Προσφατα
.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τρύφων Λιώτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τρύφων Λιώτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31.10.20

Άρθρο του Darren Allen​ 
Μετάφραση: Τρύφων Λιώτας 
 
Πολλοί άνθρωποι θα ήθελαν να επιστρέψουν στον «κανονικό» κόσμο που είχαμε πέρυσι, ο «κανονικός» κόσμος στον οποίο η φύση δεν έπαιζε κανένα ρόλο, στον οποίο η πλήρης, υποτελής εξάρτηση από τα ιδρύματα ήταν προϋπόθεση για κάθε παραγωγική δραστηριότητα, στον οποίο τα παιδιά φυλακίστηκαν για τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια της ζωής τους σε ένα μικρό, άσχημο δωμάτιο με ενήλικες επ’ αμοιβή για να τους αναγκάζουν να κάνουν πράγματα που δεν θέλουν να κάνουν, στον οποίο μια μικροσκοπική έγχρωμη φούσκα υπεραφθονίας έπεσε πάνω σε ένα παγκόσμιο εργοστάσιο ανείπωτης δυστυχίας που απαιτούσε μια ζωή άσκοπης αλλοτριωτικής δραστηριότητας, που ονομάζεται «εργασία», για να κερδίσει μόνο αρκετή ελευθερία ώστε να καταναλώσει τα άσχημα αντικείμενα που πέρασε όλη του τη ζωή φτιάχνοντας μισώντας το κάθε λεπτό της, στον οποίο η αγάπη δεν έπαιξε κανένα ουσιαστικό ρόλο, ή η αλήθεια ή η ομορφιά. 
Αυτός ο κόσμος της βάναυσης ασχήμιας, απόλυτα και τέλεια απρόσβλητος από την ποιότητα και τον πολιτισμό, αποτελούμενος από άθλιους ανθρώπους τόσο στραγγισμένους από χαρά, τόσο αποκομμένους από την ανθρώπινη φύση, τόσο εντελώς εξημερωμένους, που πέρασαν σαράντα χρόνια είτε ανεβαίνοντας έρποντας το βουνό των περιττωμάτων που ονομάζεται «καριέρα», είτε καταναλώνοντας παθητικά τα κεντρικά χορηγούμενα ναρκωτικά που ονομάζονται «διασκέδαση» σαν να έχουν κάποιο νόημα. Αυτό ήταν «κανονικό». 
 
Είναι αλήθεια, ότι τώρα ο κόσμος έχει μετατραπεί σε μια κλειστή φυλακή υψίστης ασφαλείας στο οποίο υποτίθεται ότι αλληλοεπιδρούμε μεταξύ μας μόνο μέσω κεντρικά ελεγχόμενων βιντεο-οθόνων, ό,τι λίγα είχαμε αφήσει από τον πολιτισμό, την ελευθερία, την αίσθηση της ανθρώπινης ζωής και, για τους φτωχούς, την ικανότητα προσκόλλησης με τα νύχια στη σκιά της ζωής για μερικές ακόμη δυσάρεστες στιγμές έχουν, ή πρόκειται να εξαλειφθούν εντελώς˙ και είναι αλήθεια ότι η σε μεγάλο βαθμό δυστοπία του Huxley στην οποία ζούσαμε πριν από λίγους μήνες αφαιρεί τη μάσκα της για να αποκαλύψει μια σε μεγάλο βαθμό δυστοπία του Orwell˙ είναι σίγουρα αλήθεια ότι όσοι επέτρεψαν και συνεχίζουν να επιτρέπουν σε όλα αυτά να συμβαίνουν είναι πειθήνιοι δειλοί˙ και είναι αλήθεια ότι όλα αυτά είναι τρομακτικά. Αλλά δεν είναι αλήθεια ότι η ζωή το 2019 ήταν φυσιολογική και δεν είναι αλήθεια ότι πρέπει να επιστρέψουμε σε αυτόν τον «κανονικό» κόσμο. 
 
Επειδή δεν είναι φυσιολογικό να ζεις σε έναν κόσμο από τσιμεντένιους κύβους φτιασιδωμένο με παραινέσεις για να αποκτήσεις προϊόντα που θα σε δηλητηριάσουν. Δεν είναι φυσιολογικό να εξαναγκάζουμε μια τεράστια ναρκωμένη μάζα να καταναλώνει παθητικά ένα κεντρικά διαχειριζόμενο υπερ-διεγερτικό θέαμα. Δεν είναι φυσιολογικό να μην έχεις καμία σχέση με τη φύση εκτός από λίγες μέρες περιπάτου σε ένα πάρκο. Δεν είναι φυσιολογικό να μην έχεις καμία σχέση με τους γείτονές σου, να ζεις μακριά από την οικογένειά σου, στην πραγματικότητα πολύ μακριά από όλα τα πράγματα που χρειάζεσαι, μπορώντας μόνο να τα φτάσεις με ένα αργό, εξαντλητικό, σύρσιμο σε δηλητηριώδη σοκάκια παγιδευμένα σ’ ένα μικρό μεταλλικό κουτί. 
Και δεν είναι φυσιολογικό να αναγκάζεσαι σε μια πλήρως εξημερωμένη εξάρτηση από ένα απέραντο τεχνοκρατικό σύστημα για την κάθε ανάγκη σου˙ για το φαγητό σου, την υγεία σου, την ασφάλειά σου, για τη διατήρηση της κατοικίας σου και τη ευστάθεια του νου σου. 
 
Αυτά τα πράγματα δεν είναι φυσιολογικά. Είναι ανώμαλα. Είναι αφύσικο, εξωπραγματικό και τρελό, το λιγότερο επειδή υπάρχουν σε έναν μεταμοντέρνο κόσμο, που μπαίνει σε τεράστιο κόπο για να πείσει τους πολίτες του ότι δεν υπάρχει πράγματι κάτι τέτοιο όπως η κανονικότητα, ή η φύση ή η πραγματικότητα ή η λογική˙ ότι αυτά τα πράγματα είναι υποκειμενικές ψευδαισθήσεις. 
Είναι αληθινά και σχεδόν απουσιάζουν από τη «σύγχρονη» ανθρώπινη ζωή όχι μόνο για ένα χρόνο (από την αρχή του lockdown), όχι μόνο για σαράντα χρόνια (από την αρχή του τελευταίου σταδίου του καπιταλισμού), όχι μόνο για τετρακόσια χρόνια (από την αρχή του καπιταλισμού), αλλά για δέκα χιλιάδες χρόνια˙ από την αρχή του πολιτισμού. Οι ρίζες της ανωμαλίας πηγαίνουν σχεδόν αμέτρητα βαθιά, γεμάτα σε βάθος πέντε χιλιάδες˙ και το να σπαταλάς το χρόνο σου στα κλαδιά δεν θα κάνει απολύτως καμία διαφορά. 
 
Ο λόγος για τον οποίο κανείς δεν μπορεί να σκεφτεί μια έξοδο από την ταχεία μας ολίσθηση σε έναν τρόμο που ούτε καν οι μεγαλύτεροι συγγραφείς μας θα μπορούσαν να φανταστούν, είναι επειδή προσπαθούν να ξεφύγουν από μια δυσάρεστη δυστοπία σε μια πιο άνετη. 
Η λύση στο πρόβλημα των παιδιών που τρελαίνονται μέσω της δέσμευσής τους, στο σπίτι, σε ηλεκτρονικές συσκευές που έχουν σχεδιαστεί για να τα εθίζουν σε έναν απολίτιστο σκουπιδότοπο, δεν είναι να τα στείλουν πίσω σε ένα ίδρυμα που έχει σχεδιαστεί για να τα εθίσει στις υπηρεσίες επαγγελματιών μεσαζόντων πληρωμένων για την επιβολή κυριαρχίας βλακωδών καθηκόντων που δεν έχουν άλλη χρήση από την αποτελεσματικότερη λειτουργία ενός συστήματος που αντιμετωπίζει τους ανθρώπους σαν αναλώσιμους σβώλους καύσιμου ξύλου. 
Η λύση στο πρόβλημα του να μην είσαι σε θέση να δεις έναν γιατρό εκτός αν κερδίσεις μια παράξενη λαχειοφόρο αγορά που επιτρέπει πέντε λεπτά χρόνου οθόνης με έναν καλά καταρτισμένο λειτουργό ενός πρόσφατα εξελισσόμενου κόσμου βιο-φασισμού, δεν είναι να επιστρέψεις σε έναν κόσμο μέσα στον οποίο εξαιρετικά θεσμοθετημένοι διανομείς ναρκωτικών πληρώνονται για να σου στερήσουν την ικανότητα να φροντίζεις τον εαυτό σου και να σε στέλνουνε, διορθωμένο και έτοιμο να συνεχίσεις να παράγεις, πίσω σε ένα εργαστήριο που σε κάνει αυτομάτως να αρρωστήσεις ξανά. 
Η λύση στις φρικαλεότητες μιας τεχνολογικής – ολοκληρωτικής φαινομενικής ζωής με συνεχή παρακολούθηση και επιτήρηση, μιας εφιαλτικής τεχνητής τάξης σπαραξικάρδιας ψηφιακής μοναξιάς, δεν είναι να επιστρέψεις σε έναν αυτοδιαχειριζόμενο τεχνοκρατικό κόσμο με συνεχή, άσκοπη, χωρίς σκέψη, επέκταση, πρόοδο και κατανάλωση και, κατά συνέπεια, συνεχή καταστροφή της φύσης, της συνείδησης, της ευθυμίας, της παραδοσιακής κοινωνικότητας, της ελευθερίας και της συναδελφικότητας. 
 
Το 2019 ζούσαμε σε έναν εντελώς ανώμαλο κόσμο, μια χιλιετή θανατηφόρα αίρεση που είχε καταλάβει τα μυαλά σχεδόν όλων των ανθρώπων στον πλανήτη Γη. 
Δεν υπήρχε πραγματική χαρά πουθενά, ούτε άγρια ​​φύση - εκτός από διακοπές για πλούσιους ανθρώπους – και χωρίς πραγματική κουλτούρα - η τελευταία ανάσα της συλλογικής ιδιοφυΐας είχε ήδη εκπνεύσει πριν από σαράντα χρόνια. Αυτός είναι ο λόγος που ήταν, και είναι, εξαιρετικά εύκολο να πείσει τον κόσμο να κλειδωθεί σε μια παγκόσμια διαδικτυακή φυλακή. 
Όλοι ήταν ήδη στη φυλακή, ήταν ήδη κοινωνικά απομακρυσμένοι και είχαν ήδη καλύψει με μάσκες τα πρόσωπά τους. Ένα πρόσχημα για την εμφάνιση αυτών των εκ των πραγμάτων περιορισμών ως πραγματικότητα δεν ήταν σχεδόν καθόλου απαραίτητο, ούτε είναι απαραίτητο για όσους κατέχουν και διαχειρίζονται το μηχάνημα να ανησυχούν υπερβολικά για εξέγερση, βλέποντας ότι οι κρατούμενοι απλώς φωνάζουν για λίγο περισσότερη ώρα στην αυλή, λίγο πιο πολύ ώρα στην καντίνα και ίσως ένα Διάσημο Άτομο να έρθει και να τους δείξει πώς να μαγειρεύουν. 
 
Όχι ότι το 2019 ήταν χειρότερο από το 2020, φυσικά δεν ήταν. Είναι αυτονόητο ότι προτιμούσα τον κόσμο που είχαμε πριν από ένα χρόνο από αυτόν που έχουμε σήμερα. Ακόμα κι αν έχω θεωρήσει από καιρό ότι ο πολιτισμός είναι νεκρός, θα προτιμούσα έναν κόσμο στον οποίο θα μπορούσα ελεύθερα να διαλέξω από τα κόκαλά του. Παρόλο που πάντα θεωρούσα τα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω μου ως φρικτές μάσκες, θα προτιμούσα τη ζωή χωρίς φίμωτρα. 
Παρόλο που μισούσα πάντα το νόμο, θα προτιμούσα να μην έχω την ενόχληση του να πρέπει να είμαι συνεχώς και εμφανώς ανυπάκουος. Παρόλο που οι επαγγελματικές τάξεις μου φέρνουν υπαρξιακή δυσεντερία, η ζωή ήταν καλύτερη όταν η ανυπακοή των ηθικών-υγειονομικών αιτημάτων τους δεν ισοδυναμούσε με φόνο. Και παρόλο που το West Reading (ΣτΜ.: κωμόπολη στις ΗΠΑ, της πολιτείας της Πενσυλβανίας ), όπου μένω, ήταν ζοφερή, το προτιμούσα όταν ο στρατός των ζόμπι στο δρόμο τους για την επόμενη απόπειρα αυτοκτονίας τους ήταν γεμάτος με παμπ, ποδοσφαιρικούς αγώνες και πολυκινηματογράφους. 
Ναι, προτιμώ να έχω μαλακούς φρουρούς φυλακής, οι οποίοι είναι πιο εύκολο να παρακαμφθούν, παρά λέιζερ τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίοι ξεπαστρεύουν αυτόματα τη διαφωνία˙ και προτιμώ να μένω σε ένα κελί φυλακής με παράθυρο από ένα χωρίς. Αλλά εξακολουθεί να είναι φυλακή. 
 
