόμος το ίδιο χωρίς όμως και δυνατότητα συζήτησης. Αυτό που θέλω είναι εντελώς το αντίθετο: να φτιάχνω εγώ τη ζωή μου κι ο Νόμος να μη μου δίνεται απλά αλλά να τον δίνω κι εγώ συγχρόνως στον εαυτό μου. Αυτός που βρίσκεται διαρκώς σε παιδική κατάσταση είναι ο κομφορμιστής ή ο απολιτικός γιατί αποδέχεται το Νόμο ασυζητητί και δεν επιθυμεί να συμμετέχει στη διαμόρφωσή του. Χωρίς πολιτική βούληση για συμμετοχή και συνδιαμόρφωση απλά αντικαθιστά τον ιδιωτικό πατέρα με τον ανώνυμο πατέρα . 
Στην παιδική κατάσταση πρώτα δέχεσαι χωρίς να δίνεις και μετά κάνεις ή υπάρχεις για να δέχεσαι. Επιθυμώ πρώτα μια πιο δίκαιη ανταλλαγή και στη συνέχεια το ξεπέρασμα της ανταλλαγής μέσω της χαριστικότητας . Θέλω η κοινωνία να πάψει να είναι μια οικογένεια ψεύτικη επί πλέον μέχρι γελοίου, για να αποκτήσει την αληθινή της διάσταση ως κοινωνίας ,ως δικτύου σχέσεων μεταξύ αυτόνομων ενηλίκων . Να είναι τάχα η επιθυμία μου επιθυμία εξουσίας; Μα αυτό που θέλω είναι κατάργηση της εξουσίας με τη σημερινή της έννοια ,είναι η εξουσία όλων. Η σημερινή εξουσία σημαίνει ότι οι άλλοι είναι πράγματα κι αυτό που θέλω είναι τελείως το αντίθετο. 
Αυτός που οι άλλοι του είναι πράγματα είναι ο ίδιος πράγμα ,και δεν θέλω να είμαι πράγμα ούτε για τον εαυτό μου ούτε για τους άλλους . Δεν θέλω οι άλλοι να είναι πράγματα δεν θα ήξερα τι να τους κάνω. Αν μπορώ να υπάρχω για τους άλλους ,και οι άλλοι να με αναγνωρίζουν, δεν θέλω αυτό να γίνεται σε συνάρτηση με την κατοχή ενός πράγματος που είναι έξω από μένα – της εξουσίας . Η αναγνώριση που απορρέει από τον άλλο δεν ισχύει για μένα παρά στο βαθμό που τον αναγνωρίζω εγώ ο ίδιος . Υπάρχει ο κίνδυνος να τα ξεχάσω όλα αυτά αν κάποτε τα γεγονότα με οδηγούσαν κοντά στην «εξουσία»; 
Μου φαίνεται απίθανο αλλά ακόμα κι αν συνέβαινε θα ήταν μια χαμένη μάχη κι όχι το τέλος του πολέμου. Άλλωστε θα έπρεπε να ρυθμίζω τη ζωή μου πάνω στην υπόθεση ότι μπορεί μια μέρα να ξαναμωραθώ; Κυνηγώ τάχα τη χίμαιρα να θέλω να εξαλείψω την τραγική πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης; Μου φαίνεται μάλλον πως θέλω να εξαλείψω απ’ αυτήν το μελόδραμα ,την ψεύτικη τραγωδία – αυτήν όπου η καταστροφή επέρχεται χωρίς αναγκαιότητα , όπου όλα θα συνέβαιναν διαφορετικά ,αν μονάχα τα πρόσωπα ήξεραν ή έκαναν αυτό ή εκείνο. 
Το να πεθαίνουν της πείνας άνθρωποι σε Αφρική-Ασία ενώ σε Αμερική-Ευρώπη οι κυβερνήσεις βάζουν πρόστιμα στους γεωργούς που παράγουν ‘υπερβολικά’ είναι μια μακάβρια φάρσα ,ένα γκραν γκινιόλ όπου τα πτώματα και ο πόνος είναι πραγματικά . Δεν είναι τραγωδία ,δεν υπάρχει σε αυτό τίποτα το αναπόφευκτο. Κι αν τελικά η ανθρωπότητα χαθεί μια μέρα κάτω από τις ατομικές βόμβες αρνούμαι να το ονομάσω αυτό τραγωδία ,το ονομάζω μαλακία. 
Θέλω την κατάργηση του Παλιάτσου και της μεταμόρφωσης των ανθρώπων σε νευρόσπαστα από άλλα νευρόσπαστα που τους ‘κυβερνούν’. Όταν ένας νευρωτικός επαναλαμβάνει για την εικοστή φορά την ίδια συμπεριφορά αποτυχίας , αναπαράγοντας για τον εαυτό του και για τους δικούς του τον ίδιο τύπο δυστυχίας , το να τον βοηθήσεις να το ξεπεράσει αυτό σημαίνει να εξαλείψεις από τη ζωή του τη χονδροειδή φάρσα , όχι την τραγωδία. 
Σημαίνει απλά να του επιτρέψεις ν’αντικρίσει επί τέλους τα πραγματικά προβλήματα της ζωής του και ότι τραγικό μπορεί να περιέχουν, που η νεύρωση του είχε για λειτουργία εν μέρει να εκφράζει μα κυρίως να καλύπτει. 
Όταν μετά από ένα μεγάλο ταξίδι στη Δύση ένας μαθητευόμενος βουδιστής μοναχός ανέφερε πως θαυμαστά πράματα (όργανα , φάρμακα , μέθοδοι σκέψης , θεσμοί..) είχαν μεταμορφώσει την ζωή των ανθρώπων από την εποχή που ο δάσκαλος αποσύρθηκε στα υψηλά οροπέδια ,αυτός τον σταμάτησε μετά τις πρώτες λέξεις. 
Εξαφάνισαν μήπως τη θλίψη, την αρρώστια,τα γηρατειά και τον θάνατο; ρώτησε. Όχι απάντησε ο μαθητής. Έ λοιπόν τότε θα μπορούσαν να καθίσουν ήσυχα στα αυγά τους σκέφτηκε ο δάσκαλος, και ξαναβυθίστηκε στην περισυλλογή του χωρίς καν να κάνει τον κόπο να δείξει στον μαθητή του ότι είχε πάψει να τον ακούει .

