Προσφατα

ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ

REPORTAGE

FOLDERS

EDITORIAL

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Advertise Space

στον Τοίχο

ΤΟΙΧΟΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ

26.2.18

του Simple Man
Τι κάνουμε εδώ μέσα στο δίκτυο ανωνύμως; Γράφουμε πομπώδη κείμενα με λόγους πύρινους, κάνουμε αστειάκια για τους έμμισθους πολιτικούς και το πιο θλιβερό συμμετέχουμε στον καταιγισμό παραπληροφόρησης άλλοι ασυνείδητα και άλλοι συνειδητά. 
Αυτά που πριν μία 20ετία κομματόσκυλα και αγανακτισμένοι έκαναν στα καφενεία της γειτονιάς, κάνουμε εμείς εδώ μέσα. Και ο πολιτικάντης στο μπαλκόνι χαίρεται, όπως και τότε. Καταντήσαμε να κάνουμε την αυτοψυχοθεραπεία μας και κάποια κομματικά γραφεία μέσα από την ανωνυμία να κάνουν αισχρότερη δουλειά από τα αφεντικά τους. 
Το διαδίκτυο έχει μετατραπεί εδώ και καιρό σε ένα επικίνδυνο όπλο. Πίσω από την ταμπέλα της «δημοσιογραφίας των πολιτών» ξεπεράσαμε ακόμα και τους δημοσιογράφους. Όχι αυτούς που με διασταύρωση πληροφοριών και άνευ προσωπικού συμφέροντος καταθέτουν αλήθειες, αλλά από τους άλλους που λόγω των καταπιεσμένων προσωπικών φιλοδοξιών, του ασυγκράτητου εγωκεντρισμού και πολύ συχνά ενός μικρού μεροκάματου γνωστών-άγνωστων κομματικών γραφείων, γράφουν ό,τι θέλουν, όπως το θέλουν χωρίς πάντα την ευθύνη της υπογραφής τους. Και ο Έλληνας τσιμπάει. 
Πάντα τσιμπούσε στα επικοινωνιακά τεχνάσματα των επαγγελματιών, πόσο μάλλον στις «αθώες» εξάρσεις «αθώων» ανωνύμων που είναι άγνωστο πώς βρίσκουν δημοσιογραφικές πηγές και ιδιαιτέρως ευαίσθητα στοιχεία. Κάνουν την «επανάσταση» να τα αναρτούν και μετά από λίγο σού πασάρουν και την φωτογραφία ή την ομιλία αυτού του οποίου υπερασπίζονται ως τον «σωτήρα» μας. 
Είναι εύκολο να καταλάβεις πίσω από ένα «αθώο» ροζ blog τι κρύβεται. Πίσω από ένα βαθυστόχαστης ποιητικής έξαρσης ιστότοπο τι θέλει πραγματικά ο «ποιητής» ιδιοκτήτης του. Πίσω όμως από τα «επαναστατικά» και δήθεν αχρωμάτιστα blog είναι δύσκολο να βρεις ποιος και τι κρύβεται. Και για να θυμηθούμε το παλιό τραγουδάκι «ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο», κάπως έτσι άρχισε η ιστορία του Blogging με ξεχωριστές στιγμές που μας συγκλόνισαν όπως η φωνή της Αμαλίας Καλβίνου που είχε όμως τα κότσια να το κάνει ενυπογράφως δίνοντας θαρραλέα τα ονόματα των χασάπιδών της. Και πού έφθασε το blogging; 
Σε έναν καταιγισμό εκθέσεων ιδεών, βαρύγδουπων σλόγκαν ανθρώπων που το πιθανότερο είναι ότι αυτό το σύστημα που καταδικάζουν τούς θρέφει ακόμα και στην κρισιμότερη στιγμή που περνάει η χώρα ενώ το μηχανάκι της διαδικτυακής AGB μετράει τα κλικ αποδεικνύοντας πόσο ισχυρότεροι των ισχυρών έχουν γίνει. 
Ο Έλληνας υφίσταται πολιτικά και κοινωνικά μέσω μιας οθόνης. 
Αντί να βρίσκεται στις πλατείες καλύπτει «δημοσιογραφικά» αυτούς που βρίσκονται στις πλατείες. 
Αντί να αφαιρέσει από την ιστορία τους κομματικούς πολιτικούς τούς αναπαράγει κάθε δευτερόλεπτο. 
Αντί να προτείνει λύσεις εντείνει την τρομοκρατία του πολιτικού συστήματος που υφίσταται ο κάθε πολίτης και στην πραγματική του ζωή. 
Αντί να σπάζει τα φράγματα οργής και ελεύθερης σκέψης έγινε κυματοθραύστης και «αθώος» καθοδηγητής της σκέψης. Δύσκολο να επιστρέψει στην αρχική της θέση η ελευθερία του διαδικτύου. Η ματαιοδοξία του «δημοσιογράφου πολίτη» την νίκησε κατά κράτος. 