Δεν θα υπάρξει διέξοδος από την τελική κατάβαση στις τελικές φρίκες του πολιτισμού όσο τα ανθρώπινα μυαλά παραμένουν εξ ολοκλήρου καθορισμένα από τα όρια του πολιτισμού˙ από τους εθισμούς, τους φόβους και τους δικαιολογητικούς μύθους που κατασκευάζει. 
Θα δούμε μόνο μια ουσιαστική εξέγερση, που πραγματικά θα λειτουργήσει, όταν η ζωή είναι τόσο ανυπόφορη που μόνο η απόλυτη εξέγερση έχει νόημα, όταν οι αδύναμες φιλοδοξίες που μας έχουν αλυσώσει σε αυτήν την άθλια παράσταση σκιών - ωραία μικρή δουλειά, ωραίο μικρό σπίτι, ωραία λίγη φήμη, λίγες πιστώσεις μετρητών - θεωρηθούν ως τα επαναστατικά καταπραϋντικά που είναι πραγματικά˙ όταν η «εκπαίδευση» και «διασκέδαση» και «υγεία» και «ασφάλεια» του κόσμου αποκαλυφθούν ως μηχανισμοί θανάτου. Τότε θα συμβούν δύο πράγματα. 
Οι περισσότεροι άνθρωποι θα τρελαθούν τελείως, και θα κάνουν κομμάτια τη ζωή τους και τη ζωή μας, ενώ μερικοί άνθρωποι θα βρουν μια αρετή που πηγάζει από μέσα τους και που απουσιάζει από την ανθρώπινη συνείδηση ​​για πάρα πολύ καιρό˙ την αφοβία. 
 
Είμαστε όλοι δειλοί, εκπαιδευμένοι από τη γέννηση για να ανησυχούμε για απώλεια, θάνατο, αβεβαιότητα και αλλαγή˙ και γι' αυτό το σύστημα συνεχίζει να κερδίζει. 
Μερικοί από εμάς αρνούνται να φορέσουν μάσκες, και αρνούνται να κλειδωθούν, και αυτά είναι όλα καλά, αλλά τίποτα δεν θα αλλάξει μέχρι να αρνηθούμε να εργαστούμε, να αρνηθούμε να συνδεθούμε ηλεκτρονικά για την κοινωνία και την αλληλεγγύη, να αρνηθούμε την κεντρική διαχείριση της διασκέδασης, να αρνηθούμε την επαγγελματική κυριαρχία των κοινών, να αρνηθούμε τα ενοίκια και τους φόρους, να αρνηθούμε την περιουσία (που σημαίνει κλεμμένη γη και κατάλληλους πόρους, όχι πράγματα που κατέχουν άτομα και κοινότητες), να αρνηθούμε τα σύνορα, να αρνηθούμε πινακίδες, να αρνηθούμε διαφημίσεις, να αρνηθούμε διαχειριστές, να αρνηθούμε γιατρούς, να αρνηθούμε κυβερνήσεις, να αρνηθούμε δασκάλους, να αρνηθούμε ιερείς , να αρνηθούμε τη μεταρρύθμιση, να αρνηθούμε τη δημοκρατία, να αρνηθούμε αναφορές και να αρνηθούμε διαμαρτυρίες. Αρνηθείτε ολόκληρο το πολιτισμένο σύστημα. 
Όταν αρνούμαστε να υπακούσουμε τον πολιτισμό, τότε η ζωή θα αλλάξει. 
 
Και μπορώ να αρνηθώ τον πολιτισμό μόνο όταν αρνούμαι αυτό που τον έχτισε και αυτό που τον στηρίζει ο εγωιστής, αυτο-ενημερωμένος, εαυτός. Το απομονωμένο διανοητικό-συναισθηματικό ρομπότ που πήρε τον έλεγχο της ανθρώπινης ζωής στην αρχή της ιστορίας και έχει περάσει τις τελευταίες 300 γενιές ανυψώνοντας την εικόνα του ως το απόλυτα εξωπραγματικό, απόλυτα εθιστικό, απόλυτα φρικτό θέαμα στο οποίο όλοι έχουμε παγιδευτεί. 
Μέχρι να ξεπεραστούν ο εαυτός και ο κόσμος και τα δύο θα γίνονται όλο και πιο οδυνηρά, όπως και η ζωή, ανεξάρτητα από τους αξιολύπητους συμβιβασμούς που κάνουμε, ανεξάρτητα από το πώς μετακινήσουμε τα έπιπλα των φόβων και των εθισμών μας για να παραμείνουμε «υγιείς» και «ασφαλείς» ενώ το πλοίο βυθίζεται, ανεξάρτητα από το τι κάνουμε για να κρατήσουμε τη μοναδική, φοβερή αλήθεια της ζωής μακριά από τη σκέψη μας˙ ότι όλοι μας, μηδενός εξαιρουμένου, θα πεθαίνουμε. 
 
Αυτός ο κόσμος χτίστηκε για να εξωθήσει το θάνατο από το μυαλό μας. Στο τέλος του κόσμου, όπου τώρα υπάρχουμε, ο θάνατος έχει εξοβελιστεί τόσο μακριά από την εμπειρία που φαίνεται λιγότερο πραγματικός από όνειρο˙ στην πραγματικότητα, μόνο στα όνειρα και τις ιστορίες είναι που εμφανίζεται. Το έχουμε εξωθήσει από την ουσιαστική συνομιλία, το έχουμε εξωθήσει από την καθημερινή ζωή, το έχουμε εξωθήσει, κυριολεκτικά, από τους τόπους διαμονής μας και το έχουμε εξωθήσει από τη συνειδητή εμπειρία μας, η οποία βασίζεται σε μια λατρεία της νεολαίας, του φωτός, της απόκτησης δύναμης, φήμης, χρήματος και κτήσεων, μιας κοσμικής ύπαρξης που θα συνεχίσει να διαιωνίζεται, επ' αόριστον. 
Παρόλο που πηγαίνουμε σε κηδείες, μιλάμε για θάνατο, αστειευόμαστε για αυτό μερικές φορές και παρακολουθούμε ταινίες στις οποίες οι άνθρωποι δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να πεθαίνουν, ζούμε σαν να ζούμε για πάντα. Όταν ακούμε ότι κάποιος πέθανε, είμαστε έκπληκτοι. Νεκρός!; Τι!; Πώς είναι αυτό δυνατόν!; Εννοώ ότι κάθε ζωντανό πράγμα στη γη πεθαίνει, αλλά δεν περίμενα ποτέ να συμβεί σ’ αυτόν! Σ’ αυτήν! 
 
Είναι αυτή η άρνηση του θανάτου και ο συνακόλουθος φόβος για βρωμιά, ασθένειες, χάος, απώλεια, διαταραχή, σκατά και αίμα που βρίσκεται, τουλάχιστον εν μέρει, στη ρίζα της τυφλής συμμόρφωσης του κόσμου με τη «νέα κανονικότητα». 
Αυτός είναι ο λόγος που οι μεσαίες τάξεις ηγήθηκαν της προσπάθειας να μας τυλίξουν όλους σε αντισηπτική μεμβράνη, επειδή έχουν λιγότερη σχέση με το θάνατο - με αβεβαιότητα, με απώλεια, με λάσπη και πόνο - από αυτούς που κουμαντάρουν˙ αν και είμαστε όλοι μεσαία τάξη τώρα, τουλάχιστον στη Δύση, όλοι τρομοκρατημένοι από την προοπτική να ζήσουμε για έξι μήνες λιγότερο, να τρώμε ένα ελαφρώς ρυτιδωμένο μήλο, να μυρίζουμε έναν άνθρωπο ή να ζούμε σε έναν κόσμο όπου τα πράγματα αποσυντίθενται μπροστά στα μάτια μας. Μέχρι να αλλάξει αυτό, θα μας σύρουν από τις μύτες μας στο νέο εικονικό νοσοκομείο-φυλακή, μέχρι να αντιμετωπίσουμε το θάνατο που δεν θα ζήσουμε. 
 
Ο φόβος του θανάτου δεν είναι φυσικά η πλήρης εικόνα. Η βαθιά υπακοή του εξημερωμένου ανθρώπου και η παθολογική προσκόλληση στις ενσταλαγμένες πεποιθήσεις συμπληρώνει την υπόλοιπη εικόνα (αν και αυτά σχετίζονται επίσης με τον φόβο του κενού) και, για άλλη μια φορά, εξηγεί γιατί οι μεσαίες τάξεις ήταν εκείνες που ήταν πιο ενθουσιώδεις στο να βάλουν τα πρόσωπά τους κάτω από τις αρβύλες που πλησίαζαν. 
Εκτός από το να ζουν στα πιο άνετα κελιά του νέου παγκόσμιου κλειδώματος, είναι μαζοχιστές όπου έχει σημασία˙ στο σχολείο και στην εργασία, μέσω των οποίων, παρά τις εκδηλώσεις ανυπακοής, ανέρχονται και ευημερούν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι Επίσημοι Ριζοσπαστικοί της αριστεράς, που είτε είναι μεσαίας τάξης είτε έχουν τη νοοτροπία της μεσαίας τάξης, έχουν βήμα, παρά τη θορυβώδη ανησυχία για τον Julian Assange, τους Παλαιστινίους και το περιβάλλον, είναι ουσιαστικά και σχεδόν αμετάκλητα υπάκουοι, υποτακτικοί και καλοί. Μπορείτε να φτάσετε στη σκηνή μόνο γονυπετείς. 
 
Προς την Κανονικότητα 
Τα καλά νέα δεν είναι απλώς ότι είναι δυνατόν να αντιμετωπίσουμε το θάνατο και να αρνηθούμε τους περιορισμούς, είναι δυνατόν να το κάνουμε σήμερα, τώρα. Στην πραγματικότητα ήταν πάντα δυνατό. Δεν είναι πλέον πιο δύσκολο να εγκαταλείψει κάποιος τους φόβους και τις προσκολλήσεις του τώρα από ότι ήταν το 2019. Δεν είναι πιο δύσκολο να αρνηθείς τον πολιτισμό σήμερα από ότι ήταν το 1979 ή το 1779. Δεν είναι πιο δύσκολο να ζεις σήμερα σαν να έχει έρθει η ώρα σου από ότι όταν αλυσοδεθήκαμε για πρώτη φορά στην Ουρ (ΣτΜ. Η αρχαιότερη πόλη της ιστορίας κοντά στις εκβολές του Ευφράτη. Ιδρύθηκε περίπου το 3800 π.Χ)
Στην πραγματικότητα, αν μη τι άλλο, είναι ευκολότερο - όπως είναι ευκολότερο να σταματήσετε μια βάναυση σχέση στην οποία ακόμη και η προσποίηση της αγάπης έχει εκπέσει. Μπορεί να χρειαστεί λίγος καιρός πριν αρκετοί από εμάς είμαστε ελεύθεροι να ενωθούμε για να κάνουμε μια ουσιαστική υλική διαφορά στον πνευματικό κόσμο, για να χώσουμε ένα παλούκι στη ραγισμένη καρδιά του, αλλά η ουσία της επανάστασης απορρέει από το περιεχόμενό της και αυτή η ουσία δεν είναι στο τέλος του ουράνιου τόξου ή μέσα στην κάλπη, βρίσκεται, όπως μας δίδαξε ένας από τους πρώτους κρατούμενους του σύγχρονου κόσμου, ο Φραντς Κάφκα, κουλουριασμένη στα πόδια μας. 
 
Δεν μιλάω για νεράιδο-ιστορίες αυτοβελτίωσης, έλεγχο του νου μέσω διαλογισμού ή αόριστα αφηρημένα «ω ναι, θα πεθάνω, το ξέρω», αλλά να αντιμετωπίζετε πραγματικά τη δική σας θνησιμότητα - πάντα νωρίτερα από ό, τι νομίζετε - και αυτή των ανθρώπων γύρω σας, περπατώντας πραγματικά μέσα από το δάσος των πινακίδων απαγορεύσεων που όλο και αυξάνονται γύρω μας και πραγματικά απελευθερώνοντας τον εαυτό σας, ή αρχίζοντας να απελευθερώνεστε από τους εθισμούς και τις ψευδαισθήσεις σας, κάθε ένα από τα οποία απαντάται και τροφοδοτείται τώρα από τον κόσμο, κρατώντας σας προσκολλημένους σε αυτό. 
Και δεν μιλάω ούτε για διαμαρτυρίες, αν και αν θέλετε να πάτε και να βρείτε έναν φίλο με αρκετό κουράγιο για να ζήσετε με κάποια αξιοπρέπεια, καλό για σας, ούτε μιλώ για υπογεγραμμένες αναφορές, οι οποίες δεν έχουν καμία απολύτως χρήση, ούτε λέω να ψηφίσουμε έναν καλό διευθυντή, κάποιον που μπορεί να πιέσει μερικά χρήσιμα κουμπιά στη μονολιθική συσκευή βασανιστηρίων που όλοι μας είμαστε δεμένοι. Μιλώ για την απόλυτη άρνηση. 
 