17.1.19

Επιμέλεια: Τρύφων Λιώτας 
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ (1871 – 1919, ήταν Εβραία φιλόσοφος, μαρξίστρια πολιτική θεωρητικός και επαναστάτρια που ανήκε στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας και αργότερα στο Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας. 
Ξεκίνησε τη δράση της με την εφημερίδα Η Κόκκινη Σημαία, όπου και συνίδρυσε το Σπάρτακουσμπουντ (Spartakusbund), μια μαρξιστική επαναστατική ομάδα από την οποία και δημιουργήθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας με το οποίο έλαβε μέρος σε ανεπιτυχή επανάσταση στο Βερολίνο τον Ιανουάριο του 1919. 
Η εξέγερση ξεκίνησε παρά τους ενδοιασμούς της Ρόζας και συνετρίβη από τα απομεινάρια του μοναρχικού στρατού και από ελεύθερες δεξιές πολιτοφυλακές που συλλογικά ονομάζονταν Φράικορπς (Freikorps), οι οποίες εστάλησαν από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση. Η Λούξεμπουργκ και εκατοντάδες άλλοι συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν. 

---------------------------------------------------------

Γ Ι Α Τ Ι Μ Α Μ Α; 
Τι είναι στο βάθος η αστική νομιμότητα ; Όταν έναν ελεύθερο πολίτη παρά τη θέλησή του και με εξαναγκασμό τον κλείνει ένας άλλος πολίτης σε ένα μέρος στενό και ακατοίκητο κρατώντας τον εκεί μέσα κάμποσο καιρό όλοι καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι μια πράξη βίας. 
Μα από τη στιγμή που η πράξη αυτή θα γίνει δυνάμει ενός εντύπου που λέγεται ποινικός νόμος και το μέρος που θα κλειστεί ονομάζεται «Δικαστική Φυλακή», αμέσως αυτή μετατρέπεται σε πράξη ειρηνικής νομιμότητας. 
Αν ένας άνθρωπος εξαναγκαστεί από έναν άλλο, παρά τη θέλησή του να σκοτώνει συστηματικά άλλους ανθρώπους , αυτό είναι πράξη βίας. Αλλά από τη στιγμή που αυτό θα ονομαστεί «στρατιωτική υπηρεσία» με ή χωρίς πληρωμή, ο καλός πολίτης φαντάζεται ότι βρίσκεται σε πλήρη νομιμότητα. 
Αν ένα πρόσωπο παρά τη θέλησή του το στερήσουν άλλοι από ένα μέρος της περιουσίας του ή του εισοδήματός του, κανείς δεν αμφιβάλει ότι αυτό είναι μια πράξη βίας αλλά αν αυτή η ληστεία βαφτιστεί «έμμεση φορολογία», τότε πρόκειται απλώς για εφαρμογή του νόμου. 
Κοντολογίς ότι παρουσιάζεται στα μάτια μας ως αστική νομιμότητα δεν είναι τίποτα άλλο παρά η βία της κυρίαρχης τάξης ανυψωμένη σε επιτακτικό κανόνα. Από τη στιγμή που οι διάφορες πράξεις βίας καθορίστηκαν νομοθετούμενες ως υποχρεωτικοί κανόνες, το πράγμα αντικαθρεφτίζεται από την ανάποδη στο κεφάλι των αστών νομομαθών και των ευκαιριακών αριστερών: η «έννομος τάξις» παρουσιάζεται σαν ένα ανεξάρτητο δημιούργημα της «δικαιοσύνης» και η κρατική βία σαν μια απλή της συνέπεια, σαν μια κύρωση των νόμων. 
Στην πραγματικότητα είναι το αντίθετο: η αστική νομιμότητα (και ο κοινοβουλευτισμός σαν νομιμότητα στο γίγνεσθαι) είναι ίσα – ίσα μια ορισμένη κοινωνική μορφή που παίρνει η πολιτική βία της αστικής τάξης, μια βία που πάλι φυτρώνει στο οικονομικό έδαφος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ 1918