γράφτηκε Μάιο του 2011

20.2.18

ALi Mathloum 
Ακτιβισμός για κοινωνικά θέματα, το επιθετικό γράμμα στην Μiley Cyrus, το μπόικοτάρισμα στα βραβεία Grammy το αντρικό κούρεμα, η κόντρα της με τον Prince,η ζωή της Sinnead υπήρξε ανέκαθεν μια διαμάχη και ένας αγώνας για απόδοση δικαιοσύνης και επαγρύπνησης της κοινής γνώμης σε θέματα που ως γνωστόν τα συμβατικά ΜΜΕ δε θα σου αναλύσουν και πολύ. 

Όμως στις 3 Οκτωβρίου του 1992 αποφάσισε να κάνει το πιο θαρραλέο εγχείρημα της εώς και σήμερα. Ήταν η απρόσμενη και ακραία επίθεση της αντισυμβατικής τραγουδίστριας κατά της καθολικής εκκλησίας στον αέρα της αμερικανικής εθνικής τηλεόρασης. 
Η οποία έφερε στην επιφάνεια ένα θέμα που η κοινή τότε γνώμη αγνοούσε. Σχεδόν της κόστισε την καριέρα κ της κόλλησε μια για πάντα την στάμπα της ''τρελής'' στους κύκλους των media. 

Eκείνο το βράδυ λοιπόν η Ιρλανδή τραγουδίστρια ήταν καλεσμένη στην θρυλική ζωντανή εκπομπή Saturday Night Live. Η επόμενη ημέρα της εκπομπής δηλαδή 4 Οκτωβρίου ήταν η μέρα που το 1963 ο τότε αυτοκράτορας της Αιθιοποίας Haile Selassie έδινε μια ιστορική και εμβληματική ομιλία στην Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τον ρατσισμό στην Αφρική. 
Η ομιλία αυτή ενέπνευσε σχεδόν ολοκληρωτικά τους στίχους ενός τραγουδιού του Bob Marley,το ‘’War’’ το οποίο φυσικά καταπιάνεται με αντιρατσιστικά μηνύματα ενότητας. Έτσι θέλοντας να τιμήσουν την ένδοξη αυτή στιγμή οι παραγωγοί του SNL κάλεσαν την Sinead να ερμηνεύσει το κομμάτι στον αέρα της εκπομπής. 

Η Χριστιανοκαθολικής ανατροφής O’Connor απρόσμενα κ χωρίς καμία συγκατάθεση ή συνεννόηση με την παραγωγή προέβη σε κάποιες παραλλαγές των στίχων του τραγουδιού. Αντί λοιπόν να τραγουδήσει για τον ρατσισμό και τις διακρίσεις, έκανε σαφής, ωμές και σοκαριστικές αναφορές για τα σκάνδαλα παιδικής κακοποίησης στους κύκλους της καθολικής εκκλησίας της Ιρλανδίας που έως εκείνη τη στιγμή δεν είχαν δει το φως της δημοσιότητας. 
Την ώρα που τραγουδούσε κρατούσε μια φωτογραφία, στις πρόβες πριν την εμφάνιση η φωτογραφία απεικόνιζε ορφανά παιδιά της Αφρικής, στον αέρα όμως δίχως κανείς να μπορεί να την εμποδίσει ξεπρόβαλε τον πρόσωπο του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β’! 

Ακολούθησε η στιγμή που κορύφωσε την εμφάνιση της και ουσιαστικά έβαλε τέλος στην καριέρα της όσο όμως ταυτόχρονα έφερνε στο προσκήνιο ένα ζήτημα για την εποχή μεγαλύτερο του ρατσισμού, την παιδική κακοποίηση. 
Ύψωσε την φωτογραφία του τότε Πάπα μπροστά στην κάμερα, σταμάτησε να τραγουδάει και με ψυχρό αποφασιστικό βλέμμα απλά φώναξε ‘’Fight The Real Enemy’’ (πολεμήστε τον αληθινό εχθρό) σκίζοντας την σε χίλια κομμάτια μπροστά στο έκπληκτο και απόλυτα σιωπηλό κοινό της εκπομπής και ολόκληρης της αμερικάνικης κοινωνίας. 

Πλέον 24 χρόνια μετά το συγκεκριμένο ζήτημα δεν είναι κάτι άγνωστο ούτε δυστυχώς σοκάρει κανέναν στο άκουσμα του μετά τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα που έχουν έρθει στο φως. 
Τότε ελάχιστοι είχαν γνώση για αυτά τα εγκλήματα πάνω στις παιδικές ψυχές. Μέσα σε έναν κύκλο που υπήρχαν και υπάρχουν άνθρωποι που χρησιμοποιούν σαν Δούρειο Ίππο την ιεροσύνη και την θρησκεία για να εκπληρώσουν τις πιο αρρωστημένες επιθυμίες τους. 