Μιλώ για παραίτηση από τα πάντα, τουλάχιστον όσο καλύτερα μπορείτε. Εκπαίδευση; Ξεχάστε την. 
Καριέρα; Ξεχάστε την. 
Σύνταξη; Ξεχάστε την. 
Βασίζεστε στον κόσμο για οτιδήποτε; Ξεχάστε το! Πορνογραφία, ταινίες υπερ-ηρώων, αφηρημένη τέχνη, «έξυπνα» κινητά, βιντεοπαιχνίδια, κοινωνικά μέσα; Πετάξτε τα στην άκρη. Αυνανιστικές συνήθειες εκδίκησης, ενοχής, απογοήτευσης; Σπάστε τες. 
Φοβάστε να είστε μόνοι; Φοβάστε τους ανθρώπους; Φοβάστε την αγάπη; Φοβάστε τη φύση; Βαρεθήκατε την ανώτερη τέχνη; Βαρεθήκατε από τη σιωπή; Βαρεθήκατε τον έρωτα; Βαριέστε; 
Αυτοί οι κοσμικοί φόβοι και επιθυμίες πρέπει να ξεπεραστούν πριν αλλάξει ο κόσμος που τους ταΐζει. Μόνο με την αύξηση της ατομικής συνείδησης μπορούμε να διαδώσουμε το συλλογικό λόγο (στον πραγματικό κόσμο, όχι στα κοινωνικά μέσα), ή αποτελεσματικά σπίτια-σχολεία, ή εκκίνηση τοπικών νομισμάτων, ή τοπικές ανταλλαγές δεξιοτήτων, ή να εργαστούμε ανεξάρτητα, ή απλά μιλήστε με τους γείτονες. 
Μόνο καταλαμβάνοντας τις για καιρό εγκαταλελειμμένες περιοχές της ατομικής ψυχής μπορούμε να καταλάβουμε την κατάλληλη γη γύρω μας. Μόνο όταν μπορούμε να σταματήσουμε να υπακούμε στον διευθυντή και τον πολιτικό, τον αστυνομικό και τον ιδιοκτήτη μέσα μας, μπορούμε να το κάνουμε χωρίς αυτούς. 
 
Εγκαταλείψτε τη φυλακή που έχετε χτίσει πάνω από τα σπλάχνα σας και μια έξοδος από τη φυλακή που έχουμε χτίσει στη γη θα ανοίξει. Ελευθερώστε το μυαλό σας και τον κώλο σας, ο κώλος μου, ο κώλος όλων, θα ακολουθήσει. Πεθάνετε τώρα και αποφύγετε το συνωστισμό. 
Αυτό είναι κανονικότητα.  
 
 

12.10.20

Τρύφων Λιώτας 
Η ταινία Barry Lyndon (Μπάρι Λίντον) είναι ένα βιογραφικό ιστορικό δράμα του 1975 σε σενάριο, σκηνοθεσία και παραγωγή του Stanley Kubrick (Στάνλεϊ Κιούμπρικ), βασισμένο στο μυθιστόρημα του 1844 του W. Thackeray με τίτλο «Η τύχη του Μπάρι Λίντον». 
 
Η φωτογραφία του φιλμ είναι κάτι πρωτόγνωρο και καινοτόμο: Τα μεγάλα διπλά πλάνα, οι εσωτερικές σκηνές τραβηγμένες εξ’ ολοκλήρου με φωτισμό από κεριά (που είναι γνωστό ότι είναι δύσκολο ακόμα και σε απλή φωτογραφία), ενώ οι εξωτερικές τοποθεσίες είναι βασισμένες σε πίνακες του William Hogarth. 
Η ιστορική περίοδος της ταινίας επέτρεψε στον Κιούμπρικ να ικανοποιήσει την προτίμησή του για την κλασσική μουσική, έτσι η μουσική της ταινίας στο μεγαλύτερο μέρος της περιλαμβάνει Μπαχ, Βιβάλντι, Μότσαρτ, Πεσιέλλο, Χέντελ και Σούμπερτ. 
Η ταινία κέρδισε τέσσερα Όσκαρ: Καλύτερης Μουσικής και Προσαρμογής ή Διασκευής, Σχεδιασμό Κουστουμιών, Σκηνοθεσίας και Φωτογραφίας. 
Η ιστορία εξελίσσεται μερικώς κατά τη διάρκεια του Επταετούς πολέμου (1756-1763) αλλά καλύπτει περίπου 40 χρόνια (το δεύτερο μισό του 18 ου αι.) περιγράφοντας τη ζωή ενός φανταστικού ακόλαστου και καιροσκόπου Ιρλανδού στην πορεία ανέλιξης του στην αγγλική αριστοκρατία και στη συνέχεια της πτώσης του. 
Πρόκειται για μια γραφικότατη ιστορία, ταυτόχρονα αστεία και τραγική, όπου ο σκηνοθέτης βασισμένος πάνω στη ζωγραφική εκείνου του αιώνα για τα κουστούμια, τις συνήθειες, το φως και τη φωτογραφία του, και χρησιμοποιώντας την αποστασιοποιημένη και κυνική φωνή ενός αφηγητή μας ανακοινώνει τι θα επακολουθήσει στην περιπετειώδη αλλά αξιοθρήνητη ζωή του αντιήρωά μας – ένα τίποτα που προσπαθεί να γίνει κάποιος. 
Λέει ο σκηνοθέτης για την έρευνα που προηγήθηκε της ταινίας: «Μπορείς να πεις ότι η συσσώρευση πληροφοριών και η έρευνα πριν από ένα έργο μοιάζει λίγο με δουλειά ντετέκτιβ. Στο Μπ. Λίντον, συγκέντρωσα ένα πολύ μεγάλο φάκελο με ζωγραφιές και σχέδια από βιβλία τέχνης. Αυτές οι εικόνες χρησίμευσαν σαν σημείο αναφοράς για όλα όσα χρειάστηκε να φτιάξουμε – ρούχα, έπιπλα, αρχιτεκτονική, οχήματα, εργαλεία, κοκ. Οι ταινίες μπορούν καλύτερα από κάθε άλλη μορφή τέχνης να παρουσιάσουν ιστορικό περιεχόμενο».
Το αποτέλεσμα είναι ένα αριστούργημα, ένα κυνικό, ειρωνικό και συνταρακτικό πορτραίτο ενός κόσμου του οποίου η χλιδή και πολυτέλεια υποκρύπτει το ηθικό κενό του. Ο Μ. Σκορτσέζε έχει δηλώσει: «μέσα από μια αλληλουχία απίστευτης ομορφιάς εικόνων, παρακολουθείς την ανάπτυξη ενός ανθρώπου καθώς εγκαταλείπει την πιο αγνή αθωότητα για την πιο ψυχρή επιτήδευση, καταλήγοντας στην απόλυτη πίκρα – και όλα αυτά λόγω της απλής, στοιχειώδους επιβίωσης. Αλλά είναι πραγματική απάνθρωπη συμπεριφορά, του είδους που βλέπεις καθημερινά στην ευγενική κοινωνία». 
 
Είναι ίσως η λιγότερο γνωστή και πιο παρεξηγημένη ταινία του Κιούμπρικ. Το κοινό σχεδόν αδιαφόρησε το 1975 αλλά από τότε όλο και κερδίζει συμπάθειες με αποτέλεσμα πλέον θα θεωρείται από τις κορυφαίες του δημιουργού της. Τεχνικά άψογη, συναισθηματικά απόμακρη και ανηλεής στις αμφιβολίες της σχετικά με την ανθρώπινη καλοσύνη και διάνοια είναι πραγματικά μια ταινία του Σ. Κιούμπρικ. Μετά από τρεις ταινίες με θέμα το μέλλον «Dr. Strangelove» (1964), «2001: 
Η Οδύσσεια του Διαστήματος» (1968) και το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» (1971) κανένας από το κοινό του δεν περίμενε την επιλογή του για το παρελθόν. Κι όμως η εμπειρία που μας προσφέρεται έχει να κάνει και πάλι με το μέλλον: είναι σαν να βρισκόμαστε σε μια κάψουλα που ταξιδεύει πίσω στο χρόνο. 
 
Επίσης είναι αλήθεια ότι η ταινία είναι αργή σε σχέση με το σύγχρονο κινηματογράφο, όμως πως αλλιώς μπορείς να εκτιμήσεις και να απολαύσεις τα πλάνα – ζωγραφιές που σου προσφέρει και πως αλλιώς θα βρεις το χρόνο να στοχαστείς πάνω στη ζωή και τη μοίρα ακόμα και των πιο δυνατών ανθρώπων της τότε περιόδου (της αγγλικής αριστοκρατίας) η οποία υπόκειται στις μεταβολές και τα βάσανα της τύχης. Μιας τύχης της οποίας όμως έχουμε μια εντελώς εσφαλμένη εικόνα: ο συγγραφέας γράφει στις σελίδες του μυθιστορήματος: 
«…ο Μπαρι Λίντον είναι ένας χαρακτήρας χωρίς αρχές ίσως ο μεγαλύτερος της ιστορίας, και καθώς το κοινό θα επιμείνει στο να προσθέσει ένα ηθικό δίδαγμα σε τέτοιες ιστορίες, παρακαλούμε εδώ μετά τιμής να ανακοινώσουμε ότι θεωρούμε ότι το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας του Μ. Λίντον, είναι ότι η επίγεια επιτυχία δεν είναι με κανένα τρόπο συνέπεια αρετής˙ ότι αν μερικές φορές διαθέτει ειλικρίνεια, πολύ συχνότερα αποκτιέται με ιδιοτέλεια και κατεργαριά˙ και ότι ο θυμός μας όταν βλέπουμε απατεώνες να ευημερούν και καλούς ανθρώπους συχνά άτυχους, είναι βασισμένος σε μια χυδαία και παράλογη ιδέα του τι πραγματικά είναι καλή τύχη». 

Ένα άλλο στοιχείο της ταινίας είναι η υποκειμενικότητά της: δεν βλέπουμε απλά μια ταινία του Κιούμπρικ, βλέπουμε την άποψή του για τον κόσμο εκείνης της εποχής χωρίς ιδεαλισμούς και συναισθήματα. Ας μην ξεχνάμε ότι μετά τον «Σπάρτακο» (1960) δεν ξαναδημιούργησε πρωταγωνιστικό ρόλο βασισμένο σε αυτά τα κίνητρα. 
 
Η απουσία συναισθημάτων και ηθικού προσανατολισμού του «ήρωα» καθώς και η ψυχρή αφήγηση με την αφαίρεση του στοιχείου της εκπλήξεως σε συνδυασμό με τα αργά μεγάλα πλάνα ίσως να ευθύνεται για τη μέτρια υποδοχή της από κοινό και κριτικούς εκείνη την εποχή. Για την έκπληξη ο ίδιος ο σκηνοθέτης σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του έχει δηλώσει: «Είναι μια ιστορία που δεν βασίζεται στο στοιχείο της έκπληξης. Αυτό που είναι σημαντικό δεν είναι τι θα γίνει αλλά πως θα γίνει. Νομίζω ότι και ο Thackeray αντάλλαξε το πλεονέκτημα της έκπληξης για να κερδίσει μια μεγαλύτερη αίσθηση αναπότρεπτου και μια καλύτερη ενσωμάτωση στοιχείων που αλλιώς θα φαινόντουσαν μελοδραματικά ή επινοημένα. 
Γνωρίζοντας από πριν την επικείμενη καταστροφή η έκπληξη φανερώνεται αλλά στη θέση της δημιουργείται αγωνία». Ενώ για τον «ήρωα» στην ίδια συνέντευξη έχει πει: “O Thackeray το ονόμαζε «ένα μυθιστόρημα χωρίς ήρωα». Ο Μπάρι είναι αφελής και αμόρφωτος. Το κίνητρό του είναι μια αδίστακτη φιλοδοξία για πλούτο και κοινωνική θέση. Αυτό αποδεικνύεται ως ένας ατυχής συνδυασμός ιδιοτήτων που τελικά θα οδηγήσει σε μεγάλη κακοτυχία και δυστυχία τόσο τον ίδιο όσο και τους γύρω του ανθρώπους. 
Τα αισθήματα σας για τον Μπάρι είναι αναμεμιγμένα αλλά διαθέτει γοητεία και θάρρος, και είναι αδύνατον να μην τον συμπαθήσετε παρά τη ματαιοδοξία του, την αναισθησία του και τις αδυναμίες του. Είναι ένας πολύ αληθινός χαρακτήρας που δεν είναι ούτε ο συμβατικός ήρωας ούτε ο συμβατικός κακός». 
Προσωπική μου άποψη είναι ότι όταν μιλάμε για τέχνη στον κινηματογράφο δεν γίνεται να μην σκεφτούμε αυτόματα αυτήν την ταινία. Κάντε τη χάρη στον εαυτό σας και παρακολουθήστε την.