15.1.19

Γιάννης Λαζάρου 
Είναι κάποιες στιγμές που δεν μπορείς να προσπεράσεις γιατί τελικά αυτές οι πολλές στιγμές που προσπέρασες υπομένοντας κάθε είδους τυραννία οδηγούν στην αποχαύνωση και στην κυριαρχία των ολίγιστων. 
Είναι κάποιες στιγμές που η συγκυρία της ροής των "ειδήσεων" σού επιβεβαιώνει το σκεπτικό της ολοκληρωτικής σαπίλας που έχει κυριεύσει μια πρώην κοινωνία για την οποία δεν υπάρχει σωτηρία. 
Είναι η στιγμές που πιάνεις πάλι το μολύβι (πληκτρολόγιο), έτσι απλά για να το βγάλεις από μέσα σου.
Δυο ειδήσεις, που για την κρατούσα κατάσταση στην αποκαλούμενη Ελλάδα, είναι διαφορετικής σημασίας και βαρύτητας. Η μια είδηση είναι πρωτοσέλιδο με αφιερώματα και φωτογραφίες. Είναι η αποχώρηση του Καμμένου από το υπουργείο με τα μιράζ να σκίζουν τον Αττικό ουρανό. Η άλλη είδηση σε μονόστηλο είναι πως πέθανε ο Καργάκος. 
Η παρουσίαση και των δυο ειδήσεων αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα μιας αποικίας και το πώς αντιμετωπίζουν οι υπάλληλοι των κρατούντων τούς κατοικοεδρεύοντες (αποκαλούνται και λαός) στον "γεωγραφικό προσδιορισμό" Ελλάδα.  
Για την είδηση των πρωτοσέλιδων δεν έχουμε να πούμε τίποτε διότι αφορά πρόθυμους υπαλλήλους αφεντικών, ανθρωπάρια με οπαδούς που δεν ορρωδούν προ ουδενός αρκεί να υπηρετήσουν αλλότρια συμφέροντα.
Για την δεύτερη είδηση του μονόστηλου έχουμε να πούμε πολλά. Τόσα πολλά που θα χρειαζόταν το μέγεθος των γνώσεων και του ταλέντου της συγγραφής του εκλιπόντος. Επειδή όμως δεν υπάρχει θα αρκεστούμε να αναφωνήσουμε πως: Αγαπητέ μου δεν πέθανε απλά ο Καργάκος. 
Ο Σαράντος Καργάκος είναι αυτό που αποκαλούμε διανοούμενος και όλα αυτά τα χρόνια εργάστηκε και διέθεσε το τάλαντό του στην υπηρεσία του λαού από τον οποίο προέρχεται. Αυτό δηλαδή που πρέπει να κάνουν όλοι όσοι αποκτούν εφόδια γνώσης ή άλλα ταλέντα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν μια κοινωνία. 
Για το έργο του και την παρακαταθήκη του δεν είμαστε αρμόδιοι να μιλήσουμε, όπως δεν θα μιλήσουν και οι ζώσες γενεές αφού είναι ανίκανες να τον καταλάβουν. Αν ήταν ικανές δεν θα ανέχονταν έστω και την ύστατη στιγμή τις φανφάρες της πρώτης είδησης γλεντώντας στο Twitter και στο Facebook. 
Ο Σαράντος Καργάκος ως διανοούμενος όλα τα χρόνια μίλαγε στον λαό για όλα, αρθρογραφούσε για την πολιτικοοικονομική κατάσταση και έδειχνε τα δεινά που θα έρχονταν αλλά και αυτά που ζούσε καθημερινά. Δεν σίγησε όπως το σύνολο των αποκαλούμενων διανοούμενων και καλλιτεχνών για το προσωπικό του συμφέρον. Γι' αυτό εξ' άλλου δεν "βαρύνεται" με καμία διάκριση από την συντεχνία των υπηρετούντων διακόσια χρόνια τώρα τους αυθέντες. 
Ο Σαράντος Καργάκος δεν ήταν απλά ένας καθηγητής και ιστορικός όπως τον παρουσιάζουν τα πιόνια της πληροφόρησης, ήταν η φωνή που σίγησε γιατί είχε κι άλλα να πει. Δεν έχει σημασία ποιοι θα τον άκουγαν σήμερα, σημασία έχει πως ήταν ένα σημείο αναφοράς για αξιοπρέπεια.  Γιατί ο Σαράντος Καργάκος ήταν ένας αξιοπρεπής άνθρωπος που γνώριζε την αξία του καμάτου και αυτό προσπάθησε να μας βροντοφωνάξει για να έχουμε δημοκρατία. Χωρίς κούραση μυαλού και σώματος οι "δημοκρατίες" είναι "γλέντια" στο Twitter και στο Facebook. 
Ο Σαράντος Καργάκος είχε την ευκαιρία και την άδραξε να αφήσει το σπέρμα της γνώσης του στα έργα του για τις μέλλουσες γενιές που θα αναζητήσουν την αλήθεια τους για την κυοφορία της ελευθερίας. 
Κανένα μιράζ δεν θα σηκωθεί να τιμήσει τον Σαράντο Καργάκο, πράγμα που και ο ίδιος θα απεχθάνονταν. Η δημοκρατία των Καργάκων δεν έχει ανάγκη από τέτοιες θεατρικές παραστάσεις. Θα μαζευτούν οι "γνωστοί" να πούνε τις γνωστές φανφάρες τους κρυφογελώντας για την αποχώρηση ενός ακόμη αντιπάλου. Είναι αυτοί για τους οποίους άπειρες φορές μας είχε προειδοποιήσει πως είναι ακατάλληλοι να ηγηθούν μιας πραγματικής  δημοκρατίας. 
Ο ίδιος θα γέλαγε με τους τίτλους όπως "καλό ταξίδι, δάσκαλε" και άλλα φληναφήματα αφού για μια ακόμη φορά θα διαπίστωνε πως ακόμη κι αυτοί που τον αποκαλούσαν δάσκαλο τίποτε δεν έμαθαν από την διδαχή του. 
Οι καιροί είναι πρόσφοροι για εικονικές "δημοκρατίες" που πρωτοστατούν Καμμένοι (κυριολεκτικώς). Σε τέτοιες "δημοκρατίες" οι Καργάκοι είναι βαρίδια και ίσως να μην έρθουν ποτέ οι καιροί μιας πραγματικής δημοκρατίας, αφού ως μαθητές τέτοιων δασκάλων δεν πήραμε χαμπάρι τίποτε.  

14.1.19

Επιμέλεια: Τρύφων Λιώτας 

Ο Christopher "Kit" Lasch (1932-1994) ήταν Αμερικανός ιστορικός, καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Rochester. Ο Lasch προσπάθησε να χρησιμοποιήσει την ιστορία ως εργαλείο για να ξυπνήσει την αμερικανική κοινωνία. Προσπάθησε να δημιουργήσει μια ιστορικώς ενημερωμένη κοινωνική κριτική που θα μπορούσε να διδάξει στους Αμερικανούς πώς να χειριστούν τον αχαλίνωτο καταναλωτισμό, την προλεταριοποίηση και αυτό που ονομάστηκε περίφημα «ο πολιτισμός του ναρκισσισμού». 

Αποσπάσματα από το βιβλίο 
«Η κουλτούρα του ναρκισσισμού» 
Κρίστοφερ Λας 
(εκδόσεις Νησίδες)

Με το να πραγματοποιείς με θεαματικό τρόπο μια εξεγερτική φαντασίωση δεν τερματίζεις την καταπίεση , απλά θεατρικοποιείς τα επιτρεπτά όρια της αντικοινωνικής συμπεριφοράς . Κατεβαίνοντας στους δρόμους με ανθρώπους που δεν τους ξέρεις παρά μόνο στη βάση κάποιας αφηρημένης συμμαχίας , χωρίς στρατηγικό σχέδιο , χωρίς εμπιστοσύνη και προοπτική , αναλώνεσαι σε ένα «επαναστατικό» θέατρο δρόμου υιοθετώντας ένα ριζοσπαστικό στυλ αντί να οικειοποιηθείς την ριζοσπαστική ουσία. 
Η αριστερά με το όραμα της κοινωνικής επανάστασης που έχει, προσέλκυε ανέκαθεν περισσότερους παράφρονες από όσους της αναλογούσαν. Τα λίγα αυθεντικά λαϊκά κινήματα (παρισινή Κομμούνα 1871 , Ρωσία 1905 και 1917 , Σπαρτακιστές στη Γερμανία 1918 , Ισπανική Επανάσταση 1936 , τα Εργατικά Συμβούλια της Ουγγρικής εξέγερσης 1956 , Παρισινός Μάης `68) που αναπτύχθηκαν στους κόλπους της έπεσαν θύματα της μυστικοποίησης , του φετιχισμού , της ιδιωτικοποιημένης επικράτειας , τρόποι σκέψης και συμπεριφοράς που έχουν καθαρά αστική προέλευση . Η επανάσταση είναι η κοινωνική στιγμή της κατάρρευσης όλων των μηχανισμών αμύνης , όλων των προβολών , όλων των ιδεολογιών. 
Κάθε στιγμή που μένουμε παθητικοί και δεν αποκτάμε αυτό που θέλουμε πραγματικά , ετοιμάζουμε το έδαφος για τον ίδιο μας τον όλεθρο . 