Η Sinead O’Connor χρησιμοποίησε την επιφανή θέση της ως δημοφιλή τραγουδίστρια για ουσιαστικό σκοπό με σωτήρια αποτελέσματα. Το περίσσιο θάρρος της, ίσα με των 300 του Λεωνίδα όλων μαζί και ο πλήρης αλτρουισμός, της σε μια κίνηση αυτοκτονίας για την καριέρα της, έβαλαν τεράστιο λιθαράκι για να ξεσκεπαστεί ένα κατα συρροή έγκλημα. Υπήρξε μνημειώδης στιγμή για έναν ακόμη λόγο. 
Έδωσε ώθηση σε ένα είδος ταμπού που το χρειαζόταν όσο ποτέ, την πρόκληση της εξουσίας με την θρησκευτικής της εκδοχή, την βλασφημία. Είναι ιεροσυλία προς αυτή την γυναίκα και τα ιδανικά της όταν μπούληδες όπως ο Axl Rose χαρακτηρίζονται ως ‘’επαναστάτες’’ απλώς επειδή βρίζουν δημοσιογράφους και προβαίνουν σε πράξεις ασέβειας χωρίς κανένα λόγο. 

Εκείνη μπορεί να ισχυριστεί δικαιότατα πως άλλαξε τον κόσμο. Χωρίς δηθενιές χωρίς διπλωματία, χωρίς θεατρινισμούς, κατευθείαν στην πηγή του πρόβλημα τους ξεσκεπάζοντας τα κακώς κείμενα και δημιουργώντας την επόμενη μέρα ένα κλίμα που ώθησε σε έρευνες και ξεκαθάριση του τοπίου. Αποτρέποντας πιθανόν πολλά ανάλογα περιστατικά στο μέλλον. 

Έτσι γίνεται το πράγμα. Εντάξει κύριε Bono και κυρία Madonna;


Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ BOB DYLAN ΔΥΟ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΜΕΤΑ.

Περίπου δύο εβδομάδες μετά το περιστατικό, έλαβε χώρα στο Madison Square Garden της Νέας Υόρκης μια ιστορική συναυλία για τα 30 χρόνια του Νομπελίστα πλέον τραγουδοποιού Bob Dylan. Σε αυτήν έλαβαν μέρος θρύλοι της μουσικής και φίλοι του Dylan που ερμήνευσαν τα κομμάτια του προς τιμήν του. Μεταξύ άλλων οι: Neil Young, Eric Clapton, Tracy Chapman, Eddie Vedder, Stevie Wonder, Lou Reed, Tom Petty & George Harrison. 

Ο κάποτε φερόμενος και ως ‘’η φωνή της γενιάς του’’ τροβαδούρος μεταξύ όλων αυτών κάλεσε και την νεαρή Sinnead να ερμηνεύσει ένα κομμάτι του. Μια κίνηση που σόκαρε πολλούς όμως για τον Ντίλαν ήταν απλά η αποδοχή και αναγνώριση για την προσωπικότητα της και μια κίνηση/δήλωση στήριξης. 
Ο διχασμός υπήρξε γιγάντιος, φυσικά η συντηρητική μερίδα της κοινωνίας δεν ήθελε να ακούει για την Sinead, αρκετοί όμως στον χώρος της διανόησης και των τεχνών στεκόντουσαν με δέος μπροστά της. 
Όπως ο τραγουδιστής και ηθοποιός Kris Kristofferson που προανήγγειλε επάνω στην σκηνή την εμφάνιση της λέγοντας: ‘’Είμαι πολύ περήφανος που θα σας παρουσιάσω τον επόμενο καλλιτέχνη. Το όνομα της έγινε συνώνυμο του θάρρους και της ακεραιότητας. Κυρίες και Κύριοι η Sinead O’Connor’’. 

Με την αναφώνηση του ονόματος της και μόλις κάνει την εμφάνιση της στη σκηνή το θρυλικό στάδιο της Νέας Υόρκης μετατρέπεται σε ρωμαϊκή αρένα απο τις φωνές του κόσμου. Είναι αρκετά δύσκολο να καταλάβεις αν οι περισσότεροι επευφημούσαν ή αποδοκίμαζαν, το σίγουρο ήταν πως όλοι οι παρευρισκόμενοι θεατές πήραν θέση με σθεναρό τρόπο. 
Η στιγμή ήταν ο απόλυτος καθρέφτης του διχασμού που είχε προκαλέσει η ιρλανδή τραγουδίστρια. 
Ο εκκωφαντικός θόρυβος από τις κραυγές δεν επέτρεπε σε καμία περίπτωση την μπάντα να ξεκινήσει να παίζει καθώς δεν θα ακουγόντουσαν! 
Κάποια στιγμή ο πιανίστας ξεκίνησε να παίζει τις πρώτες νότες του συμφωνημένου τραγουδιού του Ντίλαν που υποτίθεται θα ερμήνευε, η Sinead όμως δίνει σύνθημα να διακοπεί η μουσική. 
Μέτα απο μερικά δευτερόλεπτα έρχεται άλλη μια αναπάντεχη κίνηση. Αντί για το τραγούδι του Dylan αποφασίζει στην συναυλία προς τιμήν του να ερμηνεύσει acapella ξανά το War του Bob Marley, μόνο που αυτή την φορά όταν έφτασε στο σημείο που είχε αλλάξει τους στίχους απλά σταμάτησε και αποχώρησε ξεσπώντας σε λιγμούς. 