9.5.20

Τρύφων Λιώτας 
Hopi (Χόπι): φυλή ινδιάνων της Αμερικής στη ΒΔ Αριζόνα, επιζούν περίπου 10.000. Το όνομά τους θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «ειρηνικά ανθρωπάκια». Αλλά είναι μια έννοια βαθιά ριζωμένη στη θρησκεία τους, την πνευματικότητα και τις απόψεις τους πάνω στην ηθική. Το να είσαι Χόπι σημαίνει να προσπαθείς να φτάσεις αυτήν την έννοια που περιλαμβάνει μια κατάσταση απόλυτου σεβασμού και ευλάβειας για όλα τα πράγματα, το να είσαι σε ειρήνη με αυτά. 

Κoyaanisqatsi (Κογιανισκάτσι): Ζωή / ύπαρξη χωρίς ισορροπία, ταραχώδης, μια κατάσταση στην οποία απαιτείται αλλαγή τρόπου ζωής. 

Πρόκειται για ένα διαφορετικό ντοκιμαντέρ, αποτέλεσμα ομαδικής δουλειάς μερικών φίλεργων και τελειομανών καλλιτεχνών. Η σκηνοθεσία είναι του Godfrey Reggio, η μουσική του Philip Glass και κινηματογραφία του Ron Fricke. Γυρισμένο μεταξύ 1975 και 1982, χωρίς ηθοποιούς, σενάριο, πλοκή ή διαλόγους το διαφορετικό είναι μάλλον λίγο για να το περιγράψει. 
Όμως τα εξαιρετικά πλάνα, η απίστευτη μουσική υπόκρουση και το «δέσιμο» με τις ιδέες του Reggio καταφέρνει να κλέψει απόλυτα την προσήλωση του ήρεμου θεατή και ως ανταμοιβή να του κοινωνήσει μια νέα γλώσσα αλλά και να του δώσει μια οπτική του κόσμου που μπορεί ίσως τώρα να αποτελεί λίγο ή πολύ, μέρος του συλλογικού υποσυνείδητου αλλά 40 χρόνια πριν ήταν σαν να κοιτάς τον κόσμο για πρώτη φορά. 

87 λεπτά εικόνες και μουσική με θέμα τη φύση, την τεχνολογία και τις ζωές μας, που αναγκάζουν το θεατή σε συμμετοχή αλλά του αφήνουν όλη την ελευθερία και το χρόνο να διαλογιστεί πάνω σε αυτό που βλέπει, να δημιουργήσει τους δικούς του συνειρμούς και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα ανάλογα με τα πιστεύω του και τις εμπειρίες του. Ταυτόχρονα θα μάθει πολλά για την ίδια του την ζωή. Θα συγκινηθεί και θα αναρωτηθεί για την ανθρωπότητα, τους ρυθμούς της, τις σχέσεις της πριν και τώρα με τη φύση και την τεχνολογία. Τι άλλο να ζητήσει κανείς από ένα καλό ντοκιμαντέρ; 

Στο πρώτο μισό της παρατηρούμε κυρίως τη φύση. Τα τρία βασικά στοιχεία της ζωής: Γη, Αέρας και Νερό. Τα συστατικά που κάνουν εφικτή τη ζωή πάνω σε αυτό τον πλανήτη. Και μετά η Φωτιά: ο άνθρωπος και οι παρεμβάσεις του στη φύση. Συνήθως βίαιες και σε αντίθεση με τον τρόπο της φύσης, μπορούν να συνοψιστούν σε βουνά που ανατινάζονται, φωτιές που καταβροχθίζουν, πυρηνικές δοκιμές, κατεδαφίσεις κτηρίων, αύξηση πληθυσμού και τα παρεπόμενα που χρειάζεται αυτός για να συνεχίσει να καταναλώνει. Μποτιλιαρίσματα, αυτοματοποίηση στην παραγωγή αυτοκινήτων και τροφής, δαιδαλώδη συστήματα δρόμων που σε γρήγορη κίνηση μοιάζουν με αρτηρίες, εικόνες από το διάστημα όπου βλέπουμε τις απαστράπτουσες πολιτείες να μεταμορφώνονται σε κυκλώματα υπολογιστών. Την ροή της κίνησης της ζωής ενός αμέτρητου πλήθους ανίδεου και χωρίς συναίσθηση απέναντι σε όλα πλην του εαυτού του και της ικανοποίησης των επιθυμιών του. 

Ο ίδιος ο σκηνοθέτης έχει κάνει μερικά διευκρινιστικά σχόλια (οι σημειώσεις στις παρενθέσεις και οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): 
«Αυτό που θέλησα να μεταδώσω με την ταινία είναι ότι υφίσταται μια μεταφορά όλης της φύσης, του φυσικού μας περιβάλλοντος ως ξενιστή για την ανθρώπινη κατοίκηση, σε ένα τεχνολογικό περιβάλλον σε μια μαζική τεχνολογία ως περιβάλλον. Αυτά τα ντοκιμαντέρ (σσ. Το παρόν ντοκιμαντέρ αποτελεί το πρώτο μέρος της τριλογίας του G. Reggio) ποτέ δεν είχαν σκοπό να δείξουν τα αποτελέσματα της βιομηχανικής τεχνολογίας στον άνθρωπο. Αυτό που φιλοδοξούσαν να καταδείξουν είναι ότι όλα πολιτική, εκπαίδευση, οικονομική συγκρότηση, κρατική συγκρότηση, γλώσσα, κουλτούρα και θρησκεία, όλα αυτά υπάρχουν μέσω της φιλοξενίας τους από την τεχνολογία. Δεν είναι λοιπόν τα αποτελέσματα, είναι ότι όλα υπάρχουν μέσω αυτής. Δεν είναι ότι χρησιμοποιούμε την τεχνολογία είναι ότι τη ζούμε. Έχει γίνει τόσο πανταχού παρούσα όσο ο αέρας που αναπνέουμε. Έτσι λοιπόν δεν έχουμε πια συνείδηση της παρουσίας της». 
«Αφαίρεσα την πλοκή, το σχολιασμό, τους ηθοποιούς και γενικά ότι χρησιμοποιείται ως προσκήνιο και προσπάθησα να αναδείξω τα στοιχεία που κυριαρχούν στο υπόβαθρο (μουσική και φόντο) για να αποδώσω αυτό που υπάρχει σήμερα – τώρα. Αυτό ήταν το υποκείμενο της παρατήρησής μου. Βλέπουμε την κίνηση σαν γεγονός. Βλέπουμε την επιτάχυνση, την πυκνότητα σαν ιδιότητες ενός τρόπου ζωής που δεν τον παρατηρούμε αλλά συνεχίζουμε να βιώνουμε χωρίς να αναρωτιόμαστε. Ο ανεξέταστος βίος είναι σαν να ζεις σε θεοκρατία.» 
«Δεν ήθελα η ταινία να έχει όνομα. Δεν ήθελα γιατί δε σύναδε με το σκεπτικό της ταινίας αλλά κυρίως γιατί το απερίγραπτο, το ακατονόμαστο δεν μπορεί να αποδοθεί με μία λέξη. Δεν ήθελα η εικόνα μιας λέξης να συνδεθεί με όλο το ντοκιμαντέρ. Επίσης η απουσία της γλώσσας δεν οφείλεται σε μια απέχθεια προς αυτή (σσ. το επάγγελμά του ήταν καθηγητής) αλλά επειδή η γλώσσα μας βρίσκεται σε μια κατάσταση πλήρους ταπείνωσης γιατί δεν περιγράφει πλέον τον κόσμο που ζούμε
Γι’ αυτό όταν υποχρεώθηκε να διαλέξει πρώτο του μέλημα ήταν να διαλέξει μία που δε θα είχε κανένα πολιτισμικό υπόβαθρο, καμία από πριν ιδιαίτερη ερμηνεία. Όταν ανακάλυψε τη γλώσσα των Χότι είδε ότι ό,τι λέγαμε εμείς κανονικό αυτοί το λέγανε αφύσικο, ό,τι λέγανε αυτοί τρελό εμείς το λέγαμε λογικό. Ήταν μουσική στ’ αυτιά μου», λέει χαρακτηριστικά. 

Στην ερώτηση για τι πράγμα μιλά η ταινία είναι αφοπλιστικός: 
«Μιλά για την ομορφιά που προκαλεί δέος και για την άσχημη ομορφιά ή την ομορφιά του τέρατος. Δε θέλησα όμως να δώσω την προφανώς αρνητική πλευρά της τεχνολογίας: πολέμους, κοινωνικό αποκλεισμό, ανισότητες και αδικίες. ‘Ήθελα να τονίσω ακριβώς τα σημεία για τα οποία είμαστε πιο υπερήφανοι. Το γυαλιστερό τέρας μας, ο τρόπος ζωής μας.» 

Την ταινία μπορείτε να την παρακολουθήσετε εδώ: 

2.5.20

Τρύφων Λιώτας
Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο «Ο πλανήτης των ανθρώπων» του Jeff Gibbs σε παραγωγή του Michael Moore. Οι γνώστες θα παρατηρήσατε ότι οι ρόλοι του γνωστού δίδυμου εδώ έχουν αντιστραφεί. Έτσι ο συνήθης γλαφυρός κυνισμός του Moore εδώ αντικαθίσταται από τον πεσιμισμό της διαλυμένης ψευδαίσθησης – πεποίθησης του Gibbs σχετικά με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Μια ψευδαίσθηση που πολλοί από εμάς μοιραζόμαστε βασισμένοι σε «ευγενικά» συναισθήματα και ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον της ανθρωπότητας, χωρίς τη συμμετοχή της λογικής βασισμένη σε δεδομένα και μιας βαθύτερης σκέψης που ψάχνει τη ρίζα των προβλημάτων. 

Το ντοκιμαντέρ χωρίζεται άτυπα σε 4 μέρη: 
α) Μια σύντομη ιστορική αναδρομή από την πρώτη φωνή διαμαρτυρίας ως την επανάσταση της «πράσινης» ενέργειας με την ενεργή συμμετοχή του σκηνοθέτη. 
β) Όλος ο δρόμος του ως την τελική διάλυση της ψευδαίσθησης του. 
γ) Τους λόγους που πέφτουμε θύματα αυτών των ψευδαισθήσεων.  
δ) Εξετάζει το κίνητρο του κέρδους στους Αμερικανούς που προωθούν αυτήν την ατζέντα. 

Το ντοκιμαντέρ ξεκινά με μια φαινομενικά άσχετη και αδύνατον να απαντηθεί ερώτηση: Πόσο καιρό έχει στη διάθεσή του ακόμα το ανθρώπινο είδος; Και πως είναι δυνατόν να απαντηθεί από το είδος που έχει κυριαρχήσει στον πλανήτη και δεν γνωρίζει την αυτοσυγκράτηση; Πως είναι δυνατόν να γνωρίζει αυτό το ενεργειακό πρεζάκι πότε θα έρθει η ώρα να μας αδειάσει τη γωνιά; 

Το πρώτο κουδουνάκι χτύπησε στη χώρα με την ταχύτερη ανάπτυξη το 1958 παρακαλώ. 62 χρόνια από τα 250 της βιομηχανικής επανάστασης, η οποία άλλαξε εντελώς τις πληθυσμιακές ισορροπίες καθώς και την ενεργειακή εξάρτηση αυτών των ολοένα αυξανόμενων πληθυσμών, είναι πολλά αφήνοντας την ορμή ανεξέλεγκτη για να προκαλέσουν ανυπολόγιστες οικολογικές καταστροφές. Ο πληθυσμός της γης αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης 10 φορές ενώ η κατανάλωση κατά μέσο όρο 10 φορές (φυσικά πολύ παραπάνω στις δυτικές κοινωνίες). Συμπέρασμα: 
Ο ανθρώπινος αντίκτυπος στα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης είναι 100 φορές μεγαλύτερος απ’ όσο όλα τα χρόνια της παρουσίας του ανθρώπου πάνω στη γη. 