 ---------------------------------------------------------------------- 

Η υπερβολική έκθεση σε εργοστασιακά κατασκευασμένες ψευδαισθήσεις καταστρέφει την αναπαραστατική τους δύναμη . Η θεαματική παρουσίαση του εαυτού στην καθημερινή ζωή , η προσωπικά συστηματική οργάνωση δολερών και επίπλαστων εμφανίσεων (η «περσόνα») – τελούμενη εν μέρει κατά παρόρμηση και μη συνειδητά (το μικρό ψέμα) – ιδού ο υπόγειος τρόπος για την πραγμάτωση των επιθυμιών. Συνειδητά καταφεύγει κανείς σε αυτόν όσο οι άμεσοι τρόποι , η διαφάνεια της αληθινής ύπαρξης , δεν λειτουργούν καλύτερα επειδή η πλειοψηφία των ανθρώπων γύρω μας λειτουργεί ήδη στο θεαματικό . Στο ασυνείδητο παρορμητικό τους μέρος είναι σημάδια καταπίεσης , καταστολής και κυριαρχίας , το ακούσιο ζάρωμα του δαρμένου σκύλου , παγωμένο σε μια στάση . 
Αυτό το θέατρο της καθημερινής ζωής , αυτή η παράσταση που δίνουμε κάθε μέρα στη δουλειά , στο σπίτι , στις κοινωνικές μας συναναστροφές έχει γίνει ήδη μια αφόρητη ρουτίνα . Το απροβλημάτιστο βόλεμα σε αυτή τη ρουτίνα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο . Γιατί ενώ η σύγχρονη βιομηχανία και γραφειοκρατία καταδικάζει τους ανθρώπους σε θέσεις εργασίας που προσβάλλουν τη νοημοσύνη τους , η μαζική κουλτούρα του ελεύθερου χρόνου και της ρομαντικής φυγής γεμίζει το κεφάλι τους με οράματα για εμπειρίες πέρα από τις οικονομικές , συναισθηματικές και φαντασιακές τους δυνατότητες χειροτερεύοντας την κατάσταση , επιτείνοντας την αίσθηση του αδιέξοδου που δημιουργείται . 
Η ειρωνική απόσταση μέσω της κοροϊδίας και του κυνισμού ως μέσο φυγής από τη ρουτίνα παρέχει μόνο στιγμιαία ανακούφιση γιατί δεν αρνούμαστε τις ρουτίνες που έχουμε να εκτελέσουμε , απλά δεν τις παίρνουμε στα σοβαρά στερώντας τους έτσι από την ικανότητά τους να μας πληγώσουν. Αυτή η κριτική αυτογνωσία και αποστασιοποίηση γίνεται με τη σειρά της μια νέα ρουτίνα , η γνώση που σχολιάζει τη γνώση δημιουργεί ένα κλιμακούμενο κύκλο αυτοσυνειδησίας που εμποδίζει τον αυθορμητισμό. 
Λαχταρούμε την αναστολή της αυτοσυνειδησίας , της ψευτοψυχαναλυτικής στάσης που μας έχει γίνει δεύτερη φύση , αλλά ούτε η Τέχνη ούτε η Θρησκεία – ιστορικά οι μεγάλοι απελευθερωτές από τη φυλακή του εαυτού – μπορούν να βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση αφού έχουν χάσει τη δύναμή τους να αποθαρρύνουν την δυσπιστία . Σε μια κοινωνία που βασίζεται τόσο πολύ στις ψευδαισθήσεις και τα φαινόμενα , οι έσχατες ψευδαισθήσεις , τέχνη και θρησκεία , δεν έχουν μέλλον. 

11.1.19

Επιμέλεια: Τρύφων Λιώτας 

Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936. Δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό "Νέα Εστία". Συμμετείχε στην έκδοση και σύνταξη των περιοδικών "Μαρτυρίες" και "Προτάσεις" και στη συνέχεια, το 1973, συμμετείχε στην ίδρυση και έκδοση του περιοδικού "Σημειώσεις", στις σελίδες του οποίου έχει δημοσιευθεί μεγάλος μέρος του συγγραφικού του έργου. 
Έχει αρθρογραφήσει σε πλήθος περιοδικών και εφημερίδων μεταξύ των οποίων στην Καθημερινή, την Βραδινή κ.α. Είναι επίσης υπεύθυνος των εκδόσεων Έρασμος. Παράλληλα με την ποιητική του δραστηριότητα έχει δημοσιεύσει αρκετά δοκίμια και μελέτες και έχει πραγματοποιήσει δεκάδες μεταφράσεις έργων, θεωρητικού κυρίως περιεχομένου. 

------------------------- 

«[…] Μέχρι στιγμής όλες οι ανθρώπινες προσπάθειες δεν κατάφεραν να σπάσουν τον φαύλο κύκλο καταπίεση-εξέγερση-καταπίεση. Η επαναστατική απαίτηση για δικαιοσύνη δεν ικανοποιείται παρά σπάνια και πρόσκαιρα. Η εξέγερση ηττάται στο πιο κρίσιμο σημείο της, στο σημείο που αφορά τη μοίρα της ανθρώπινης ελευθερίας. Κάθε προσπάθεια που αποτυχαίνει να φτάσει το στόχο της, κατρακυλάει πάντα πιο πίσω από το σημείο αφετηρίας της αξιοποιώντας αρνητικά την αρχική ορμή της.  
Ο φασισμός απέδειξε πως οι πιο γερές αλυσίδες μας φτιάχνονται από τις αξίες που στρεβλώνουμε ή προδίδουμε. Ό,τι χάνεται στο ανθρώπινο επίπεδο θα κερδηθεί στο επίπεδο του εκπολιτισμένου κοπαδιού. Πίσω από το στραπατσαρισμένο αίτημα της επικοινωνίας αναδύεται η ειδωλολατρεία των δημόσιων σχέσεων και ο ολοκληρωτισμός της διαφήμισης. Το αίτημα της συντροφικότητας, καταχωνιασμένο μέσα σ’ όλα τα δόγματα, παραμορφωμένο μέσα σ’ όλες τις θρησκείες, διαμαρτυρόμενο μέσα σ’ όλες τις τέχνες, εξακολουθεί να υπάρχει. Η επανάσταση της αγάπης, που θα σταματούσε το πανάρχαιο εκκρεμές από το φόνο στη λατρεία κι από τη λατρεία στο φόνο, αντικαθιστώντας την πατρική εξουσία με την αντεξουσιαστική αδελφοσύνη, αυτή η ‘τελευταία’ επανάσταση αναγγέλθηκε πολλές φορές αλλά το αίμα δεν έπαψε να τρέχει γιατί η αλυσίδα της αδικίας δεν έσπασε ακόμα πουθενά. 
Η άποψη πως κάθε επανάσταση κάποια στιγμή είτε συντρίβεται, είτε κρατικοποιείται και στρέφεται εναντίον των ανώνυμων που την έκαναν, δεν στοιχειοθετεί μια ‘μεταφυσική της ιστορίας’ αλλά διαπιστώνει μια ιστορική τραγωδία. Η τραγωδία είναι χωρίς κάθαρση και προκύπτει από το γεγονός πως καμιά ρεαλιστική εκτίμηση και καμιά αυτεπίγνωση δεν πείθει τον άνθρωπο ν’ αποσύρει ή ν’ ανακαλέσει τα βαθύτερά του αιτήματα. Αυτό το ‘παράλογο’ στοιχείο δημιουργεί τη δυστυχία και την ανθρωπιά του ανθρώπου […]». 