Ο Kris Kristofferson έτρεξε να την αγκαλιάσει και την φίλησε το μέτωπο 
πρωτού παρουσιαστεί αμήχανα ο επόμενος καλλιτέχνης ο Neil Young…


από τις 4 στις 5

14.2.18

Κοροϊδεύω τον Χρήστο που γίνεται του χρόνου σαράντα. Κλισέ αστειάκια και από μέσα μου παίζει σε λούπα το nel mezzo del camin di nostra vita – στο μέσο της διαδρομής της ζωής, όπως το πρωτοδιάβασα στον Παπαγιώργη (στο σύμπαν των φοιτητικών χρόνων το περί Μέθης προηγείται της Θείας Κωμωδίας και μοιάζει διπλά επείγον). 

Το βράδυ πάω να κατουρήσω στο μπαρ και το κορίτσι που περιμένει μπροστά στον νιπτήρα, μου ανοίγει χώρο περάστε. Πόσο πιο μεγάλος είμαι απ’ αυτήν; Πόσο πιο μεγάλος μοιάζω; Στα χείλη του απέναντι, ο ενικός είναι κάποτε αγενής και ο πληθυντικός κάποτε πικρός. 

Συμβολή Γ’ Σεπτεμβρίου και Ιουλιανού, το αυτοκίνητο τρέχει κάπως παραπάνω, αλλά το φανάρι είναι πράσινο. Ο πεζός άντρας, εκεί γύρω στα πενήντα, διασχίζει το δρόμο χωρίς ιδιαίτερη βιασύνη. 
Εγώ περπατάω, στ’ ακουστικά κάτι φριχτά αθλητικά, στο ένα χέρι το φρέντο εσπρέσο και στο άλλο η ζαμπονοτυρόπιτα – τυπικό δείγμα ενός ανθρώπου που έχει παραιτηθεί από κάθε προσδοκία ποιότητας. Περπατάω και αντιλαμβάνομαι ότι κανείς απ’ τους δυο, ούτε ο οδηγός ούτε ο πεζός, έχουν υπολογίσει σωστά, και ασυναίσθητα επιβραδύνω κοιτώντας το σκηνικό που έχει στηθεί μπροστά μου. 
Λες και ήχησε κάποιος βουβός συναγερμός και οι δύο ταυτόχρονα καταλαβαίνουν προς τα που βαδίζουν. Ο οδηγός κοκκαλώνει το φρένο, ο πεζός τρέχει, το αυτοκίνητο κάνει ένα μικρό τετακέ, ο ήχος του λάστιχου στην άσφαλτο σκεπάζει μια θλιβερή συζήτηση για τη διαιτησία. Ο πεζός γλιτώνει στο τσακ, πατάει το απέναντι πεζοδρόμιο και σταυροκοπιέται. Στα μάτια του υπάρχει μόνο τρόμος. 
Στέκεται στο ίδιο σημείο και σταυροκοπιέται ξανά και ξανά. Βλέπω όσο μπορώ μέσα στο αυτοκίνητο. Ο οδηγός έχει σηκώσει τα χέρια του και κρατάει το κεφάλι του. Το φανάρι παραμένει πράσινο, αλλά αυτός δε λέει να ξαναξεκινήσει. 
Συνεχίζω τη διαδρομή για τη δουλειά, αυτοί στο ραδιόφωνο κάνουν σαν να μη τρέχει τίποτα, ενώ εδώ μπροστά μου παραλίγο να τελειώσουν (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) δυο ζωές. Θα πεθάνουμε μια μέρα στα καλά καθούμενα κι αυτοί ακόμη θα λιβανίζουν τους μαρινάκηδες. 