Θα γνωρίζετε την εφαρμογή της νυχτερινής θέασης της γης από την google earth. Πολλοί θεωρούν όμορφες αυτές τις λήψεις. Εγώ πάντα τις θεωρούσα αποκρουστικές: ως μια ασθένεια που εξαπλώνεται παντού επάνω στο σώμα της γης. Μετά την κρίση του ΟΠΕΚ τη δεκαετία του 70 όπου μας έδειξε ότι η γη δεν μπορεί να λογαριάζεται για πάντα ως μια αιώνια πηγή ενέργειας ξεκίνησε το κίνημα της «πράσινης ενέργειας». 
Ο σκηνοθέτης όπως κάθε λογικός άνθρωπος που θέλει το καλό του σπιτιού του ακολούθησε το κίνημα από τα πρώτα βήματά του. Σταδιακά όμως άρχισε με άβολες ερωτήσεις και εύστοχες παρατηρήσεις να διαλύει αυτήν την ψευδαίσθηση. Το πρώτο πράγμα που δαιμονοποίησε το νέο κίνημα ήταν το κάρβουνο και τα ορυκτά καύσιμα γενικότερα. Στη θέση του ήρθαν οι «ανανεώσιμες» πηγές ενέργειας (ανανεώσιμες μεν αλλά όχι τα υλικά με τα οποία συλλέγουμε την ενέργεια) και οι «πράσινες» ενέργειες όπως φυσικό αέριο, βιομάζες και αιθανόλη (βιοκαύσιμο). 
Όλα στην ουσία δεν μπορούν να παραχθούν αλλά και να λειτουργήσουν χωρίς ενέργεια από ορυκτά καύσιμα. Δε θα μπω σε λεπτομέρειες και θα αφήσω την εικόνα να μιλήσει από μόνη της. 

Έτσι μετά από όλη αυτή την εξόρυξη, την επεξεργασία, τα ορυκτά καύσιμα που χρησιμοποιούνται για αυτά, τις τοξίνες που παράγονται και την περιβαλλοντολογική υποβάθμιση (και όλα αυτά για να πάρουμε ενέργεια λιγότερη απ’ ότι ξοδέψαμε) τι μένει; Σκουπίδια! Υπάρχουν όμως τα δημοφιλή παραμύθια που σκεπάζουν κάθε φωνή λογικής με την επίμονη και μονότονη επανάληψή τους. Ένα λέει ότι μετά απ’ όλα αυτά θα έχουμε όση ενέργεια θέλουμε τζάμπα αλλά η πραγματικότητα είναι ότι τα περισσότερα αντέχουν 10-20 χρόνια και μετά συνήθως παραμένουν μολύνοντας εκτός από τον πλανήτη και την οπτική μας. 
Ένα άλλο λέει ότι θα μπορέσουμε να τροφοδοτήσουμε με πράσινη ενέργεια όλο τον πλανήτη. Αδύνατον ακόμα και αν χρησιμοποιήσουμε όλες τις 25 διαφορετικές μορφές εναλλακτικής ενέργειας που έχουμε στη διάθεσή μας. Επιπλέον δεν μπορούμε ούτε να την αποθηκεύσουμε. 
Το παράλογο είναι ότι χρησιμοποιούμε όλες αυτές τις μορφές ενέργειας για να μειώσουμε τα ορυκτά καύσιμα, και αυτή είναι μια ερώτηση που ακόμα ο κόσμος δεν έχει ρωτήσει, γιατί φυσικά είναι λογικό o αντικαταστάτης να μειώνει αυτό το οποίο αντικαταστεί. 
Μειώνονται λοιπόν τελικά; Όχι! Σε καμιά περίπτωση δε μπορεί αυτό το μοντέλο να επιμηκύνει τη ζωή του πολιτισμού μας. Είναι βασισμένο στις πιο τοξικές ουσίες που έχουμε ποτέ δημιουργήσει, καταστρέφει τη φύση όχι μόνο με την εξόρυξη και την κλιματική αλλαγή αλλά και κυριολεκτικά, ισοπεδώνοντάς την για να μπορέσει να χτίσει πάνω της αυτές τις τεράστιες κατασκευές. Θυσιάζουμε ζώα, φυτά και γη στο όνομα της «ανάπτυξης». 

Ο Αϊνστάιν κάποτε είχε πει δεν μπορείς να λύσεις ένα πρόβλημα χρησιμοποιώντας τον ίδιο τρόπο σκέψης που το προκάλεσε. Κι όμως σαν ηλίθιοι κάνουμε ακριβώς αυτό, και για να συνεχίσουμε να το κάνουμε απερίσκεπτα, το «μάντρα» που ακούγεται από όλα τα «επίσημα» χείλη είναι ότι η τεχνολογία τελικά θα βρει τη λύση. Και όμως όλες αυτές οι τεχνολογικές λύσεις απλά αυξάνουν το πρόβλημα. 
Παίρνουμε δραστικά μέτρα αντί να κοιτάξουμε την πραγματικότητα κατάματα που είναι ότι οι άνθρωποι βιώνουν όλα τα όρια του πλανήτη μονομιάς. 
Απλά δεν έχουμε τίποτα άλλο πια: η αλιεία έφτασε στο μέγιστο 20 χρόνια πριν, τώρα τρώμε όλο και περισσότερα «καλλιεργημένα ψάρια», το ίδιο και η καλλιεργήσιμη γη (είμαστε δε τόσο εξαρτώμενοι από το βιομηχανικό τρόπο παραγωγής τροφής που αν δεν έχουμε ορυκτά καύσιμα δεν θα έχουμε και να φάμε), ενώ η μόλυνση σε ποταμούς, λίμνες και υπόγεια νερά έχει φτάσει στο απροχώρητο. Τα μικροφύκη είναι η νέα μόδα που θα τα εξαφανίσει και αυτά. Η βιολογία μας διδάσκει ότι όταν ένα είδος μέσα σε ένα οικοσύστημα φτάνει στα όρια του καταρρέει. 
Τελικά παίρνουμε δραστικά μέτρα όχι για να σωθεί ο πλανήτης αλλά για να σώσουμε τον τρόπο ζωής μας. Είναι πραγματικά ανακουφιστικό και αναζωογονητικό να ακούς την παρακάτω άποψη τόσο καλά διατυπωμένη να χτυπά στη ρίζα του προβλήματος: 

Πολύ ενδιαφέρον επίσης είναι και το κομμάτι του ντοκιμαντέρ που αναφέρεται στις αιτίες που δημιουργούν αυτές τις ψευδαισθήσεις. Ο σκηνοθέτης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι εκτός από την πλύση εγκεφάλου με τα ψέματα που επίσημα και δημόσια χείλη επαναλαμβάνουν υπάρχει στην πλειοψηφία του κόσμου μια «Άρνηση του θανάτου» (εξ’ ου και ο τίτλος του κειμένου). Η διαφορά μας από τα υπόλοιπα ζώα είναι ότι έχουμε επίγνωση ότι βρισκόμαστε εδώ και συνεπώς ότι κάποια μέρα δε θα είμαστε. 
Επιπλέον δεν μας αρέσει και πολύ που είμαστε ζώα. Δεν μας αρέσει επίσης καθόλου το γεγονός ότι υπάρχει η πιθανότητα να βγούμε μια μέρα στο δρόμο και να μας χτυπήσει ένας μετεωρίτης. Οπότε τι κάναμε; Από αρχαιοτάτων χρόνων περιβάλλαμε τους εαυτούς μας με ένα πολιτισμικά κατασκευασμένο σύστημα πεποιθήσεων (πείτε το κουλτούρα, πολιτισμό, κοσμοθεώρηση). 
Κάθε ανθρώπινη κοινότητα έχει τέτοιες πεποιθήσεις: μια καταγραφή για την απαρχή του σύμπαντος, κανόνες συμπεριφοράς και ελπίδα για αθανασία κυριολεκτική ή συμβολική. Αλλά τι συμβαίνει όταν βρεθείς με άλλους ανθρώπους που δεν μοιράζονται τις ίδιες πεποιθήσεις; 
Αυτό υπονομεύει την εμπιστοσύνη στις πεποιθήσεις μας εκθέτοντάς μας στο άγχος ότι αυτές οι πεποιθήσεις έχουν κατασκευαστεί ακριβώς για να το εξαλείψουν. Εάν θέλουμε να έχουμε πρόοδο (ό,τι και αν σημαίνει αυτή) ή απλά να εξακολουθήσουμε να υπάρχουμε ως είδος θα πρέπει να αναθεωρήσουμε δραστικά το τι και ποιοι είμαστε, καθώς και τις αξίες μας. 
Εάν δεν έρθουμε αντιμέτωποι με το άγχος του θανάτου και της ζωής μας και δε διατηρήσουμε μια υπενθύμιση του, έχουμε πολύ μεγάλες πιθανότητες να πάρουμε τραγικές αποφάσεις για την κοινωνία. Η μόνη λύση είναι αυτό που είχε πει ο μεγάλος υπαρξιστής A. Camus: «Υπάρχει μόνο μια ελευθερία, να συμβιβαστείς με το θάνατο, μετά από αυτό όλα είναι πιθανά.» 

Πολλά πράγματα δεν καθόμαστε να τα σκεφτούμε βαθιά και έτσι αυξάνει η πιθανότητα να τα πιστέψουμε. Μόνο η γνώση και η συνειδητοποίηση μπορεί να ξεκινήσει την μεταμόρφωση. 
Πρέπει επιτέλους να παραδεχτούμε ότι η ακατάπαυστη ανάπτυξη σε έναν περιορισμένο πλανήτη είναι αυτοκτονία. Η ανθρώπινη παρουσία έχει ήδη ξεπεράσει κατά πολύ τη βιωσιμότητα της. 
Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι είμαστε πάρα πολλοί άνθρωποι που χρησιμοποιούμε πάρα πολλά, πολύ γρήγορα. Μπορεί ένα είδος που έχει κυριαρχήσει σε έναν ολόκληρο πλανήτη να έχει αρκετή ευφυΐα ώστε εθελοντικά να περιορίσει την ίδια την παρουσία του; 
Δεν είναι το μόριο του CO2 που σκοτώνει τον πλανήτη ηλίθιε, είμαστε εμείς. Δεν είναι ένα πράγμα άλλα όλα όσα εμείς οι άνθρωποι κάνουμε. 

 Το ντοκιμαντέρ με αγγλικούς ή γαλλικούς υπότιτλους διατίθεται δωρεάν από το κανάλι του Michael Moore στο youtube: 

17.3.20

Επιμέλεια: Τρύφων Λιώτας 

Το Ανθρώπινο Αφηρημένο 

Ευσπλαχνία δε θα υπήρχε πια 
Αν δεν κάναμε κάποιον Φτωχό 
Και Οίκτος δε θα μπορούσε να υπάρξει 
Αν όλοι ήταν ευτυχισμένοι όπως εμείς. 

Και ο αμοιβαίος φόβος φέρνει ειρήνη, 
Μέχρι να αυξηθούν οι ιδιοτελείς αγάπες: 
Τότε πλέκει η Σκληρότητα μια παγίδα 
Και απλώνει τα δολώματά της με φροντίδα. 

Κάθεται κατάχαμα με ιερούς φόβους 
Και ποτίζει το χώμα με δάκρυα: 
Τότε αρχίζει η Ταπεινότητα να ριζώνει 
Κάτω από τα πόδια του. 

Σύντομα σκεπάζει η ζοφερή σκιά 
Του Μυστηρίου το κεφάλι του, 
Και η Κάμπια και η Μύγα 
Τρέφονται απ’ το Μυστήριο. 

Και γεννά τον καρπό της Απάτης, 
Ρόδινο και γλυκό για φάγωμα, 
Και το Κοράκι φώλιασε 
Στην πιο παχιά σκιά του. 

Οι Θεοί της γης και της θαλάσσης 
Έψαξαν όλη τη Φύση για να βρουν αυτό το Δέντρο, 
Αλλά η έρευνα αποδείχτηκε άκαρπη: 
Φυτρώνει ένα στο Ανθρώπινο Μυαλό.  

Ουίλιαμ Μπλέικ (από τα Τραγούδια της Εμπειρίας) 


Ουίλιαμ Μπλέικ (William Blake,1757-12-1827) 
Ένας από τους σημαντικότερους Άγγλους ποιητές και παράλληλα ζωγράφος, χαράκτης, εικονογράφος, μυστικιστής και οραματιστής. Χαρακτηρίζεται συχνά «προφήτης» της αγγλικής λογοτεχνίας και υπήρξε αναμφισβήτητα ένας από τους πλέον εκκεντρικούς και πολύπλευρους καλλιτέχνες. 
Αν και στην εποχή του χλευάστηκε ως παράφρων, σήμερα αναγνωρίζεται ως ο αυθεντικότερος και πιο εκλεκτός από τους ρομαντικούς ποιητές και θεωρείται μια από τις σημαντικότερες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. 
Είναι κοινή διαπίστωση των μελετητών του πως η αξία του Μπλέικ δεν περιορίζεται μόνο στο γεγονός πως αποτέλεσε έναν αξιόλογο ρομαντικό ποιητή αλλά κυρίως στο ότι κατόρθωσε παράλληλα να δημιουργήσει και να απεικονίσει ένα εξαιρετικά πολύπλοκο προσωπικό μυθολογικό σύστημα. 
Στο τέλος της ζωής του καταπιάστηκε με την εικονογράφηση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη. Ένα από τα σημαντικότερα έργα της ιταλικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας αρχίζει να εικονογραφείται με τρόπο αληθινά μαγικό. 
Ο Μπλέικ πέθανε πριν καταφέρει να ολοκληρώσει την εικονογράφηση της Θείας Κωμωδίας. Παρ' όλα αυτά, η δουλειά που έκανε, είτε πρόκειται για ολοκληρωμένα έργα που αφορούν κεφάλαια του βιβλίου είτε σκίτσα ή ημιτελείς σημειώσεις, αποτελούν ίσως μία από τις σημαντικότερες και πιο ατμοσφαιρικές εικονογραφήσεις που έγιναν ποτέ για κάποιο λογοτεχνικό έργο. 