 -------------------------

Ποια είναι η σχέση «προόδου» και επανάστασης ; Είναι γεγονός πως θεωρείται αυτονόητη , δεδομένη και μια για πάντα προσδιορισμένη , τόσο από τον αστικό φιλελευθερισμό και την ουμανιστική του ρητορεία όσο και από την «ρεαλιστική» (διάβαζε : εξουσιαστική) πτέρυγα του μαρξισμού, η οποία κληρονόμησε όλη την καταισχύνη του προοδευτικού καπιταλισμού. 
Σύμφωνα με τον Ένγκελς κάθε επανάσταση ή εξέγερση που δεν τείνει στην πρόοδο της Ιστορίας (δηλαδή στην εξέλιξη του συστήματος εξουσίας) αλλά αντίθετα στο φρενάρισμα της προόδου αυτής καθεαυτή , της προόδου ως αυτοσκοπού και αυταξίας , συνεπώς στο φρενάρισμα του καρκινικά αυτονομημένου και κακοηθούς τεχνολογικού πανοικονομισμού , αποτελεί ουτοπία και μάλιστα «αντιδραστική» ! Κάθε επανάσταση που δεν εκφράζει την αναγκαιότητα για οικονομικές και κοινωνικές διαρθρωτικές αλλαγές με σκοπό την περαιτέρω ή την αποδοτικότερη λειτουργία του συστήματος δεν αποτελεί πράγματι επανάσταση αλλά «αντιιστορική» ή «οπισθοδρομική» κίνηση … 
Δεν μας μένει λοιπόν παρά να αναζητήσουμε το μόνο ουσιώδες περιεχόμενο της επανάστασης στον ουτοπικό ακριβώς χαρακτήρα της. 
Γιατί ο «πολιτικός ρεαλισμός» μιας τέτοιας αντίληψης , θέλοντας να είναι πάντα με το μέρος της Ιστορίας που γράφουν οι νικητές και ποτέ εναντίον της (άρα και εναντίον τους), καταδικάζει κάθε συναισθηματικό , ηθικό , βιωματικό , και τελικά υπαρξιακό δυναμικό της εξέγερσης , η οποία όταν δεν καταγγέλλεται – καταστέλλεται άμεσα , αναστέλλεται πάντα στο όνομα ενός μίζερου ρεαλισμού, ενός ευνουχισμένου «σοσιαλισμού» και μιας αφηρημένης οικονομίστικης δεοντολογίας αράγιστης στα ερωτήματα και τις ενστάσεις που θέτει ο ανοικονόμητος σκεπτικισμός . 
Ως πότε η επανάσταση θα συνδέεται με την πρόοδο της οικονομίας ; Και αν υπάρχει μια «ιστορική αναγκαιότητα» που κινεί αυτή την πρόοδο τι σχέση μπορεί να έχει μια επανάσταση με αυτή τη διαρκή αναπαραγωγή της εθελόδουλης και λιπαρής ευτυχίας των ηλιθίων ; Μέχρι πότε και γιατί θα πρέπει η επανάσταση να «προωθεί» την οικονομία ; Κι αν αυτή την προώθηση μπορεί να την πραγματοποιήσει μια ολοκληρωτική εξουσία (και έχει αποδειχτεί πως μπορεί) τι θα πούμε τότε για αυτή την ολοκληρωτική εξουσία ; Με τι κριτήρια θα την καταδικάσουμε (αν, εννοείται θέλουμε πια να την καταδικάσουμε) αφού το οικονομικό κριτήριο της «προόδου» μαρτυρεί υπέρ αυτής ; Και τι χρειάζεται τότε στην τελική αυτή η «επανάσταση» όταν υπάρχουν φασιστικές ή «κομμουνιστικές» μορφές κοινωνικής επιστράτευσης που μπορούν να εξαντλήσουν κάθε όριο και κάθε δυνατότητα της άλογης διαδικασίας «παραγωγή για την παραγωγή» και «πρόοδος για την πρόοδο» ; 
Η επανάσταση, όποτε υπήρξε, ήτανε πάντα το ρήγμα σε αυτή τη διαδικασία , σε αυτή την τρελή αλυσίδα της προοδευτικής συσσώρευσης , ήταν ένα ξαφνικό και προσωρινό σταμάτημα . Στη συνέχεια η Ιστορία «οφείλει» και πάλι να «προχωρήσει»: η επανάσταση θα ηττηθεί ή θα «νικήσει», θα γίνει Μνήμη ή θα γίνει Κράτος , θα γίνει φάντασμα ή υπηρέτρια της πολιτικής οικονομίας . Τότε όλο το χυμένο και χαμένο αίμα θα γίνει αίμα κερδισμένο , κομματικό φολκλόρ, «κόκκινος ψαλμός», τελετουργικό πλακάτ, άρτος και θέαμα των μαζών, όπιο και αντίδωρο των εθνικών ποιητών. 
Μετά τις επαναστάσεις έρχονται οι εξουσίες να πουν στους επιζήσαντες προς χάριν ποιων σκοπών έπεσαν αυτοί που έπεσαν. Μετά τους νεκρούς έρχονται οι συγγενείς στα ταμεία συντάξεων. Μετά τα τραγούδια του έρωτα και του θανάτου έρχονται οι εθνικές επέτειοι με τα γεροντικά φληναφήματα των φιλοσόφων, οι οποίοι αν δεν έγιναν άρχοντες της πλατωνικής Πολιτείας , που ονειρεύτηκαν ή δίδαξαν ως ιδεατή κομμούνα και την βίωσαν ως σύγχρονο στρατώνα , τα κατάφεραν επιτέλους να γίνουν πρόεδροι της αστικής δημοκρατίας . 
Μετά το «χάος» έρχεται πάντα η «τάξη» μια λέξη που μυρίζει ανθρώπινο κρέας. Αυτή είναι η μοίρα της επανάστασης και αυτή είναι η μοίρα των νεκρών της: να τους αλλάζουνε το νόημα του θανάτου τους προς όφελος των ζωντανών και προς όφελος της εξουσίας .  
Γιατί ό,τι επιζεί είναι η εξουσία . Αυτή θα μας πει τι ήταν το παρισινό 1871, το ρωσικό 1917, το ισπανικό 1936 , το ουγγρικό 1956 … Αυτή θα μας πει τι ήταν η επανάσταση στο παρελθόν και τι «οφείλει» να είναι στο μέλλον. 
Αυτή θα στήσει αγάλματα στον Μαγιακόβσκι , στον Γκεβάρα , στο Πολυτεχνείο – και αυτή είναι που θα ξαναστήσει τα πολυβόλα μπροστά στα αυριανά Πολυτεχνεία