 * 
 Στο μετρό. Μπαίνει ένας τύπος, δεν τον βλέπω μόνο ακούω, λέει ότι έχει ανάγκη, ότι θέλει να φάει, ότι δεν έχει τίποτα. Κοιτάζω προς τα πίσω και πριν προλάβω να σκεφτώ το οτιδήποτε, τον βλέπω να σηκώνει το χέρι ψηλά. 
Στο χέρι κρατάει ένα ντέφι. Υπάρχει μια μικρή παύση, λες και όλο το βαγόνι λέει από μέσα του ένα-δύο-τρία και αρχίζει: 
Την είδα απόψε λαϊκά να τα κερδίσω τα λεφτά, 
να σου χαρίσω φως μου τ’ αστέρια όλου του κόσμου. 
Μια μέρα θα `ναι αληθινά τα όνειρά μας τα κρυφά. 
Χτυπάει το ντέφι με ορμή και τραγουδάει με όλη του τη δύναμη, σχεδόν φωνάζει. Στο τέλος, αφού, για όσο τουλάχιστον μπορώ να δω, δεν έχει μαζέψει ούτε πενηντάλεπτο, αρχίζει να φωνάζει σε μας. 
Δε λέω ντροπή μου, μεγάλη μου ντροπή, αλλά ντροπή σας και σας. Ντροπή σας ρε

Δυο στάσεις μετά, μπαίνει μια γυναίκα, η οποία επίσης ζητάει λεφτά. Μόνο που δεν μιλάει δυνατά, δεν εξηγεί κάποια ιστορία. Μόνο έρχεται, πιάνει έναν προς έναν ξεχωριστά, πλησιάζει τη φάτσα της στη φάτσα του καθενός (σε τέτοια απόσταση που βλέπεις ότι όλοι ένας προς ένας αισθάνονται με τη σειρά τους εντελώς άβολα) και με κάτι αλλόκοτα μάτια, εξωπραγματικά γουρλωμένα και ένα εξίσου περίεργο πεντακάθαρο πάλλευκο και ίσιο χαμόγελο, ζητάει κάτι. 
Σιγά σιγά όλοι παίρνουν χαμπάρι τι γίνεται και όλοι υποπτεύομαι πως νιώθουν σα να ετοιμάζονται να πουν μάθημα στον πίνακα μπροστά σε όλη την τάξη. Βλέπεις αυτό το άβολο πλησίασμα, σκέφτεσαι γρήγορα τρόπους να το αποφύγεις, αλλά το ξέρεις καλά, έρχεται, φτάνει και συ δεν θα το αποφύγεις. Ούτε αυτή η γυναίκα θα πάρει τίποτα απ’ τους επιβάτες. 

Το συμπέρασμα είναι ότι τίποτα δεν πιάνει πια σ’ αυτό τον κόσμο. Ούτε το τραγούδι, ούτε η υπενθύμιση της ντροπής, ούτε το να κοιταχτούμε στα μάτια, ούτε τίποτα. Θέλουμε απλά να πάει ο καθένας στη δουλειά του, στο σπίτι του, στον προορισμό του. 

 * 
«το όνομά μας είναι η ψυχή μας» . Πάντα με εντυπωσίαζε αυτή η φράση. Αυτό σκέφτομαι την ώρα που μπροστά στο μέγαρο μουσικής η αριστερή λωρίδα είναι κλειστή. Περνάμε σημειωτόν και κοιτάμε απ’ τα κλειστά μας παράθυρα τον μηχανόβιο που τώρα είναι ξαπλωμένος – μόνο το δεξί του γόνατο είναι κάπως ανασηκωμένο – με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο στήθος του. 
Μια κοπέλα κάθεται οκλαδόν δίπλα του και φαίνεται να τον αγγίζει απαλά στο ένα χέρι. Έχει ανοίξει το τζαμάκι του κράνους και την βλέπεις να του μιλάει ήσυχα, καθησυχαστικά. 
Πιο μπροστά ένα αστυνομικό και ένα μαύρο αμάξι κάπως άτσαλα, διαγώνια, σταματημένο. Ο οδηγός του, στηρίζεται μεταξύ πόρτας και θέσης και μιλάει στο τηλέφωνο. Έχει γυρισμένη την πλάτη στον ξαπλωμένο άντρα. 
Αυτός τον χτύπησε, πρέπει να σκέφτονται όλοι περνώντας από μπροστά. Καθώς περνάω μπροστά απ’ τον πεσμένο άνθρωπο, μου ξανάρχεται αυτό το «το όνομά μας είναι η ψυχή μας». 
Θα πεθάνουμε μια μέρα στα καλά καθούμενα και η αριστερά θα κάνει γεωπολιτικές αναλύσεις για χάρη του ελληνικού έθνουςκράτους. 
Ύστερα από ώρα, έχω φτάσει πια στη Φρατζή και στο φανάρι μια γυναίκα ίδια η Μπέλλου πλησιάζει τα αμάξια. Μικρόσωμη, με κοντά μαλλιά, φορούσε μακρύ μπουφάν και μαύρα χοντρά κοκάλινα γυαλιά. 
Έρχεται και σε μένα. Πριν κάνει την κίνηση, την παρατηρώ που τακτοποιεί το μπουφάν, να πέφτει σωστά πάνω της. 
Τον πόνο έχω αδελφό 
μα τον κρατώ βαθιά κρυφό 
δεν έχω φίλους για να πω το ντέρτι που με καίει 
να ξαλαφρώσω την καρδιά 
που μέρα νύχτα κλαίει. 