 

17.3.19

Μετάφραση-επιμέλεια: Τρύφων Λιώτας 

Γεννήθηκε στο Λένινγκραντ το 1940 και ξεκίνησε μόλις 15 χρονών να γράφει ποίηση και να μεταφράζει λογοτεχνία. 'Ηδη στα 17 του ήταν γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους της ΕΣΣΔ ενώ τα γραπτά του δεν ήταν πολιτικού περιεχομένου. Μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες της «Αργυρής Εποχής» στην ποίηση της Ρωσίας , Άννα Αχμάτοβα τον αποκάλεσε το "παιδί θαύμα" της ρωσικής ποίησης. 
Το 1962 γνωρίζει την ζωγράφο Μαριάννα Πάβλοβα Μπασμάνοβα με την οποία έχει ερωτική σχέση και αυτό το πλήρωσε. Με την ζωγράφο ήταν ερωτευμένος ο τότε στενός φίλος του, ποιητής Ντιμίτρι Μπομπύσεφ. Αμέσως ξεκίνησαν τα προβλήματα με το καθεστώς και θεωρήθηκε ευρύτατα ότι ο "φίλος" του Μπομπύσεφ ήταν υπεύθυνος για τη συκοφάντησή του στις αρχές εφόσον δεν μπορούσε να αποκτήσει το αντικείμενο του πόθου του. Το 1964 ο Μπρόντσκι συνελήφθη για "κοινωνικό παρασιτισμό". Στη δίκη που ακολούθησε, καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια υποχρεωτική εργασία σε αναμορφωτικό στρατόπεδο, στην περιοχή του Αρχαγγέλου της βόρειας Ρωσίας. Τελικά εξέτισε μόνο τους είκοσι μήνες. Το 1972 ακολούθησε το δρόμο της εξορίας. Μετανάστευσε στις ΗΠΑ, μετά από σύντομη παραμονή σε Βιέννη και Λονδίνο. Πέθανε στην Νέα Υόρκη το 1996. 

Ομιλία στο Στάδιο 
«Η μυστική μου ομιλία» - δήλωσε ειρωνικά ο Joseph Brodsky για την εναρκτήρια ομιλία του που παρέδωσε σε 2000 αποφοίτους του Πανεπιστημίου του Michigan μαζί με τις οικογένειες και τους φίλους τους, στο Ann Arbor του Michigan, στις 18 Δεκεμβρίου του 1988. 
Τα επόμενα επτά χρόνια η «ομιλία στη στάδιο» δεν δημοσιεύθηκε στην αγγλική γλώσσα - θεωρήθηκε «ακατάλληλη» και «πολιτικά απρεπής», λόγω του «αντιδραστικού» και μάλιστα «ρατσιστικού» χαρακτήρα της. 

Ο απίστευτα μεστός και ποιητικός του λόγος καθώς και η αξία των συμβουλών του, δεν έχασαν τίποτα από τη σημασία και την ομορφιά τους για αποφοίτους του οποιουδήποτε πανεπιστημίου. 

Η ζωή είναι ένα παιχνίδι με πολλούς κανόνες αλλά χωρίς διαιτητή. Κάποιος μαθαίνει πώς να το παίξει, περισσότερο παρατηρώντας παρά παίρνοντας συμβουλές από οποιαδήποτε βιβλίο, συμπεριλαμβανομένου και του Ιερού Βιβλίου. Καμιά έκπληξη, λοιπόν, που τόσοι πολλοί παίζουν βρώμικα, που τόσοι λίγοι κερδίζουν, που τόσοι πολλοί χάνουν. 
Εν πάση περιπτώσει, εάν αυτό το μέρος είναι το Πανεπιστήμιο του Michigan, Ann Arbor, που θυμάμαι, είναι αρκετά ασφαλές να υποθέσω ότι εσείς, οι απόφοιτοι του, είστε ακόμα λιγότερο εξοικειωμένοι με το Καλό Βιβλίο από αυτούς που κάθονταν στα αυτά τα έδρανα, ας πούμε, πριν από 16 χρόνια, όταν αποτόλμησα να έρθω εδώ για πρώτη φορά από πολύ μακριά. 
Στο μάτι μου, στο αυτί και στο ρουθούνι μου, αυτό το μέρος μοιάζει με το Ann Arbor όπως το θυμάμαι. 
Μυρίζει σαν το Ann Arbor (αν και πρέπει να παραδεχτώ ότι τώρα υπάρχει λιγότερη μαριχουάνα στον αέρα και αυτό προκαλεί στιγμιαία σύγχυση για ένα παλιό σπουδαστή του Ann Arbor). Φαίνεται λοιπόν ότι πράγματι είναι το Ann Arbor, όπου πέρασα ένα μέρος της ζωής μου - το καλύτερο μέρος απ’ όσο γνωρίζω - και πού, πριν από 16 χρόνια, οι προκάτοχοί σας ήξεραν ελάχιστα την Αγία Γραφή. 
Αν θυμάμαι τους συναδέλφους μου καλά, αν ξέρω τι συμβαίνει στις πανεπιστημιακές σπουδές σε όλη τη χώρα, αν δεν είμαι απολύτως ανίδεος για τις πιέσεις που ο λεγόμενος σύγχρονος κόσμος ασκεί επάνω τους νέους, αισθάνομαι νοσταλγία για όσους κάθονταν στις καρέκλες σας πριν από περίπου δώδεκα χρόνια, επειδή μερικοί από αυτούς τουλάχιστον μπορούσαν να παραθέσουν τις Δέκα Εντολές ενώ κάποιοι άλλοι να θυμηθούν τα ονόματα των Επτά Θανάσιμων Αμαρτημάτων. Όσο για το τι έκαναν με αυτήν την πολύτιμη γνώση τους αργότερα, ως προς το πώς τίμησαν το παιχνίδι, δεν έχω ιδέα. 
Το μόνο που μπορώ να ελπίζω είναι ότι μακροπρόθεσμα κάποιος είναι σε καλύτερη μοίρα καθοδηγούμενος από κανόνες και ταμπού που δόθηκαν από κάποιον εντελώς ακαθόριστο απ’ ό,τι από τον ποινικό κώδικα και μόνο. 
Δεδομένου ότι ο δρόμος σας είναι πολύ πιθανό να είναι αρκετά μεγάλος και δεδομένου ότι να είστε καλύτερα και να έχετε έναν αξιοπρεπή κόσμο γύρω σας είναι αυτά στα οποία υποθετικά στοχεύετε, καλά θα κάνετε να εξοικειώσετε τον εαυτό σας με αυτές τις εντολές και την λίστα των αμαρτημάτων. Είναι συνολικά μόνο 17 στοιχεία και μερικά από αυτά αλληλεπικαλύπτονται. Φυσικά, μπορείτε να υποστηρίξετε ότι ανήκουν σε μια πίστη με μια σημαντική καταγραφή βίας. Ακόμα κι έτσι όμως, όσο αφορά τα δόγματα, αυτό φαίνεται να είναι πιο ανεκτικό˙ αξίζει την σκέψη σας εάν και μόνο επειδή γέννησε την κοινωνία στην οποία έχετε το δικαίωμα να αμφισβητείτε ή να αρνείστε την αξία της. 
Αλλά δεν είμαι εδώ για να εκθειάζω τις αρετές μιας οποιαδήποτε συγκεκριμένης θρησκείας ή φιλοσοφίας, ούτε για να απολαμβάνω, όπως τόσοι πολλοί φαίνεται να κάνουν, την ευκαιρία να επιτεθώ στο σύγχρονο σύστημα εκπαίδευσης ή σε σας, τα υποτιθέμενα θύματά της. Κατ’ αρχήν δεν σας θεωρώ ως τέτοια. Εξάλλου, σε ορισμένα πεδία, οι γνώσεις σας είναι απείρως ανώτερες από τη δική μου ή από οποιονδήποτε της γενιάς μου. Σας θεωρώ σαν ένα μάτσο νέων, σχετικά εγωιστικών ψυχών, την παραμονή ενός πολύ μακρινού ταξιδιού. Τρέμω μόνο και στη σκέψη του μήκους του, και αναρωτιέμαι με τι τρόπο θα μπορούσα να σας είμαι χρήσιμος.
Ξέρω κάτι για τη ζωή που θα μπορούσε να σας βοηθήσει ή να έχει επίδραση πάνω σας, και αν ναι, υπάρχει τρόπος να σας μεταδώσω αυτήν την πληροφορία; 
Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι, υποθέτω, ναι - όχι τόσο επειδή ένα άτομο της ηλικίας μου έχει δικαίωμα να σας ξεπεράσει σε πονηριά σε ένα υπαρξιακό σκάκι, γιατί, κατά πάσα πιθανότητα, έχει κουραστεί από πάρα πολλά από τα πράγματα που εσείς εξακολουθείτε να επιδιώκετε. (Μόνο και μόνο αυτή η κούραση είναι κάτι που θα πρέπει να συμβουλεύεται στους νέους ως μια ιδιότητα επακόλουθη και των δύο πιθανοτήτων: της επιτυχίας και της αποτυχίας τους˙ αυτό το είδος γνώσης μπορεί να ενισχύσει την απόλαυση του πρώτου όπως και να απαλύνει την επίδραση του τελευταίου). Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, πραγματικά αναρωτιέμαι. Το παράδειγμα των προαναφερθέντων εντολών μπορεί να αποθαρρύνει οποιονδήποτε εναρκτήριο ομιλητή, διότι οι ίδιες οι Δέκα Εντολές ήταν μια αναφορά έναρξης - κυριολεκτικά, πρέπει να πω. Αλλά υπάρχει ένας διάφανος τοίχος μεταξύ των γενεών, μια εικονική κουρτίνα, αν θέλετε, ένα διάφανο βέλο που δεν επιτρέπει σχεδόν καμία διέλευση εμπειρίας. Στην καλύτερη περίπτωση, μόνο μερικές συμβουλές. 
Σχετικά, λοιπόν, με αυτό που πρόκειται να ακούσετε ως κορυφές (σσ. λογοπαίγνιο στα αγγλικά tips είναι οι συμβουλές αλλά και οι κορυφές) – από μερικά παγόβουνα, αν επιτρέπεται να το θέσω έτσι, όχι από το όρος Σινά. Δεν είμαι ο Μωυσής, ούτε είστε βιβλικοί Εβραίοι˙ αυτά είναι μερικά τυχαία ορνιθοσκαλίσματα γραμμένα σε ένα κίτρινο σημειωματάριο κάπου στην Καλιφόρνια - όχι πάνω σε πλάκες. 
Αγνοήστε τα αν θέλετε, αμφιβάλετε αν πρέπει, ξεχάστε τα αν δεν μπορείτε να τα συγκρατήσετε: δεν υπάρχει τίποτα το επιτακτικό σχετικά με αυτά. Κι αν κάποια από αυτά σας χρησιμεύσουν τώρα ή στο μέλλον, θα χαρώ. Αν όχι, η οργή μου δεν θα φτάσει σε εσάς. 