- - - - - - - - - - - - - - - - - - -  

Στον κόσμο που ζούμε υπάρχει μια δογματική επιταγή θεών και ανθρώπων : « να είσαι καλός και συγχρόνως να μπορείς να επιζήσεις ». Υπάρχουν όμως στιγμές στη ζωή που για να επιβιώσεις πρέπει να χρησιμοποιήσεις βία να γίνεις δηλαδή «κακός»… Η πλήρης αποδέσμευση από την κριτική – αναλυτική σκέψη , το να βασίζεσαι μόνο στην ψευδοαυτάρκεια του συναισθήματος , οδηγεί στην παραίτηση από την αναζήτηση των αιτιών του προβλήματος δηλαδή στην άρνηση της βίας γενικά και «οποθενδήποτε προερχόμενης». 
Αυτή ακριβώς η λέξη «οποθενδήποτε» είναι φορτωμένη με προαιώνια υποκρισία . Γιατί η μισή αλήθεια είναι διπλό ψέμα . Οι πρώτοι που καταδικάζουν τη βία είναι αυτοί ακριβώς που κατέχουν ή διεκδικούν το μονοπώλιό της . Η βία όμως έχει μια πρωταρχική πηγή , την εξουσία και τον πόθο της εξουσίας . Όλες οι άλλες πηγές είναι μόνο τα συμπτώματα της πραγματικής αρρώστιας . 
Χωρίς την παραπάνω διάκριση δεν μπορούμε να βγούμε έξω από τα πλαίσια του καθιερωμένου ιδεολογικού ψευτοδιλήματος : Βία και μη Βία. 
Όμως οι πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος δεν αλλάζουν με καμιά ευχή και κανένα ξόρκι . Η βία είναι ούτως ή άλλως η κινητήριος δύναμη της Ιστορίας. Δεν μπορούμε να αποφύγουμε το πρόβλημα , μπορούμε μόνο να του προσθέσουμε ακόμα ένα ερώτημα : Κάτω από ποιες συνθήκες η απελευθερωτική βία μεταστρέφεται στο αντίθετό της ; 
Μέχρι στιγμής όλες οι ανθρώπινες προσπάθειες δεν κατάφεραν να σπάσουν τον φαύλο κύκλο: καταπίεση – εξέγερση – καταπίεση. Η επαναστατική απαίτηση για δικαιοσύνη δεν ικανοποιείται παρά σπάνια και πρόσκαιρα . 
Η εξέγερση ηττάται στο πιο κρίσιμο σημείο της , στο σημείο που αφορά τη μοίρα της ανθρώπινης ελευθερίας . Κάθε προσπάθεια που αποτυχαίνει να φτάσει το στόχο της κατρακυλάει πάντα πιο πίσω από το σημείο αφετηρίας της αξιοποιώντας αρνητικά την αρχική ορμή της : Ο φασισμός απέδειξε πως οι πιο γερές αλυσίδες μας φτιάχνονται από αξίες που στρεβλώνουμε ή προδίδουμε . Ό,τι χάνεται στο ανθρώπινο επίπεδο θα κερδηθεί στο επίπεδο του εκπολιτισμένου κοπαδιού. Πίσω από το στραπατσαρισμένο αίτημα της επικοινωνίας αναδύεται η ειδωλολατρία των δημοσίων σχέσεων και ο ολοκληρωτισμός της διαφήμισης . 
Το αίτημα της συντροφικότητας , καταχωνιασμένο μέσα σε όλα τα δόγματα , παραμορφωμένο μέσα σε όλες τις θρησκείες , διαμαρτυρόμενο μέσα σε όλες τις τέχνες, εξακολουθεί να υπάρχει . 
Η επανάσταση της αγάπης που θα σταματούσε το πανάρχαιο εκκρεμές από το φόνο στη λατρεία κι από τη λατρεία στο φόνο, αντικαθιστώντας την πατρική εξουσία με την αντιεξουσιαστική αδελφοσύνη, αυτή η «τελευταία» επανάσταση αναγγέλθηκε πολλές φορές αλλά το αίμα δεν έπαψε να τρέχει γιατί η αλυσίδα της αδικίας δεν έσπασε ακόμα πουθενά. 
Η άποψη πως κάθε επανάσταση κάποια στιγμή είτε συντρίβεται είτε κρατικοποιείται και στρέφεται εναντίον των ανωνύμων που την έκαναν δεν στοιχειοθετεί μια «μεταφυσική της ιστορίας» αλλά διαπιστώνει μια ιστορική τραγωδία . Η τραγωδία είναι χωρίς κάθαρση και προκύπτει από το γεγονός πως καμιά ρεαλιστική εκτίμηση και καμιά αυτεπίγνωση δεν πείθει τον άνθρωπο να αποσύρει ή να ανακαλέσει τα βαθύτερά του αιτήματα . Αυτό το «παράλογο» στοιχείο δημιουργεί τη δυστυχία και την ανθρωπιά του ανθρώπου . 
 Πολλοί χάθηκαν και πολλοί θα χαθούν ακόμα μπλοκαρισμένοι στο δίλημμα : υποταγή ή αναρχία ; Ο Γκεβάρα προσπάθησε να απαντήσει χωρίς να βγει έξω από την Ιστορία – στερήθηκε την πολυτέλεια της υπεκφυγής και στριμώχτηκε ανάμεσα στο ναι ναι και το ου ου, πιστεύοντας πως η χώρα της ελευθερίας βρίσκεται μέσα στη χώρα της ανάγκης ή δεν βρίσκεται πουθενά . Δεν έζησε αρκετά για να μάθει περισσότερα αλλά ο θάνατός του είναι ίσως η μόνη δυνατή απάντηση σε πολλά πονηρά ερωτήματα . 
Γιατί αν η κιθάρα και το ναρκωτικό στη θέση της γροθιάς και της συνείδησης χαρακτηρίζουν μια εποχή που κληροδοτεί την ελπίδα της επανάστασης στην απελπισία των επαναστατημένων, εντούτοις το σύνθημα «όλη η εξουσία στα λουλούδια» παρά την υπονοούμενη εκρηκτικότητά του παραμένει άκυρο όσο η «επανάσταση των λουλουδιών» δεν ραγίζει καν τα τσιμεντένια παρτέρια που μέσα τους ανθίζει . Η εκλογή του μικρότερου κακού δεν σώζει τις ψυχές μας γιατί το «ούτε με τους λύκους ούτε με τα πρόβατα» δεν ίσχυσε ποτέ και πουθενά ενώ κανείς δε ζει «αθώα» . Δε μας μένει πια παρά να αρνηθούμε την εγκυρότητα κάθε τάξης και αρμονίας αν αυτές προϋποθέτουν τα δάκρυα έστω  και ενός μόνο παιδιού. Η άρνηση αυτή της εγκυρότητας που βρίσκεται στη ρίζα κάθε εξέγερσης αποτελεί το πρώτο κριτήριο της ανθρωπιάς μας – και το τελευταίο της οδόφραγμα . 

 - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - 

Το παράλογο του φασισμού έγκειται στο ότι είναι και δεν είναι μια επανάσταση. Είναι η εκτρωματική επανάσταση που αναδύεται από την ενιαία αθλιότητα θύματος και θύτη , από την υπόγεια συνενοχή τους και συνεννόηση, είναι η επιθετικότητα που έχει διαστραφεί σε «πολιτική». Γιατί ο φασισμός δεν είναι η τρέλα αλλά η αποδοτικότερη χρησιμοποίηση της τρέλας από την πολιτική , δεν είναι η εξέγερση αλλά ο μύθος και η επίκληση της εξέγερσης , δεν είναι ο ατομικιστικός εγωισμός αλλά ο εθνικιστικός εγωισμός επειδή ακριβώς η ατομικότητα δεν υπάρχει παρά σαν ιδεολογική έκφραση μιας οικονομικής πραγματικότητας που συντρίβει το ατομικό . 
Συγχρόνως όμως παράγει το τυποποιημένο πρότυπό του σε όλες τις δυνατές και καταναλώσιμες εκδοχές , από τον μυθολογικό ήρωα της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» στον οικονομικό τομέα , μέχρι τους ήρωες της λαϊκής λογοτεχνίας , του ποδοσφαίρου και της τηλεόρασης . Από αυτήν την άποψη ο φασισμός δεν είναι καθόλου η άρνηση του «πολιτισμού» μας αλλά η ίδια του η ουσία . Δεν είναι το παρελθόν αλλά το μέλλον. 
Είναι η ποιότητα ζωής που διαρκώς χαμηλώνει , η αθλιότητα που μετακομίζει στις πολυκατοικίες , ο επουράνιος θρίαμβος της τσιμινιέρας , η χυδαιότητα που τρέχει με εκατό χιλιόμετρα , οι ανθρώπινες σχέσεις που σαπίζουν , οι κοινότητες που διαλύονται , η βλακώδης απάθεια που κρύβεται πίσω από πολιτικές και ποδοσφαιρικές εξάψεις και ο πνευματικός λήθαργος που περνάει για «πράξη». Ο φασισμός δεν είναι αυτό που πεθαίνει μέσα στα κείμενα που αγαπήσαμε – είναι αυτό που γεννιέται κάθε μέρα μπροστά μας

---------------------------

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ 

Ο αρχιτέκτονας της διώξεως των ανταρτών της Δυτ. Γερμανίας, εισαγγελέας Σ. Μπούμπακ, δολοφονήθηκε χθες στην Καλσρούη από την «Επιτροπή Δράσεως Ουλρίκε Μάινχοφ.» (Οι εφημερίδες, 8-4-77) 

[…]Η πραγματική (και αντιφατική) φύση της Δημοκρατίας είναι αυτή που εκδηλώνεται στο πανικόβλητο και γνησίως αντιδημοκρατικό μένος που κυριεύει τους δημοκρατικούς μόλις πάει να «διασαλευθεί» λίγο η τάξη. Για να μπορεί να υπάρχει η ωραία Δημοκρατία, δεν πρέπει να υπάρχουν οι ανθρώπινες συγκρούσεις. Ένα τζάμι να σπάσει σε κάποια διαδήλωση, οι εθνοπατέρες κουνάνε επιτιμητικά το δάχτυλο στους ατακτήσαντες, και μή, πολίτες : «Καθίστε φρόνιμα, αν θέλετε να έχετε δημοκρατία». Και κανένας δημοκράτης δεν βρέθηκε ποτέ να τους επιστρέψει αυτό το σόφισμα (που είναι και ειρωνεία και χλευασμός και υποκρισία) πετώντας τους κατάμουτρα τη σαρκαστική φράση του Νικολάι Γκόγκολ: «Αγαπάτε μας κι αξύριστους κύριοι, ξυρισμένους μας αγαπάνε κι άλλοι!». 
Γιατί κανένας δημοκράτης δεν ομολογεί ότι το καθεστώς που θέτει το δίλημμα: «Ή εγώ ή τα τανκς» στην πραγματικότητα κυβερνάει ήδη με τα τανκς, είτε αυτά είναι ορατά όπως στη Βαρσοβία και την Άγκυρα, είτε είναι αόρατα όπως στον «ελεύθερο» κόσμο. 
Όσο, τώρα, για τον ισχυρισμό ότι πράξεις όπως αυτές της ομάδας Μάινχοφ δίνουν αφορμή για αντιδημοκρατικές λύσεις, απλώς αντιστρέφει το πρόβλημα . Διότι η πολιτική αυτοδικία δεν αποτελεί την αιτία αλλά το σύμπτωμα του κακού. Όσοι επιμένουν να χρησιμοποιούν το μυαλό τους εις πείσμα των κομμάτων και των εφημερίδων βρίσκονται μπροστά σε αυτά τα ακραία γεγονότα γυμνοί από ιδεολογικές θωρακίσεις , ερμηνείες ή εκλογικεύσεις. Αντιμετωπίζουν το ερώτημα που τους τίθεται χωρίς τις έτοιμες εκείνες απαντήσεις που καταργούν ή απαγορεύουν το ερώτημα . 
Και το ερώτημα είναι : από πού βγαίνουν όλοι αυτοί οι τρομοκράτες ; Από ποια σκοτάδια απελπισίας πέφτουν αυτοί οι πυροβολισμοί στην καρδιά του άτρωτου Θηρίου που συντρίβει έναν έναν τους μάταιους αντάρτες ; Άθλιες και πονηρές φυλλάδες , ακάθαρτες και μίσθαρνες φυλλάδες θολώνουν τα νερά για να ψαρέψουν την εκδοχή που τους βολεύει : έτσι γεννήθηκε ο ερμαφρόδιτος όρος «αναρχοφασισμός». Μόνο που φασίστες δεν φτάνουνε ποτέ στα λευκά κελιά και στα εκτελεστικά αποσπάσματα των δημοκρατιών. Φτάνουν μονάχα το πολύ πολύ μέχρι τους προθαλάμους των πταισματοδικείων ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που μπαίνουν ένδοξοι και λαμπροί στο ανάκτορο της Δημοκρατίας. 
Κι ενώ οι φασίστες παίζουνε το φασισμό που τους ζητάει να παίζουν η δημοκρατία , οι «τρομοκράτες» εξοντώνονται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη , σε όλα τα καθεστώτα με όλους τους τρόπους . Δολοφονούνται , συκοφαντούνται , στραγγαλίζονται , φτύνονται , σκυλεύονται , χρησιμοποιούνται – απαγορεύονται στην ίδια μας τη σκέψη . Πεθαίνουν άδοξοι ή παραμορφωτικά ένδοξοι , μουγκοί ή γελοιοποιημένοι , «ήρωες» ή «κακοποιοί» […] 
 Ποιες είναι λοιπόν αυτές οι μαυρισμένες ψυχές που καμιά εκκλησία , κανένα κόμμα δεν τις θέλει και καμιά ποίηση δεν τις χωράει ; «Αναρχικοί» και «τρομοκράτες», κομμάτια μοναξιάς που σφαδάζουν μέσα σε σιδερένια δάχτυλα και σκοτώνουν εν αμύνη – μόνο που η άμυνά τους είναι παράνομη γιατί καμιά άμυνα δεν είναι νόμιμη εναντίον του Κράτους: Εφημερίδες , παπάδες , δημ(ι)οκράτες , και «κομμουνιστές» τους τσακίζουν τα ανυπάκουα κόκαλα . Κι αυτοί κάνουν το μόνο που τους απομένει . Σκοτώνουν και σκοτώνονται . Ζωσμένοι χειροβομβίδες πέφτουν κάτω από τα «σοσιαλιστικά» τανκς , πυροβολούν φανατικούς ιεροεξεταστές του Ισλάμ και υπαλληλοποιημένους βασανιστές των ΗΠΑ , ανατινάζουν τα ανθρώπινα ρομπότ αλλά όχι και τη γενική αδιαφορία . 