Περιπλανώμενη ζωή 
περιπλανώμενο κορμί. 

 * 
«χάλασα το χρόνο, τώρα ο χρόνος χαλάει εμένα» 
( σχήμα κύκλου για να κλείσει το ποστίδιο. Ένα απ’ τα κεφάλαια στο βιβλίο του Παπαγιώργη χρησιμοποιούσε αυτή τη φράση ) 


13.2.18


Τρύφων Λιώτας
Η ταινία «Νοέμβρης» (2003, Noviembre, Spain) του Achero Mañas είναι ένα από αυτά τα έργα τέχνης που βρίσκονται επιμελώς θαμμένα κάτω από τόνους κατά κόρον προβεβλημένων «σκουπιδιών» που όμως άνθρωποι που απ-ασχολούνται από την τέχνη έχουν φροντίσει να τους δώσουν ένα ιλουστρασιόν περιτύλιγμα. Εξάλλου αυτό είναι και το βασικό θέμα της ταινίας: η χαμένη αθωότητα στο σινεμά, στο θέατρο, στην τέχνη και γιατί όχι και στην ύψιστη μορφή τέχνης, την ίδια τη ζωή.
Ο "Νοέμβρης" είναι το όνομα μιας ομάδας ιδεαλιστών νεαρών ηθοποιών – εραστών της τέχνης που σύμφωνα με το σενάριο έδρασαν στους δρόμους της Μαδρίτης στα τέλη του 20ου και τις αρχές του 21ου αιώνα. Η μορφή της ταινίας είναι ένα ψευδο-ντοκιμαντέρ όπου συνεντεύξεις των μελών της ομάδας περίπου 30 χρόνια μετά τα «γεγονότα» εναλλάσσονται με σκηνές από τη δράση της ομάδας. 
Οι ριζοσπαστικοί ιδεαλιστές νεαροί θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Απορρίπτουν το χρήμα, τη φήμη και τη δόξα και δημιουργούν μια ανεξάρτητη από δημόσιες και ιδιωτικές χορηγίες ομάδα η οποία θέλει να φέρει τον κόσμο σε επαφή με την τέχνη γιατί πιστεύει ότι είναι μια από τις ανώτερες μορφές ανθρώπινης επικοινωνίας που βοηθάει στην ανάπτυξη της κατανόησης και της προσωπικότητας των συμμετεχόντων. Απορρίπτουν λοιπόν τα θέατρα, το σινεμά και την τηλεόραση γιατί αφενός εκεί πηγαίνουν ορισμένοι μόνο άνθρωποι (λόγω ιδιοσυγκρασίας ή λόγω κόστους) και αφετέρου γιατί σε αυτούς τους κλειστούς χώρους αποκλείεται κάθε αλληλεπίδραση από την πλευρά του θεατή. 
Διαλέγοντας λοιπόν το δρόμο ως το πεδίο δράσης τους, προσπαθούν με ευφυείς τρόπους και εμφανή πολιτική σκέψη να αναδείξουν τα διάφορα προβλήματα της κοινωνίας: τη ρουτίνα, τη μιζέρια, την ανία, την ανελευθερία της ζωής, το ξεπούλημα της τέχνης, τον υλισμό και την ατομικότητα, τη διασκέδαση αντί της ψυχαγωγίας, τη γραφειοκρατία, τη συμμόρφωση, την κατήχηση, την τυφλή υπακοή, τον ολοκληρωτισμό των αυθεντιών, την μικροαστική κουλτούρα, τον έλεγχο της τηλεόρασης, την τρομοκρατία, τους αδικημένους της ζωής και τους εξοστρακισμένους της κοινωνίας.
Πιστεύοντας στη δύναμη της τέχνης και γνωρίζοντας την σύγχρονη απάτη της βρωμιάς που πλασάρεται ως τέχνη μέσω επιχειρήσεων, συμβουλίων, υπαλλήλων του κράτους, εμπορίου, διαφήμισης, ρουτίνας και γραφειοκρατίας θα προσπαθήσουν με τις προκλητικές εμφανίσεις τους να αλλάξουν τις καρδιές των ανθρώπων, να αγγίξουν τον πνευματικό άνθρωπο που βρίσκεται μέσα μας, να αναπτύξουν την κοινωνική συνείδηση.
Θα αντιμετωπίσουν όλο το φάσμα των εμποδίων που υψώνονται λόγων του πλήθους των μετριοτήτων σε ένα τέτοιο εγχείρημα και θα αποτύχουν, όπως ακριβώς απέτυχαν και συνεχίζουν να αποτυγχάνουν όλοι οι ευφυείς άνθρωποι που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Απλά γιατί η πραγματικότητα στην ιστορία είναι ακριβώς η καθημερινότητα, ο απέραντος ωκεανός όπου πνίγεται κάθε ασυνήθιστο και εξαίρετο φαινόμενο.