1.) Τώρα, και στο χρόνο που θα είστε, νομίζω ότι θα σας ωφελήσει να προσπαθείτε να είστε ακριβείς με τη γλώσσα σας. Προσπαθήστε να χτίσετε και να συμπεριφέρεστε στο λεξιλόγιό σας με τον τρόπο που θα συμπεριφέρεστε στον λογαριασμό καταθέσεών σας. Δώστε του κάθε προσοχή και προσπαθείτε να αυξήσετε τα κέρδη σας. 
Ο σκοπός εδώ δεν είναι να αυξηθεί η ευγλωττία της κρεβατοκάμαράς σας ή η επαγγελματική σας επιτυχία - παρόλο που και αυτά μπορούν να είναι συνεπακόλουθα - ούτε να σας μετατρέψει σε καλλιεργημένους των σαλονιών. 
Ο σκοπός είναι να αρθρώσετε τον εαυτό σας όσο το δυνατόν πληρέστερα και ακριβέστερα˙ με μια λέξη, ο σκοπός είναι η ισορροπία σας. Διότι η συσσώρευση πραγμάτων που δεν έχουν ειπωθεί, δεν είναι σωστά αρθρωμένα, μπορεί να οδηγήσει σε νεύρωση. Σε καθημερινή βάση, πολλά συμβαίνουν στον ψυχισμό του ατόμου˙ ο τρόπος έκφρασης κάποιου, ωστόσο, παραμένει συχνά ο ίδιος. Η άρθρωση υστερεί σε σχέση με την εμπειρία. Αυτό δεν ταιριάζει καλά με την ψυχή. Τα συναισθήματα, οι αποχρώσεις, οι σκέψεις, οι αντιλήψεις που παραμένουν ανώνυμες, ανίκανες να εκφραστούν και ανικανοποίητες με προσεγγίσεις, συσσωρεύονται στο εσωτερικού του ατόμου και μπορεί να οδηγήσουν σε ψυχολογική έκρηξη ή κατάρρευση. 
Για να αποφευχθεί αυτό, δεν χρειάζεται να μετατραπείτε σε βιβλιοφάγους. Αρκεί κάποιος απλά να αποκτήσει ένα λεξικό και να διαβάζει στην ίδια καθημερινή βάση - και, κατά διαστήματα, βιβλία ποίησης. Τα λεξικά, ωστόσο, έχουν πρωταρχική σημασία. Υπάρχουν πολλά απ’ αυτά γύρω μας˙ μερικά από αυτά πωλούνται ακόμη και με μεγεθυντικό φακό. Είναι σχετικά φτηνά, αλλά ακόμα και το πιο ακριβό μεταξύ αυτών (αυτό με τον μεγεθυντικό φακό) κοστίζει ασύγκριτα λιγότερο από μια απλή επίσκεψη στο ψυχίατρο. Εάν πρόκειται να επισκεφθείτε έναν, τουλάχιστον να πάτε με τα συμπτώματα ενός εθισμένου στα λεξικά. 

2.) Τώρα, και στο χρόνο που θα είστε, προσπαθήστε να είστε ευγενικοί με τους γονείς σας. Αν αυτό ακούγεται πολύ κοντά στο "Τιμά τη μητέρα σου και τον πατέρα σου" για ανακούφισή σας, ας είναι έτσι. Το μόνο που προσπαθώ να πω είναι να μην επαναστατείτε εναντίον τους, διότι, κατά πάσα πιθανότητα, θα πεθάνουν πριν από εσάς, έτσι ώστε να μπορείτε να γλιτώσετε τους εαυτούς σας τουλάχιστον αυτήν την πηγή ενοχής, αν όχι της λύπης. 
Αν πρέπει να επαναστατήσετε, επαναστατήστε ενάντια σε εκείνους που δεν είναι τόσο εύκολο να βλάψετε. Οι γονείς είναι ένας πολύ κοντινός στόχος (το ίδιο, παρεμπιπτόντως, είναι τα αδέλφια ή οι σύζυγοι)˙η απόσταση είναι τέτοια που δεν μπορείτε να αστοχήσετε. 
Η εξέγερση κάποιου ενάντια στους γονείς του, παρόλα τα δεν-θα-πάρω-ούτε-μια-δεκάρα-από-σας, είναι ουσιαστικά ένα εξαιρετικά αστικό είδος εξέγερσης, διότι παρέχει στον αντάρτη την απόλυτη άνεση, σε αυτή την περίπτωση, διανοητική άνεση: την άνεση των πεποιθήσεων κάποιου. Όσο αργότερα εισαχθείς σ’ αυτό το μοτίβο, τόσο αργότερα γίνεσαι ένας διανοητικός αστός˙ ήτοι, όσο περισσότερο παραμένεις δύσπιστος, αμφίβολος, διανοητικά άβολος, τόσο το καλύτερο για σένα. 
Από την άλλη πλευρά, φυσικά, αυτή η δουλειά του ούτε-μια-δεκάρα έχει πρακτικό νόημα, γιατί οι γονείς σου, κατά πάσα πιθανότητα, θα σου κληροδοτήσουν όλα όσα έχουν, και ο επιτυχημένος επαναστάτης θα καταλήξει με όλη την περιουσία άθικτη - με άλλα λόγια, η εξέγερση είναι μια πολύ αποτελεσματική μορφή εξοικονόμησης. Ο τόκος, ωστόσο, είναι συντριπτικός, θα το χαρακτήριζα, χρεοκοπία. 

3.) Προσπαθήστε να μην δίνετε πολύ αξία στους πολιτικούς - όχι τόσο επειδή είναι ηλίθιοι ή ανέντιμοι, περιπτώσεις που συμβαίνει να ισχύουν πιο συχνά από το να μην ισχύουν, αλλά εξαιτίας του μεγέθους της δουλειάς τους, η οποία είναι πολύ μεγάλη ακόμα και για τους καλύτερους μεταξύ αυτών, απ’ αυτό ή εκείνο το πολιτικό κόμμα, το δόγμα, το σύστημα ή ένα σχέδιο αυτών. Το μόνο που όλοι αυτοί ή αυτά μπορούν να κάνουν, στην καλύτερη περίπτωση, είναι να μειώσουν ένα κοινωνικό κακό, όχι να το εξαλείψουν. Δεν έχει σημασία πόσο ουσιώδης μια βελτίωση μπορεί να είναι, ηθικά μιλώντας θα είναι πάντα αμελητέα, επειδή θα υπάρχουν πάντα εκείνοι - ας πούμε, ένα μόνο άτομο - που δεν θα ωφεληθεί από τη βελτίωση αυτή. 
Ο κόσμος δεν είναι τέλειος˙ η Χρυσή Εποχή δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει ποτέ. Το μόνο πράγμα που πρόκειται να συμβεί στον κόσμο είναι ότι θα γίνει μεγαλύτερος, ήτοι, πιο πυκνοκατοικημένος, ενώ δεν θα αυξηθεί σε μέγεθος. 
Ανεξάρτητα από το πόσο δίκαια ο άνθρωπος που έχετε εκλέξει έχει υποσχεθεί να κόψει την πίτα, αυτή δεν θα αυξηθεί σε μέγεθος˙ στην πραγματικότητα, οι μερίδες υποχρεωτικά θα γίνουν μικρότερες. Υπό το πρίσμα αυτό - ή, μάλλον, υπό τη σκιά του – θα πρέπει να βασιστείτε στη δική σας μαγειρική στο σπίτι, που σημαίνει, να διαχειρίζεστε τον κόσμο εσείς οι ίδιοι – τουλάχιστον το μέρος αυτού που βρίσκεται κοντά σας, στην ακτίνα σας. 
Ωστόσο, κάνοντας αυτό, πρέπει επίσης να προετοιμαστείτε για τη αποκαρδιωτική συνειδητοποίηση ότι ακόμα και αυτή η δική σας πίτα δεν θα είναι αρκετή˙ πρέπει να προετοιμαστείτε ότι το πιο πιθανό είναι να γευματίσετε τόσο σε απογοήτευση όσο και σε ευγνωμοσύνη. Το πιο δύσκολο μάθημα που πρέπει να μάθετε εδώ είναι να είστε σταθεροί στην κουζίνα, αφού σερβίροντας αυτήν την πίτα έστω και μια φορά έχετε δημιουργήσει αρκετές προσδοκίες. 
Ρωτήστε τον εαυτό σας αν μπορείτε να αντέξετε μια σταθερή προσφορά αυτών των πιτών, ή αν θα προτιμούσατε να στοιχηματίσετε σ’ έναν πολιτικό; 
Όποια και αν είναι η έκβαση αυτής της ενδοσκόπησης – όσο κι αν νομίζετε ότι ο κόσμος μπορεί να ποντάρει στη μαγειρική σας - μπορείτε να ξεκινήσετε αμέσως, επιμένοντας ότι αυτές οι εταιρείες, τράπεζες, σχολεία, εργαστήρια και όλα αυτά, στα οποία θα εργάζεστε και των οποίων οι χώροι θερμαίνονται και γυαλίζονται αδιαλείπτως ούτως ή άλλως, να επιτρέπουν την διαμονή στους άστεγους για τη νύχτα, τώρα που είναι χειμώνας. 

4.) Προσπαθήστε να μην ξεχωρίζετε, προσπαθήστε να είστε σεμνοί. Υπάρχουν πολλοί από εμάς όπως έχουν τα πράγματα, και θα υπάρξουν πολλοί περισσότεροι, πολύ σύντομα. Έτσι, η αναρρίχηση στο προσκήνιο είναι βέβαιο ότι θα γίνει εις βάρος των άλλων που δεν θα σκαρφαλώσουν. Ότι αναγκαστικά θα πρέπει να πατήσετε τα δάχτυλα του ποδιού ενός ατόμου δεν σημαίνει ότι πρέπει να καβαλήσετε και τους ώμους του. 
Εξάλλου, το μόνο που θα δείτε από εκείνο το σημείο υπεροχής είναι η ανθρώπινη θάλασσα, καθώς και όσους, όπως εσείς, έχουν αναλάβει μια εξίσου εμφανή - και επομένως επίσης πολύ επισφαλή - θέση: αυτών που αποκαλούνται πλούσιοι και διάσημοι. Συνολικά, υπάρχει πάντα κάτι λίγο το απαράδεκτο στο να είσαι καλύτερα από αυτούς που μοιάζεις, και όταν αυτοί που τους μοιάζεις ανέρχονται σε δισεκατομμύρια, τότε αυτό είναι πολύ περισσότερο. 
Σε αυτό πρέπει να προστεθεί ότι οι πλούσιοι και οι διάσημοι των ημερών μας, επίσης, είναι σε πλήθη, ότι εκεί πάνω στην κορυφή υπάρχει συνωστισμός. Έτσι, εάν θέλετε να γίνετε πλούσιοι ή διάσημοι ή και τα δύο, οπωσδήποτε προχωρήστε, αλλά μην νομίσετε ότι αυτό είναι τα πάντα. To να ποθείτε αυτό που κάποιος άλλος έχει σημαίνει ότι απεμπολείτε τη μοναδικότητά σας˙ και από την άλλη, φυσικά, διεγείρει τη μαζική παραγωγή. 
Αλλά καθώς περνάτε μέσα από τη ζωή μόνο μια φορά, το μόνο λογικό είναι να προσπαθήσετε να αποφύγετε τα πιο προφανή κλισέ, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμένων εκδόσεων. Η ιδέα της αποκλειστικότητας, σας υπενθυμίζω, επίσης απεμπολεί τη μοναδικότητά σας, για να μην αναφέρουμε ότι συρρικνώνει την αίσθηση της πραγματικότητας που έχετε στο ήδη επιτευγμένο. Πολύ καλύτερα από το να ανήκετε σε οποιαδήποτε ομάδα είναι να συνωστίζεστε με τα πλήθη αυτών που, δεδομένου του εισοδήματός τους και της εμφάνισής τους, αντιπροσωπεύουν - τουλάχιστον θεωρητικά - απεριόριστη δυνατότητα. 
Προσπαθήστε να είστε περισσότερο σαν αυτούς παρά σαν εκείνους που δεν τους μοιάζουν˙ προσπαθήστε να φοράτε γκρι. Μιμητισμός είναι η υπεράσπιση της ατομικότητας και όχι η παράδοσή της. Θα σας συμβούλευα να χαμηλώσετε και τη φωνή σας, αλλά φοβάμαι ότι θα νομίζετε ότι το παρατραβάω. Ακόμα, να έχετε κατά νου ότι υπάρχει πάντα κάποιος δίπλα σας, ένας γείτονας. 
Κανείς δεν σας ζητάει να τον αγαπήσετε, αλλά προσπαθήστε να μην τον βλάψετε ή να τον ενοχλήσετε πολύ˙ προσπαθήστε να πατήσετε προσεκτικά τα δάκτυλα του˙ και αν τύχει και ποθήσετε τη γυναίκα του, θυμηθείτε τουλάχιστον ότι αυτό αποδεικνύει την αποτυχία της φαντασίας σας, την δυσπιστία σας - ή την άγνοια σας - στις απεριόριστες δυνατότητες της πραγματικότητας. 
Στη χειρότερη περίπτωση, προσπαθήστε να θυμηθείτε από πόσο μακριά – από τα αστέρια, από τα βάθη του σύμπαντος, ίσως από την άλλη άκρη του – ήρθε αυτή η παράκληση να μην το κάνετε, όπως και αυτή η ιδέα του να αγαπάς το γείτονά σου όπως τον εαυτό σου. Ίσως τα αστέρια να γνωρίζουν περισσότερα για τη βαρύτητα, καθώς και για τη μοναξιά, από ό, τι εσείς˙ αφού είναι μάτια που λαχταρούν. 