Είναι οι τελευταίοι πριν από την έλευση του Παγκόσμιου Παραδείσου όπου το Κράτος δεν θα χρειάζεται πλέον τη Βία . Όσο το Κράτος είναι υποχρεωμένο να φυλακίζει και να σκοτώνει σημαίνει πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι . 

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου 
 «Η έσχατη στράτευση» 

«Έχουμε δύσκολα μπροστά μας. Θα φάμε γερές θάλασσες, και δεν είμαστε μαθημένοι. Θα μάθουμε ή δε θα μάθουμε. Το ζήτημα είναι να μη βρεθούμε μετανάστες σ’ ένα ξένο μέλλον - ας είναι φτωχό, μα δικό μας. Η παγκόσμια χούντα του χρήματος "αναδιαμορφώνει" ισοπεδωτικά, μέσα σε άτεγκτα, αδιαπραγμάτευτα, προκρούστεια καλούπια τη ζωή και τα πρόσωπα των αιχμαλώτων της. …Έχουμε δύσκολα μπροστά μας. Ν’ αλλάξουμε, αλλά χωρίς ν’ αλλοιωθούμε – να ξηλώσουμε οι ίδιοι την κουλτούρα της σπατάλης που μπαζώνει τη ζωή μας με σκουπίδια πολυτελείας, να ξαναδώσουμε αξία σε ό,τι αξίζει. Να διεκδικήσουμε την άμμο απ' το τσιμέντο, να Ξαναμπούμε κάποτε σεβαστικά στο κύμα, να σβήσουμε την ψώρα απ' τη φύση. Έχουμε δύσκολα. να διεκδικήσουμε την καρτερία απ' τη μιζέρια. Να τραβήξουμε κουπί. Εντάξει. 
Μα μήπως πρέπει πρώτα να πετάξουμε κάποιους στη θάλασσα;» 

---------------------------------------------------- 

«…Ο συγκεκριμένος φασισμός, αυτός που πέρασε από μια ορισμένη στιγμή της ιστορίας, δεν πρόκειται να ξαναφανεί ποτέ πια με το ίδιο ακριβώς πρόσωπο. Το δράμα συνεχίζεται αλλά οι μάσκες που χρησιμοποιήθηκαν πετάχτηκαν στην αποθήκη του θεάτρου ή κατέληξαν στραπατσαρισμένες στα χέρια των παιδιών που θέλουν να παίξουν το δικό τους ρόλο με ξένα προσωπεία. Ο φασισμός που θα έλθει δεν θα λέγεται πια φασισμός».

10.1.19

Επιμέλεια:Τρύφων Λιώτας

Τι είναι μια ποίηση που δε σώζει έθνη και λαούς; Μια συμπαιγνία με τα επίσημα ψέματα, αναγνώσματα για δευτεροετείς φοιτήτριες, ένα τραγούδι μεθυσμένων που όπου νάναι θα τους κόψουν το λαιμό… 
Αναζήτησα την καλή ποίηση χωρίς να το γνωρίζω. Ανακάλυψα αργά τη σωτήρια λειτουργεία της, αυτό με σώζει, μόνον αυτό...  
ΤΣΕΣΛΑΦ ΜΙΛΟΣ 1911 - 2004 

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ 
Κύριε , μου άρεσε η μαρμελάδα φράουλα 
και η σκοτεινή γλύκα ενός γυναικείου κορμιού. 
Μου άρεσε ακόμα η παγωμένη βότκα, η ρέγγα σε ελαιόλαδο 
κι οι μυρωδιές κανέλλας και γαρύφαλλου. 
Τι είδους προφήτης λοιπόν θα μπορούσα να γίνω; 
Γιατί το πνεύμα να επισκεφθεί έναν τέτοιο άνθρωπο; 
Είχαν άλλοι άνθρωποι σειρά πολύ πιο φερέγγυοι. 
Εμένα ποιος να με εμπιστευτεί; Είδαν … 
Πως αδειάζω τα ποτήρια , πως ρίχνομαι στο φαγητό 
και πως παρατηρώ λαίμαργα το λαιμό της σερβιτόρας. 
Είμαι γεμάτος ελαττώματα και το ξέρω. 
Ποθώ το μεγαλείο όπου κι αν βρίσκεται, 
κι όμως σε μια στιγμή διορατικότητας 
κατάλαβα τι έχει μείνει για ασήμαντους ανθρώπους 
σαν και μένα: 
Οι γιορτές των σύντομων ελπίδων, 
η συνέλευση των αλαζόνων, 
το πρωτάθλημα των καμπούρηδων: η λογοτεχνία. 

Ο Τσέσλαφ Μίλος απεβίωσε σε ηλικία 93 ετών στην Κρακοβία και τάφηκε στον εκεί ναό της Σκάουκα, ένας από τους τελευταίους που τάφηκαν εκεί. Διαδηλωτές απείλησαν να διακόψουν την πομπή της κηδείας με αιτιολογία ότι ήταν αντι-Πολωνός και ότι είχε υπογράψει ψήφισμα που υποστήριζε την ελευθερία του λόγου και συναθροίσεως των ομοφυλόφιλων.

ΜΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΔΡΟΜΟΣ

Ads Place 970 X 90


ΕΛΛΑΔΑ

ΚΟΣΜΟΣ

MAGAZINO