Όμως αυτή η αποτυχία έχει ήδη ρίξει στο έδαφος ένα σπόρο γιατί η αληθινή τέχνη είναι ένα όπλο οπλισμένο με το μέλλον. Σχεδόν πάντα οι σπάνιοι ευφυείς άνθρωποι απευθύνονται στις μελλοντικές γενιές. Οι σύγχρονοι τους δεν διαθέτουν τα μέσα για να δουν την αλήθεια των ιδεών τους. Το «γεγονός» ότι 30 χρόνια μετά θα υπάρξει ένα ντοκιμαντέρ για την ιστορία τους, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί το κορυφαίο από τα πολλά ευρήματα του σκηνοθέτη το οποίο μας δείχνει ότι η σφαίρα – σπόρος έχει αρχίσει ήδη να βλασταίνει. Η αποτυχία αυτή έχει όμως κάτι ακόμα να διδάξει, στα μέλη της ομάδας αυτή τη φορά: «αποτύχαμε να αλλάξουμε τον κόσμο, τώρα απλώς προσπαθούμε να μην αλλάξει ο κόσμος εμάς». 
Μια όμορφη, αυθεντική ταινία, αστεία αλλά ταυτόχρονα τραγική, με εκπληκτικές ερμηνείες και πρωτότυπο σενάριο, που αξίζει με το παραπάνω την προσοχή σας.
Jose Ortega y Gasset 
Ο μέσος άνθρωπος παίζει κατ’ εξοχήν αποφασιστικό ρόλο στην ιστορία ενός λαού. Το ύφος του εθνικού σώματος εξαρτάται απ’ αυτόν. Δεν θέλω, κάθε άλλο, να απορρίψω την ισχυρή επέμβαση εξαίρετων ατόμων, μεγάλων μορφών στη μοίρα ενός λαού. Χωρίς αυτούς, τίποτα δε θα ήταν άξιο λόγου. Όμως όσο εξαιρετικοί, τέλειοι κι αν είναι, θα λειτουργήσουν ιστορικά μόνο στο βαθμό που το παράδειγμα και η επιρροή τους εμποτίσουν τον μέσο άνθρωπο. Τι μπορεί να γίνει; Η Ιστορία είναι αμετάκλητα το βασίλειο της μετριότητας. Η Ανθρωπότητα δεν έχει κεφαλαίο παρά μόνο το πρώτο της γράμμα, με το οποίο διακοσμείται τυπογραφικά. Οι μεγαλύτερες διάνοιες συντρίβονται πάνω στην απεριόριστη δύναμη του κοινότοπου. Ο πλανήτης είναι, κατά τα φαινόμενα, φτιαγμένος για να βασιλεύει ο μέσος άνθρωπος. 
Άρα, το σπουδαιότερο είναι να ανυψωθεί όσο είναι δυνατόν το μέσο επίπεδο. Αυτό που δίνει μεγαλοπρέπεια στους λαούς δεν είναι πρώτα οι μεγάλοι άνδρες, μα το επίπεδο της πολυπληθούς μετριότητας. Είναι πασιφανές, κατά τη γνώμη μου, ότι το μέσο επίπεδο δε θα ανυψωθεί ποτέ χωρίς την ύπαρξη ανώτερων παραδειγμάτων, πρότυπων που ωθούν προς τα πάνω τα απαθή πλήθη. Η επέμβαση μεγάλων ανδρών δεν είναι λοιπόν παρά δευτερεύουσα και έμμεση. Δεν αποτελούν ιστορική πραγματικότητα˙ ένας λαός μπορεί να διαθέτει ιδιοφυή άτομα χωρίς όμως το έθνος να αποκτά ιστορικά μεγαλύτερη αξία. Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που η μάζα απειθεί και δεν ακολουθεί αυτά τα παραδείγματα, δεν τελειοποιείται. 
Είναι αξιοπερίεργο ότι οι ιστορικοί, ακόμη και πρόσφατα, ασχολήθηκαν αποκλειστικά με το ασυνήθιστο, με εκπληκτικά συμβάντα, χωρίς να έχουν παρατηρήσει ότι όλα αυτά δεν έχουν παρά μια δευτερεύουσα αξία ή στην καλύτερη περίπτωση μια μερική αξία, και ότι η πραγματικότητα στην ιστορία είναι ακριβώς η καθημερινότητα, ο απέραντος ωκεανός όπου πνίγεται κάθε ασυνήθιστο και εξαίρετο φαινόμενο.

9.2.18

του Simple Man
Κύριο να έχω την συνείδηση και τον σεβασμό σε όλα τα πλάσματα που αναπνέουν χωρίς να καταχράζονται το οξυγόνο του πλανήτη. Μόνο στα πλάσματα που κρατούν απόσταση το ένα από το άλλο για να μην γίνονται βάρος, αλλά και που κουβαλάει το ένα το άλλο, όταν ο ανήφορος γίνεται δύσβατος και απότομος. Κύριο να έχω τον διπλανό μου που απλώνει το χέρι όταν εγώ αφήνομαι να με τραβήξει το κενό. 

Να κρατώ την εικόνα όλων εκείνων που συμπλήρωσαν και συμπληρώνουν το παζλ της ζωής μου. Αυτών που όταν κλείνω τα μάτια μου γίνονται ο εαυτός μου στο πριν και στο τώρα και που με αφήνουν ελεύθερο να αποφασίσω το μετά μου. Από μία σταγόνα βροχής που έπεσε στο μάγουλό μου και με έκανε να κοιτάξω ψηλά, μέχρι ένα μυρμήγκι που περπάτησε στην πατούσα μου και μ’ έκανε να γονατίσω για να κοιτάξω τη γη. 

Να λέω «Θεέ μου», για όλα τα όμορφα που συμβαίνουν στον κόσμο αλλά και «Θεέ μου», για όλες τις αδικίες που δεν μπορώ να μηδενίσω. Έτσι μάταια να προσφωνώ το όνομά του για το θαύμα αλλά και για τον θάνατο της ζωής. 

Τις Κυριακές να κάνω την πιο σκληρή εργασία από όλες τις ημέρες. Καταγράφοντας τα λάθη των προηγούμενων έξι ημερών. Να μαζεύω τα κομμάτια σε φαράσι και την έβδομη μέρα να τα κολλάω ένα-ένα βασανίζοντας τον εαυτό μου για όλα αυτά που εν τέλει δείλιασα να κάνω. 

Να απομυθοποιήσω τους γονείς μου. Να τους φέρω στα ίσα απέναντί μου και να τους αντιμετωπίσω σαν δύο θνητούς. Έτσι να μπορώ να τους κατηγορήσω αλλά και να τους συγχωρήσω τα λάθη. Για να τους θυμάμαι να κρατιούνται σφιχτά σε ένα βαλς που χόρεψαν στην κουζίνα του σπιτιού, αυτός με τα ρούχα της δουλειάς και αυτή με την ποδιά και ένα καθαρισμένο κρεμμύδι στο χέρι. 

Να σκοτώνω την ώρα μου χαζεύοντας την κίνηση που κάνει το νερό του ποταμού πάνω από έναν βράχο.Πώς το στέρεο κατατροπώνεται από το άπιαστο. Τόσο απλά και αναίμακτα να μαθαίνω να σκοτώνω το σίγουρο, το στέρεο, το ανίκητο. 

Να ερωτεύομαι και να ερωτροπώ δίχως να καταπιέζομαι από συμβόλαια γήινα που έβαλαν τον έρωτα να χωρέσει σε δύο υπογραφές και σε έναν μάρτυρα. Να ποθώ και να ξυπνάω με καρδιοχτύπι για τον άνθρωπο που θα με χορέψει ένα βαλς -και όχι έναν χορό του Ησαΐα- στην κουζίνα που θα μυρίζει κουνουπίδι. 

Να κλέβω και να μην αντιγράφω ό,τι συγκινεί την καρδιά μου και να το κάνω δικό μου. Έναν στίχο του Ελύτη, μία νότα του Χατζιδάκι αλλά και ένα διαμάντι από το λαιμό της φυγόπονης κυράτσας για να το δωρίσω σε μια εργάτρια εργοστασίου όταν θα βγαίνει από την 12ωρη βάρδια της. Να της το φορέσω στο λαιμό που έχει ήδη «σπάσει» στα μόλις 35 της χρόνια. 

Να λέω ψέμματα στους υπαλλήλους του κράτους, στο πληρωμένο δικαστή που βγάζει απόφαση πάντα υπέρ του δυνατού, στο αστυνομικό που έσπασε τα κόκαλα ενός ανήμπορου, στον εφοριακό που ήρθε να βάλει κορδέλα στο μαγαζί του γείτονα που δεν κατάφερε να πληρώσει τους δίκαιους φόρους ενός άδικου κράτους. Να λέω ψέμματα και στον εαυτό μου για να μπορώ να ονειρεύομαι. 

Να επιθυμώ να αποκτήσω τον ήσυχο θάνατο του παππού μου, το ταλέντο γραφής του Μαρκές, την αποφασιστικότητα του Γκεβάρα, αλλά ώρες- ώρες και την ελαφρότητα της ξανθιάς, που όταν ο κόσμος καίγεται αυτή χτενίζεται.


γράφτηκε Δεκέμβριο του 2008

ΜΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΔΡΟΜΟΣ

Ads Place 970 X 90


ΕΛΛΑΔΑ

ΚΟΣΜΟΣ

MAGAZINO