5.) Με κάθε τρόπο προσπαθήστε να αποφύγετε να απονείμετε στον εαυτό σας την κατάσταση του θύματος. Από όλα τα μέρη του σώματός σας, να είστε στη μέγιστη επαγρύπνηση για το δείκτη σας, διότι είναι διψασμένος για κατηγορίες. Ένα δάχτυλο που δείχνει είναι το σήμα κατατεθέν του θύματος - το αντίθετο του σημείου V (σσ. του νικητή) και ένα συνώνυμο του παραδίνομαι. Ανεξάρτητα από το πόσο αποτρόπαια μπορεί να είναι η κατάστασή σας, προσπαθήστε να μην κατηγορήσετε τίποτα και κανέναν: την ιστορία, το κράτος, τους ανωτέρους, τη φυλή, τους γονείς, τη φάση της σελήνης, την παιδική ηλικία, την ανατροφή κοκ. 
Το μενού είναι απέραντο και ανιαρό, και μόνο αυτή η απεραντοσύνη και η ανία πρέπει να είναι αρκετά προσβλητικές για να κάνουν την νοημοσύνη κάποιου να διαλέξει από αυτό. Τη στιγμή που ρίχνετε το φταίξιμο κάπου, υπονομεύετε την αποφασιστικότητά σας να αλλάξετε οτιδήποτε˙ θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι ο διψασμένος για κατηγορία δείκτης ταλαντεύεται τόσο μανιασμένα, διότι η αποφασιστικότητα δεν ήταν ποτέ αρκετή εξ’ αρχής. 
Εξάλλου, η κατάσταση του θύματος έχει τη γλυκύτητά της. Προστάζει συμπόνια, απονέμει διακρίσεις και ολόκληρα έθνη και ήπειροι λιάζονται στα σκοτάδια των διανοητικών εκπτώσεων που διαφημίζονται ως η συνείδηση ​​του θύματος. Υπάρχει μια ολόκληρη κουλτούρα του θύματος, που κυμαίνεται από ιδιωτικούς συμβούλους έως διεθνή δάνεια. 
Ο καθ’ ομολογία στόχος αυτού του δικτύου, όπως και το καθαρό αποτέλεσμα του, είναι η μείωση των προσδοκιών του ατόμου από την αφετηρία, έτσι ώστε ένα ευτελές πλεονέκτημα θα μπορούσε να εκληφθεί ή να θεωρείται ως ένα σημαντικό επίτευγμα. Φυσικά, αυτό είναι θεραπευτικό και, δεδομένης της ανεπάρκειας των πόρων του κόσμου, ίσως ακόμη και υγιεινό, έτσι λόγω έλλειψης μιας καλύτερης ταυτότητας, κάποιος μπορεί να το αποδεχτεί – αλλά εσείς προσπαθήστε να του αντισταθείτε. Όσο άφθονα και αναμφισβήτητα είναι τα στοιχεία ότι είστε από την πλευρά των χαμένων, αρνηθείτε το για όσο διάστημα διατηρείτε τα λογικά σας, για όσο διάστημα μπορείτε να αρθρώσετε το «Όχι». 
Συνολικά, προσπαθήστε να σεβαστείτε τη ζωή όχι μόνο για τις ωραίες παροχές της, αλλά και για τις κακουχίες της. Είναι μέρος του παιχνιδιού, και αυτό που είναι καλό σε μια δυσκολία είναι ότι δεν είναι μια εξαπάτηση. 
Κάθε φορά που αντιμετωπίζετε προβλήματα, βρίσκεστε σε αμηχανία, στα πρόθυρα απόγνωσης ή σε απόγνωση, θυμηθείτε: είναι η ζωή που σας μιλάει στη μόνη γλώσσα που γνωρίζει καλά. Με άλλα λόγια, προσπαθήστε να είστε λίγο μαζοχιστές: χωρίς λίγο μαζοχισμό, το νόημα της ζωής δεν είναι πλήρες. 
Αν σας βοηθά, προσπαθήστε να θυμάστε ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απόλυτη, όχι μια μεσοβέζικη αντίληψη˙ ότι δεν συνάδει με ιδιαίτερες παρακλήσεις, ότι οφείλει το παράστημά της στην άρνηση του προφανούς. 
Κι αν βρίσκετε ότι αυτό το επιχείρημα κλίνει από την πλευρά το ενθουσιασμού, σκεφτείτε τουλάχιστον ότι νιώθοντας θύμα το μόνο που κάνετε είναι να μεγαλώνετε το κενό της ανευθυνότητας που οι δαίμονες ή οι δημαγωγοί, λατρεύουν να γεμίζουν, αφού μια παράλυτη θέληση δεν είναι κάτι που αρέσει στους αγγέλους. 

6.) Ο κόσμος που πρόκειται να εισέλθετε και να υπάρξετε δεν έχει καλή φήμη. Υπήρξε καλύτερος γεωγραφικά παρά ιστορικά˙ είναι ακόμη πολύ πιο ελκυστικός οπτικά παρά κοινωνικά. Δεν είναι ωραίο μέρος, καθώς σύντομα θα καταλάβετε, και αμφιβάλλω ότι θα γίνει πολύ καλύτερος τον καιρό που θα τον αφήσετε. Κι όμως, είναι ο μόνος διαθέσιμος κόσμος: δεν υπάρχει εναλλακτική, και αν υπήρχε, δεν έχουμε εγγύηση ότι θα ήταν πολύ καλύτερη από αυτή. Είναι μια ζούγκλα εκεί έξω, καθώς και μια έρημος, μια ολισθηρή πλαγιά, ένας βάλτος, κοκ - κυριολεκτικά - αλλά, το χειρότερο, και μεταφορικά. 
Ωστόσο, όπως είπε ο Robert Frost, «Η καλύτερη διέξοδος είναι πάντα διαμέσου». Είπε, επίσης, σε ένα διαφορετικό ποίημα, ότι «το να είσαι κοινωνικός είναι να συγχωρείς». Θα ήθελα να κλείσω με μερικές παρατηρήσεις πάνω σε αυτό το διαμέσου. Προσπαθήστε να μην δίνετε προσοχή σε εκείνους που θα προσπαθήσουν να κάνουν τη ζωή άθλια για εσάς. 
Θα υπάρξουν πολλοί από αυτούς - με επίσημη ιδιότητα καθώς και αυτοδιορισμένοι. Υποφέρετε αν δεν μπορείτε να τους ξεφύγετε, αλλά μόλις ξεφύγετε, δώστε τους τη μικρότερη δυνατή σημασία. Πάνω απ' όλα, προσπαθήστε να αποφύγετε τη διήγηση ιστοριών σχετικά με την άδικη μεταχείριση που είχατε στα χέρια τους˙ να το αποφύγετε ανεξάρτητα από το πόσο δεκτικό είναι το κοινό σας. 
Τέτοιες ιστορίες επεκτείνουν την ύπαρξη των ανταγωνιστών σας˙ πιθανότατα υπολογίζουν σε εσάς να είστε ομιλητικοί και να μοιραστείτε την εμπειρία σας με άλλους. Από μόνο του, κανένα άτομο δεν αξίζει μια περιπέτεια στην αδικία (και όσον αφορά αυτό, ούτε στη δικαιοσύνη). Η αναλογία του μία-σου-και-μία-μου δεν δικαιολογεί την προσπάθεια: είναι η ηχώ που μετράει. Αυτή είναι η βασική αρχή κάθε καταπιεστή, είτε με χορηγία του κράτους είτε αυτοδίδακτου. Επομένως, αφαιρέστε ή σωπάστε την ηχώ, έτσι ώστε να μην επιτρέπετε ένα γεγονός, όσο δυσάρεστο ή βαρυσήμαντο, να διεκδικεί περισσότερο χρόνο από όσο του χρειάστηκε για να συμβεί. 
Αυτό που πράττουν οι εχθροί σας αποκομίζει τη σημασία ή την συνέπεια του από τον τρόπο που αντιδράτε. Ως εκ τούτου, με βιασύνη προσπεράστε από δίπλα ή από πάνω τους σαν να ήταν πορτοκαλί και όχι κόκκινο φανάρι. Μην χρονοτριβείτε μαζί τους διανοητικά ή λεκτικά˙ μην υπερηφανεύεστε ότι τους συγχωρείτε ή ότι τους ξεχνάτε – στη χειρότερη περίπτωση, να τους ξεχνάτε πρώτα. 
Με αυτόν τον τρόπο θα γλιτώσετε τα κύτταρα του εγκεφάλου σας από πολύ άχρηστη διέγερση˙ με αυτόν τον τρόπο, ίσως, σώσετε ακόμα και εκείνους τους ξεροκέφαλους από τον εαυτό τους, καθώς η προοπτική του να ξεχαστούν είναι μικρότερη από αυτή του να συγχωρεθούν. Αλλάξτε λοιπόν κανάλι: δεν μπορείτε να το βγάλετε εκτός κυκλοφορίας, αλλά τουλάχιστον μπορείτε να μειώσετε τα ποσοστά ακροαματικότητάς του. 
Τώρα, αυτή η λύση δεν είναι πιθανό να ευχαριστήσει τους αγγέλους, αλλά απ’ την άλλη, είναι βέβαιο ότι θα βλάψει τους δαίμονες, και προς το παρόν αυτό είναι που έχει σημασία. Καλύτερα να σταματούσα εδώ. Όπως είπα, θα χαρώ αν βρείτε αυτά που είπα χρήσιμα. Εάν όχι, αυτό θα δείξει ότι είστε εξοπλισμένοι πολύ καλύτερα για το μέλλον από ό, τι θα περίμενε κανείς από ανθρώπους της ηλικίας σας. Το οποίο, υποθέτω, είναι επίσης ένας λόγος για χαρά - όχι για ανησυχία. 
Σε κάθε περίπτωση - καλά εξοπλισμένοι ή όχι - σας εύχομαι καλή τύχη, γιατί αυτό που σας περιμένει δεν είναι ένα πικ-νικ, το ίδιο για προετοιμασμένους και για απροετοίμαστους, και θα χρειαστείτε τύχη. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι θα ανταπεξέρθετε. Δεν είμαι τσιγγάνα˙ δεν μπορώ να μαντέψω το μέλλον σας, αλλά είναι αρκετά προφανές με γυμνό οφθαλμό ότι έχετε πολλά πλεονεκτήματα με το μέρος σας. 
Για να πούμε το λιγότερο, έχετε γεννηθεί, το οποίο είναι από μόνο του η μισή μάχη, και ζείτε σε μια δημοκρατία - αυτό το ενδιάμεσο σπίτι ανάμεσα στον εφιάλτη και την ουτοπία - το οποίο βάζει λιγότερα εμπόδια στο δρόμο του ατόμου από τις εναλλακτικές του λύσεις. 
Τέλος, έχετε σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν, κατά την άποψή μου το καλύτερο σχολείο στο έθνος, αν και μόνο επειδή πριν από 16 χρόνια έδωσε μια επιγόντως απαραίτητη ευκαιρία στον πιο τεμπέλη άνθρωπο στη γη, ο οποίος, εκτός ​​από αυτό, δεν μιλούσε ουσιαστικά αγγλικά – σε εμένα. Δίδαξα εδώ για περίπου οκτώ χρόνια˙ τη γλώσσα με την οποία σας απευθύνομαι σήμερα, την έμαθα εδώ˙ μερικοί από τους πρώην συναδέλφους μου εξακολουθούν να εργάζονται εδώ, άλλοι συνταξιοδοτήθηκαν, ενώ άλλοι κοιμούνται τον αιώνιο ύπνο στη γη του Ann Arbor που τώρα σας βαστάζει. Ηλίου φαεινότερο ότι αυτός ο τόπος έχει εξαιρετική συναισθηματική αξία για μένα˙ και το ίδιο θα γίνει, σε μια ντουζίνα χρόνια πάνω κάτω, για εσάς. 
Στο βαθμό αυτό, μπορώ να μαντέψω το μέλλον σας˙ από αυτή την άποψη, ξέρω ότι θα ανταπεξέρθετε, ή, πιο συγκεκριμένα, θα πετύχετε. Διότι νιώθοντας ένα κύμα ζεστασιάς να έρχεται πάνω σας σε μια ντουζίνα χρόνια στην αναφορά του ονόματος αυτής της πόλης θα υποδηλώνει ότι, με τύχη ή χωρίς, ως ανθρώπινα όντα έχετε επιτύχει. Αυτό το είδος επιτυχίας είναι που σας εύχομαι πάνω απ’ όλα για τα επόμενα χρόνια. Τα υπόλοιπα εξαρτώνται από την τύχη και έχουν μικρότερη σημασία. 


Η μετάφραση έγινε από το αυθεντικό κείμενο στη συλλογή δοκιμίων που φέρει τον τίτλο «On Grief and Reason». Μπορείτε να το διαβάσετε \ κατεβάσετε από εδώ: