Προσφατα

ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ

REPORTAGE

FOLDERS

EDITORIAL

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Advertise Space

στον Τοίχο

ΤΟΙΧΟΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ

18.1.18

Κλεάνθης Γρίβας  
«Είναι πουτάνας γιος, αλλά είναι δικός μας». 
Πρόεδρος Τρούμαν, για τον δικτάτορα της Νικαράγουα Σομόζα 

ΕΞΟΥΣΙΑ ΙΣΟΝ ΔΙΑΦΘΟΡΑ 
Υπήρχε, υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρχει «έντιμη εξουσία»; Αναμφίβολα, όχι. Η εξουσία είναι πάντοτε ταυτόσημη με τη διαφθορά και ασκείται προς ίδιον όφελος των (κατά κανόνα, ανεπάγγελτων) επαγγελματιών πολιτικών που την διαχειρίζονται. Από τα ομηρικά έπη μέχρι τις μέρες μας, η εξουσία εμφανίζεται συνώνυμη με την κατάχρηση και τη διαφθορά. Κι όσο πιο ισχυρή είναι η εξουσία τόσο πιο αχαλίνωτη είναι η κατάχρηση και η διαφθορά που εμπεριέχει. 

• Κατά τον Όμηρο 
Στην «Οδύσσεια», η εξουσία είναι η μυθική Κίρκη που μεταμορφώνει τους λεγόμενους «πολιτικούς άνδρες», με τη μέθη της αρχομανίας («φάρμακα λυγρά») και τη δύναμη της υπεροχής («ράβδω πεπληγυία») σε χοίρους γρυλλίζοντες. (Κ. Σιμόπουλος: Η διαφθορά της εξουσίας, σ. 59). 

• Κατά τον Αριστοτέλη 
«Η πολιτική διαφθορά δεν είναι ιδιότητα του ατόμου, ένα φυσικό ελάττωμα, αλλά χαρακτηριστικό της εξουσίας, οποιασδήποτε εξουσίας, και παρεπόμενο των αξιωμάτων». (Πολιτικά, 1308b, 14) 

• Κατά τον Σαίξπηρ «Έχεις δει μαντρόσκυλο να γαυγίζει ζητιάνο και να τρέχει ο φουκαράς κι ο σκύλος να τον κυνηγάει; Ε, τότε είδες την επίσημη εικόνα της εξουσίας… Ντύσε το έγκλημα με χρυσό θώρακα και θα σπάσει η σκληρή λόγχη του νόμου χωρίς να τον πειράξει. Ντύσε το με κουρέλια, κι ένας τζουτζές με άχυρο θα τον τρυπήσει». (Σαίξπηρ: Βασιλιάς Ληρ, πράξη Δ’) 

• Κατά τον ποιητή Shelley, «η εξουσία είναι σαν την πανούκλα, μολύνει οτιδήποτε αγγίζει». 

• Κατά τον Balzac «Κάθε εξουσία είναι μια συνωμοσία διαρκείας». (Balzac: Για την Αικατερίνη των Μεδίκων) 

• Κατά τον Γάλλο συγγραφέα HenrydeMontherland «Δεν υπάρχει εξουσία. Υπάρχει μόνο κατάχρηση εξουσίας και τίποτα άλλο». (H. De Montherland, Ο Καρδινάλιος της Ισπανίας, Gallimard) 

• Κατά τον Άγγλο πολιτικό και ιστορικό EdwardDalberg, «η εξουσία είναι η πιο διηνεκής και αποτελεσματική από τις αιτίες που προκαλούν τον ξεπεσμό και τη διάβρωση των ατόμων». Η εξουσία και η ηθική είναι έννοιες αλληλο-αποκλειόμενες με αποτέλεσμα τα πολιτικά αξιώματα να συνυφαίνονται με ένα διαρκές ανήθικο «δούναι και λαβείν». 

 ΠΟΛΙΤΙΚΗ 
• Κατά τον MaxWeber «πολιτική είναι ο αγώνας για την κατάκτηση ή τη διανομή της εξουσίας… για τη νομή των δημοσίων θέσεων». (Η πολιτική ως επάγγελμα). Και, ακριβώς, επειδή πρόκειται για «κατάκτηση», εκφράζεται με στρατιωτικούς όρους (προεκλογική εκστρατεία, εκλογική μάχη, μονομαχία, διαξιφισμοί, κ.α.), και διεξάγεται με πανούργα και δόλια μέσα (εξ’ ου και η χρήση των όρων πολιτικό παιχνίδι, κανόνες του παιχνιδιού, κ.α.). 

• Κατά τον PaulValery «πολιτική είναι η τέχνη να εμποδίζεις τους ανθρώπους να ασχολούνται με ό,τι τους αφορά».(TelQuel) • Κατά τον HenrydeMontherland «η θρησκεία είναι η επονείδιστη αρρώστια της ανθρωπότητας, η πολιτική είναι ο καρκίνος της». 

 ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ 
• Κατά τον MaxWeber «Oι πολιτικοί διαγκωνίζονται για τη νομή της εξουσίας και, κυρίως, για την εξασφάλιση και επαύξηση του πλούτου τους. Ορέγονται την εξουσία για το γόητρο και τα λάφυρα που συνεπάγεται η κατοχή της και εντάσσονται σε δύο κατηγορίες: Σ’ αυτούς (τους λίγους) που ζουν για την πολιτική και σ’ αυτούς (τους πολλούς) που ζουν από την πολιτική, ανάγοντάς την σε επάγγελμα και πηγή πλούτου». (M. Weber, Η πολιτική ως επάγγελμα) 
Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική ασκεί έλξη σε μια ορισμένη κατηγορία ανθρώπων οι οποίοι είναι, κατά κανόνα, ανεπάγγελτοι, ατάλαντοι και ανίκανοι για κάποια δημιουργική βιοποριστική δραστηριότητα, και οι οποίοι προσκολλώνται στην εξουσία αποκλειστικά και μόνο εξαιτίας των προνομίων που συνεπάγεται η διαχείριση της. Πρόκειται για την παρασιτική τάξη των επαγγελματιών πολιτικών που είναι ειδικοί του τίποτα. 
Οι επαγγελματίες πολιτικοί στερούμενοι ήθους, μπορούν (άνευ αναστολών, ηθικών ή άλλων): 
- Nα υπονομεύουν την κοινωνία, να περιστέλλουν τις ελευθερίες της, να αναιρούν τα δικαιώματά της. 
- Nα διατυπώνουν υποσχέσεις (πάντοτε ανεκπλήρωτες). 
-Nα εφαρμόζουν πρακτικές (πάντοτε αποτελεσματικές) για την προάσπιση των συμφερόντων και τη διεύρυνση ων προνομίων τους. 
- Nα εκφέρουν ανατριχιαστικές ρήσεις του τύπου «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό». 
(Σύμφωνα μ’ αυτή την ιδιότυπη αντίληψη -που είναι απολύτως χαρακτηριστική και αποκαλυπτική της ποιότητας των ατόμων που την ασπάζονται- οι χιτλερικοί ρατσιστικοί νόμοι της Νυρεμβέργης, για παράδειγμα, που ήταν καθ’ όλα «νόμιμοι», ήταν και καθ’ όλα… ηθικοί). 

• O Αριστοφάνης γράφει «το να κυβερνάς ένα λαό, δεν είναι δουλειά ανθρώπου τίμιου και πεπαιδευμένου αλλά αγράμματου και αχρείου» (Ιππής, στ. 191-3) 

• Ο Ανατόλ Φρανς έκφραζε την αποστροφή του για τους πολιτικούς, δηλώνοντας «Δεν είμαι τόσο ατάλαντος ώστε να ασχοληθώ με την πολιτική». 

• Ο Αντρέ Μαλρό, ομοίως: «Κανένας δεν ασχολείται με την πολιτική έχοντας ως γνώμονα την ηθική» (L’ Espoir) Η σύγκρουση μεταξύ των πολιτικών δεν γίνεται για ιδέες και προγράμματα αλλά για την ιδιωτική και κομματική λαφυραγωγία. Ο Εμμανουήλ Ροίδης γράφει ότι «οι αρχηγοί των κομμάτων θεωρούν τον τόπο ‘δορύκτητον χωράφιον προωρισμένο εις αποκλειστική βοσκή της αγέλης των’». (Ασμοδαίος, Πολιτικό Δελτίο) 

ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ 
Η συμμορία (συντεχνία) των επαγγελματιών πολιτικών απαρτίζεται από τη συμπολίτευση και την αντιπολίτευση που ευθυγραμμίζονται απολύτως όταν κινδυνεύουν τα συμφέροντά τους ή όταν πρόκειται να διασφαλιστούν συντεχνιακά οφέλη. 

• Ο ρήτορας Δείναρχος (4ος-3ος αιώνας) καταγγέλλει ότι «οι πολιτικοί στις συνελεύσεις χτυπιούνται άγρια μεταξύ τους αλλά στο παρασκήνιο είναι ενωμένοι». 

• Ο Ανατόλ Φρανς αποφαίνεται ότι «η αντιπολίτευση αποτελεί κάκιστο σχολείο για τον δημόσιο βίο. Οι πολιτικοί που εκπαιδεύονται σ’ αυτό το σχολείο, υιοθετούν αντιλήψεις εντελώς αντίθετες απ’ αυτές που πρέσβευαν πριν». Συνεπώς, οι επαγγελματίες πολιτικοί συνθέτουν μια κατηγορία ικανών τυμβωρύχων και νεκροθαφτών που είναι άξιοι του μισθού τους και της νοημοσύνης μας. 

ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 
Πολίτης,όπως προσδιορίζεται από τον Αριστοτέλη, είναι εκείνος που «μετέχει κρίσεως και αρχής».(Πολιτικά, ΙΙΙ) «Μετέχω στην κρίση σημαίνει ότι συμμετέχω άμεσα στην δικαστική εξουσία και την απονομή της δικαιοσύνης και μετέχω στην αρχή σημαίνει ότι συμμετέχω άμεσα στην κυβερνητική εξουσία» (Κ. Καστοριάδης, Η αρχαία Ελληνική δημοκρατία, σ. 16). 
Ο Δήμος υποδηλώνει ένα ειδικό τρόπο οργάνωσης της πολιτικής ζωής της πόλεως η οποία ορίζεται ως ένα σύνολο ελεύθερων πολιτών που αποφασίζουν, όπως προκύπτει από τη χρήση του «έδοξεν τη βουλή και τω δήμω» στο τυπικό όλων των δημοσίων εγγράφων. 
«Ο δήμος είναι κύριος των πάντων, και τα πάντα διοικεί με τα ψηφίσματα και με τα δικαστήρια όπου ο ίδιος κατέχει την εξουσία»(Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία) και ασκεί την εξουσία ως άμεση δημοκρατία, δηλαδή την ασκεί απευθείας ο ίδιος χωρίς «αντιπροσώπους». 
Μια τέτοια πολιτική κοινότητα, ακριβώς επειδή αντλούσε τη νομιμοποίησή της από τον εαυτό της και μόνο, μπορούσε να υφίσταται μέσα από μια διεργασία διαρκούς αυτοθέσμισης, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούσε να έχει μια συγκεκριμένη τελική πολιτική μορφή η οποία διαμορφώθηκε μια για πάντα αλλά να βρίσκεται σε μια συνεχή αυτοδημιουργία και αναδημιουργία, συγχρόνως. Γιατί «η αυτοθέσμιση δεν είναι κατάσταση, είναι διαδικασία που εκφράζεται ως δραστηριότητα μεταβολής των “βασικών”, “καταστατικών” και “συνταγματικών” νόμων (δηλαδή, της πολιτείας) και των άλλων θεσμών, όχι όλων συλλήβδην και ταυτοχρόνως αλλά σταδιακά, σύμφωνα με τις ανάγκες και τις περιστάσεις». (Κ. Καστοριάδης, ο.π.) 

 Μέσα από μια μακραίωνη πορεία, ο Δήμος 
• Από θεσμός που εξέφραζε ένα σύνολο πολιτών οι οποίοι αποφασίζουν και νομοθετούν άμεσα,μεταμορφώθηκε σε μια αποκρουστική καρικατούρα του προηγούμενου εαυτού του, την έμμεση «δημοκρατία»(θεσμό που εκφράζει ένα σύνολο υπηκόων οι οποίοι μεταβιβάζουν σε κάποιον άλλο το δικαίωμα να αποφασίζει και να νομοθετεί εξ’ ονόματος τους και εναντίον τους). 

• Απότρόπος συγκρότησης μιας κοινότητας ελεύθερων πολιτών (που ήταν «αυτόνομη, αυτοδίκαιη και αυτοτελής» και στηριζόταν στο απαραβίαστο δικαίωμα να αποφασίζουν άμεσα εκείνοι που την ενσάρκωναν), μετασχηματίστηκε σε έναν, ήσσονος σημασίας, γραφειοκρατικό θεσμό που εδράζεται σε μια δουλική σχέση με την κρατική εξουσία, στο πλαίσιο της οποίας ο πρώην ελεύθερος πολίτης μπορεί να υφίσταται μόνο ως δουλοπρεπής υπήκοος. 
Με βάση αυτό το θεμελιώδες στοιχείο, η έμμεση δήθεν «δημοκρατία» αποτελεί πλήρη αναίρεση και ριζική άρνηση της δημοκρατίας: 
Η δημοκρατία ή είναι άμεση ή δεν είναι δημοκρατία. Κι ακριβώς, προκειμένου να επικαλυφθεί ο άκρως ολιγαρχικός χαρακτήρας της έμμεσης δήθεν «δημοκρατίας», εφευρέθηκε το τελετουργικό της αναγωγής του υπηκόου σε δήθεν «πολίτη» για μια μέρα κάθε τέσσερα χρόνια, μέσω του οποίου απλώς επικυρώνεται δημοσίως η εν λευκώ εξουσιοδότηση των υπηκόων στους επαγγελματίες πολιτικούς να αποφασίζουν για την καλύτερη δυνατή διαχείριση των ευτελών συμφερόντων και των εξευτελιστικών προνομίων τους. 
Και οι υπήκοοι -επιλήσμονες της ιστορικής διδαχής σύμφωνα με την οποία «πίσω από κάθε σωτήρα βαδίζει ένας δήμιος» (SamuelJohnson), παραχωρούν σε τακτά διαστήματα στους εξουσιοφρενείς επαγγελματίες πολιτικούς μια εν λευκώ εξουσιοδότηση, η οποία τους επιτρέπει να διευρύνουν αενάως τα υλικά τους συμφέροντα και τα προνόμιά τους και να επιλύουν με επίπλαστο τρόπο τα πλείστα όσα (αν)επαγγελματικά, οικονομικά, κοινωνικά, ψυχολογικά και σεξουαλικά τους προβλήματα. 



grivas.info - Δημοσιεύθηκε: 7 Απριλίου 2009 ΕΜΜΕΣΗ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» ΚΑΙ ΑΜΕΣΗ ΚΛΕΠΤΟΚΡΑΤΙΑ (Εξουσία, Διαφθορά, Πολιτική, Πολιτικοί, Πολίτης, Δημοκρατία)

17.1.18

«Υ­πήρ­χε ο τολ­στο­ϊ­κός, που αρ­νιό­ταν να φά­ει κρέ­ας ε­πει­δή ή­ταν ε­χθρός κά­θε μορ­φής βί­αιου θα­νά­του και που πο­λύ συ­χνά ή­ταν θε­ό­σο­φος και άν­θρω­πος της ελ­πί­δας· αλ­λά και ο ο­πα­δός της βί­ας σ’ ό­λες της τις μορ­φές, μέ­χρι και τις πιο α­δια­νό­η­τες, εί­τε ε­πει­δή υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι το Κρά­τος μπο­ρεί να κα­τα­πο­λε­μη­θεί μο­νά­χα με τη βί­α εί­τε, ό­πως στην πε­ρί­πτω­ση του Πο­δε­στά, ε­πει­δή έ­δι­νε έ­τσι διέ­ξο­δο στα σα­δι­στι­κά του έν­στι­κτα. 

»Υ­πήρ­χαν οι δια­νο­ού­με­νοι ή οι σπου­δα­στές, που έ­φτα­ναν στο κί­νη­μα μέ­σω του Στίρ­νερ ή του Νί­τσε, ό­πως ο Φερ­νά­ντο, γε­νι­κά υ­περ­βο­λι­κά ε­γω­κε­ντρι­κοί και α­ντι­κοι­νω­νι­κοί και που συ­χνά κα­τέ­λη­γαν να υ­πο­στη­ρί­ζουν τον φα­σι­σμό· και σχε­δόν α­ναλ­φά­βη­τοι ερ­γά­τες, που προ­σχω­ρού­σαν στον α­ναρ­χι­σμό α­να­ζη­τώ­ντας εν­στι­κτω­δώς κά­ποια ελ­πί­δα. 

 »Υ­πήρ­χαν δυ­σα­ρε­στη­μέ­νοι, που διο­χέ­τευαν μ’ αυ­τόν τον τρό­πο το μί­σος τους για την κοι­νω­νί­α και τα α­φε­ντι­κά και που συ­χνά γί­νο­νταν οι ί­διοι α­δυ­σώ­πη­τα α­φε­ντι­κά ό­ταν α­πο­κτού­σαν κά­ποια πε­ριου­σί­α ή που γί­νο­νταν πρά­κτο­ρες της α­στυ­νο­μί­ας· και πο­λύ α­γνοί άν­θρω­ποι γε­μά­τοι κα­λο­σύ­νη και με­γα­λο­ψυ­χί­α που, αν και ή­ταν κα­λο­συ­νά­τοι και α­γνοί, ή­ταν ταυ­τό­χρο­να ι­κα­νοί να φτά­σουν μέ­χρι τις δο­λο­φο­νι­κές α­πό­πει­ρες και το θά­να­το, ό­πως ή­ταν η πε­ρί­πτω­ση του Σι­μόν Ρα­ντο­βί­τσκι που, πα­ρα­κι­νη­μέ­νος α­πό κά­ποια μορ­φή α­πό­δο­σης δι­καιο­σύ­νης, σκό­τω­σε τον άν­θρω­πο που θε­ω­ρού­σε υ­πεύ­θυ­νο για το θά­να­το α­θώ­ων γυ­ναι­κών και παι­διών. 

»Υ­πήρ­χε και ο κα­λο­πε­ρα­σά­κιας, που με το πα­ρα­μύ­θι του α­ναρ­χι­σμού την έ­βγα­ζε ζω­ή και κό­τα, τρώ­γο­ντας και μέ­νο­ντας με το α­ζη­μί­ω­το σε σπί­τια συ­ντρό­φων, τους ο­ποίους σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις λή­στευε ή τους έ­τρω­γε την γυ­ναί­κα και που ό­ταν δε­χό­ταν την πα­ρα­τή­ρη­ση του κυ­ρί­ου του σπι­τιού, α­πα­ντού­σε υ­πο­τι­μη­τι­κά «μα τι σόι α­ναρ­χι­κός εί­σαι, σύ­ντρο­φε»! 

»Υ­πήρ­χε ε­πί­σης και ο στρα­το­κό­πος, που ή­ταν ο­πα­δός της ζω­ής των λεύ­τε­ρων που­λιών, της ε­πα­φής με τον ή­λιο και τα χω­ρά­φια, που έ­φευ­γε με το δι­σά­κι του στον ώ­μο για να τρι­γυ­ρί­σει τό­πους και τό­πους και να δια­δώ­σει τα κα­λά μα­ντά­τα, δου­λεύ­ο­ντας ε­δώ κι ε­κεί, σε κά­ποια σο­δειά, ε­πι­διορ­θώ­νο­ντας κά­ποιο μύ­λο ή κά­ποιο α­λέ­τρι και τη νύ­χτα στο για­τά­κι της α­γρό­τισ­σας, μα­θαί­νο­ντας γρα­φή και α­νά­γνω­ση στους α­ναλ­φά­βη­τους, ή ε­ξη­γώ­ντας τους με α­πλά αλ­λά φλο­γε­ρά λό­για τον ερ­χο­μό της νέ­ας κοι­νω­νί­ας, ό­που δεν θα υ­πάρ­χει ού­τε τα­πεί­νω­ση ού­τε πό­νος ού­τε α­θλιό­τη­τα για τους φτω­χούς ή δια­βά­ζο­ντας τους σε­λί­δες α­πό κά­ποιο βι­βλί­ο που κου­βα­λού­σε στο δι­σά­κι του: σε­λί­δες του Μα­λα­τέ­στα προς τους ι­τα­λούς χω­ρι­κούς ή του Μπα­κού­νιν, ε­νώ οι α­κρο­α­τές του, σιω­πη­λοί, πί­νο­ντας μάτε σε μι­κρές κού­πες, κα­θι­σμέ­νοι σε γκα­ζο­τε­νε­κέ­δες, κα­τά­κο­ποι α­πό το μό­χθο της η­μέ­ρας κά­τω α­πό τον ή­λιο, α­να­θυ­μού­με­νοι ί­σως το μα­κρι­νό χω­ριό τους στην Ι­τα­λί­α ή την Πο­λω­νί­α, πα­ρα­δί­δο­νταν σ’ ε­κεί­νο το θαυ­μα­στό ό­νει­ρο, θέ­λο­ντας να το πι­στέ­ψουν, αλ­λά που έ­χο­ντας την πεί­ρα της κα­θη­με­ρι­νής ζω­ής, φα­ντά­ζο­νταν πό­σο δύ­σκο­λη, αν ό­χι α­δύ­να­τη, εί­ναι η πραγ­μα­το­ποί­η­σή του με τον ί­διο τρό­πο που ο­νει­ρεύ­ο­νται συ­χνά τον πα­ρά­δει­σο στην άλ­λη ζω­ή ο­ρι­σμέ­νοι, πα­ρ’ ό­λο που η ζω­ή τους εί­ναι γε­μά­τη βά­σα­να. 
Κι α­νά­με­σα σ’ ε­κεί­νους τους κο­λί­γους, ί­σως κά­ποιος που πί­στευε πως ο Θε­ός εί­χε δη­μιουρ­γή­σει τη γη και τον ου­ρα­νό με τα ά­στρα του για ό­λους, κά­ποιος απ’ αυ­τή την τά­ξη του α­γρό­τη που ο­νει­ρεύ­ε­ται την πα­λιά και πε­ρή­φα­νη λεύ­τε­ρη ζω­ή της πά­μπας χω­ρίς συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα στα τσι­φλί­κια, αυ­τό το εί­δος του α­το­μι­στή και στω­ι­κού χω­ρι­κού, που υ­ιο­θε­τού­σε τε­λι­κά το κή­ρυγ­μα ε­κεί­νων των μα­κρι­νών α­πο­στό­λων με τα πα­ρά­ξε­να ο­νό­μα­τα και που α­γκά­λια­ζε για πά­ντα με ζέ­ση το δόγ­μα της ελ­πί­δας». 

Ernesto Sabato, Περί ηρώων και τάφων, εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1968

13.1.18

Τρύφων Λιώτας
Το ντοκιμαντέρ «Σπουργίτι Χούλιγκαν» (Hooligan Sparrow, 2016, China) της πρωτοεμφανιζόμενης σκηνοθέτριας Nanfu Wang αποτελεί ένα μοναδικό μνημείο αποτύπωσης της σκληρής πραγματικότητας στη ζωή των ακτιβιστών που εναντιώνονται στα απεχθή εγκλήματα «ανθρώπων» που έχουν την εξουσία στα χέρια τους.
Η Κινέζα σκηνοθέτης μετά από 2 χρόνια σπουδές στο εξωτερικό γυρνάει στην πατρίδα της για να αποτυπώσει με την κάμερά της την δράση της ακτιβίστριας Ye Haiyan, η οποία της προσέλκυσε την προσοχή. Γεννημένη το 1975 η Ye, μετά από κάποιες επαγγελματικές της εμπειρίες θα έρθει σε επαφή με τον φεμινισμό το 2005. Από το 2001 διατηρούσε ένα ιστολόγιο με το ψευδώνυμο «Χούλιγκαν Σπουργίτι» περιγράφοντας τις εμπειρίες της. Θα γίνει γνωστή στον υπόλοιπο κόσμο το 2010 όταν στην προσπάθειά της να αναδείξει τα δικαιώματα των ιερόδουλων αλλά και το θέμα προστασίας από τον ιό του AIDS, θα ζήσει η ίδια την παράνομη ζωή μιας ιερόδουλης, προσφέροντας δωρεάν τις υπηρεσίες της σε μετανάστες και μοιράζοντας ταυτόχρονα δωρεάν προφυλακτικά λέγοντας πως αυτά παρέχονται από το κράτος. Η πρώτες τους επαφές θα γίνουν το 2013 την χρονική στιγμή που η Ye με τη βοήθεια μιας μικρής ομάδας γυναικών προσπαθούν να κάνουν γνωστό στον κόσμο ένα σκάνδαλο συγκάλυψης αξιωματούχων σε μια υπόθεση ομαδικής παιδεραστίας.

Στην επαρχία της Κίνας, Hainan, έξι μαθήτριες ηλικίας 11 ως 14 χρονών εξαφανίζονται για σχεδόν 24 ώρες. Μετά την επιστροφή τους αποδεικνύεται ότι πέρασαν την νύχτα σε ένα ξενοδοχείο με τον διευθυντή του σχολείου και τον συνεργό του, οι οποίοι τις πλήρωσαν με 2000 δολάρια για να τις εκμεταλλευτούν σεξουαλικά. Η πληρωμή είναι πολύ σημαντικό στοιχείο της υπόθεσης γιατί επέτρεψε στον κατηγορούμενο για παιδεραστία να περάσει στην αντεπίθεση χρησιμοποιώντας τον νόμο περί ηθών, υποστηρίζοντας ότι αφού πληρώθηκαν θα έπρεπε οι ίδιες να κατηγορηθούν για πορνεία. Με αυτό το παράθυρο κατάφερε να «πέσει στα μαλακά», συνολικά 13 χρόνια φυλάκιση, γλιτώνοντας τα ισόβια που απαιτούσε ο νόμος για την παιδεραστία. Αυτό το έγκλημα βέβαια ήταν μόνο η τελευταία παραλλαγή της συνήθειας να προσφέρονται νεαρά κορίτσια ως δωροδοκία σε κινέζους αξιωματούχους. Μια συνήθεια που καταδεικνύει το μέγεθος της διαφθοράς ανάμεσα στους αξιωματούχους αλλά και την χαμηλή εκτίμηση που υπάρχει από πολύ παλιά για το ρόλο και την αξία της γυναίκας. Με τα λόγια της σκηνοθέτριας: «Η Κίνα είναι τόσο διεφθαρμένη που έχει γίνει μόδα η σεξουαλική συνεύρεση αξιωματούχων με νεαρά κορίτσια». Αυτός είναι και ο λόγος που η κυβέρνηση δείχνει τεράστιο ενδιαφέρον να σκεπάσει την υπόθεση.
Πράγματι όταν οι γονείς των κοριτσιών συνειδητοποιούν τι έγινε και δικαίως οργισμένοι απαιτούν δικαιοσύνη δίνοντας στη δημοσιότητα φωτογραφίες από τα ματωμένα εσώρουχα των παιδιών τους, θα εκφοβιστούν και θα σιωπήσουν. Τότε θα αναλάβει δράση η μικρή ομάδα της Ye που με την δίκαιη και επικίνδυνη διαμαρτυρία τους θα προσπαθήσουν να αναζωπυρώσουν την υπόθεση ζητώντας τη σύλληψη του διευθυντή. Η ευρηματικότητα και η σωστή διατύπωση είναι τα προσόντα της που μπορούμε να τα συνοψίσουμε σε μία φράση της για την παραπάνω διαμαρτυρία: «Ε! Διευθυντή! Έλα στο δωμάτιο μαζί μου και άσε τα κορίτσια ήσυχα».
Από τη στιγμή εκείνη το ντοκιμαντέρ μετατρέπεται σε ένα θρίλερ που είναι ανατριχιαστικό γιατί είναι αληθινό. Όλα τα μέλη της ομάδας που διαμαρτυρήθηκε βρίσκονται υπό παρακολούθηση. Οι συμμετέχοντες προληπτικά θα κάνουν δηλώσεις σε κάμερα ότι δεν σκοπεύουν να αυτοκτονήσουν γιατί γνωρίζουν ότι μια σύλληψή τους θα μπορούσε, για την ευκολία του κράτους, να οδηγήσει στο θάνατό τους. Στο τέλος μαθαίνουμε ότι πολλοί από την ομάδα βρίσκονται αυτή τη στιγμή υπό κράτηση. Η γνωστή δικηγόρος-υπερασπίστρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Wang Yu, που επίσης πήρε μέρος στη διαμαρτυρία, σημειώνει ότι οι ακτιβιστές μπορούν να εξαφανιστούν ανά πάσα στιγμή. Το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή βρίσκεται στη φυλακή ισόβια χωρίς δίκη είναι ανατριχιαστικό.
Δεν θα αργήσουν και οι επιθέσεις όπου η αστυνομία θα δείξει το αληθινό της πρόσωπο όταν της λέει να μην διαμαρτύρεται ότι την χτύπησαν γιατί τα «πράματα θα μπορούσαν να είναι χειρότερα». Το αποκορύφωμα όμως θα είναι οι βιαιοπραγίες μέσα στο ίδιο της το σπίτι, που θα οδηγήσουν στη σύλληψή της και κράτησή της για 13 μέρες για βιαιοπραγία! Όμως η πίεση που θα ασκηθεί μέσω διαδικτύου, κυρίως λόγω της έκτασης που είχε προλάβει να πάρει το θέμα, θα αναγκάσει την αστυνομία να την αφήσει ελεύθερη. Όμως η παρενόχληση δε θα σταματήσει εδώ. Μισθωμένα ανθρωποειδή από το κράτος θα συνεχίσουν να την παρενοχλούν ενώ μια έξωση θα την αφήσει μόνη με την 13χρονη κόρη της στους δρόμους. Δεν την αφήνουν να νοικιάσει άλλο διαμέρισμα ή δωμάτιο σε ξενοδοχείο ενώ η προσπάθεια να βρει καταφύγιο σε άλλη πόλη καταλήγει σε εγκατάλειψή τους στη μέση του δρόμου μαζί με όλο το βιός τους. Η φωτογραφία από αυτήν τη σκηνή θα γίνει πολύ γνωστή όταν γνωστός καλλιτέχνης θα αγοράσει όλα αυτά τα υπάρχοντα για να τα στήσει ακριβώς έτσι όπως ήταν στη φωτογραφία σε εκθεσιακό χώρο στη Ν. Υόρκη δίνοντας ακόμη μεγαλύτερη δημοσιότητα σε αυτήν την ιστορία. Τελικά θα καταλήξει στο πατρικό της όπου δεν μπορούν να την διώξουν αλλά ως χωρισμένη γυναίκα με παιδί θα υποστεί όλη την αθλιότητα του κουτσομπολιού και τον εξοστρακισμό της τοπικής κοινωνίας.
Και ενώ το κεντρικό πρόσωπο του ακτιβισμού μοιάζει να είναι η απίστευτα επαναστατική Ye και η ομάδα της, τα ίδια τα γεγονότα θα αναδείξουν ακόμα ένα: την σκηνοθέτρια. Θα πρέπει να αντιμετωπίσει απειλές και σπασμένες κάμερες. Με ηρωισμό και υπομονή, χρησιμοποιώντας τεχνικές ανταρτοπόλεμου με κρυμμένα μαγνητόφωνα και κρυφή κάμερα στα γυαλιά καταφέρνει να εκθέσει έναν εντυπωσιακό αριθμό «μυστικών» αστυνομικών και υπαλλήλων του κράτους. Θα λογοδοτήσει σε επιτροπή του κράτους για τις «διακοπές» της στην πατρίδα και θα πρέπει να φυγαδεύσει παράνομα όλο το υλικό που συγκέντρωσε. Μετά την προβολή της ταινίας αναρωτιέται αν θα μπορέσει ποτέ να ξαναγυρίσει στην πατρίδα της.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να επιλέξει κάποιος να δει αυτό το ντοκιμαντέρ αλλά θα πρέπει εκ των προτέρων να γνωρίζει ότι θα πρέπει να διαθέτει ο ίδιος λίγο θάρρος για να το αντέξει. Δεν θα υπερβάλλαμε αν λέγαμε ότι το είδος εμπεριέχει και ξεπερνά όλες τις τεχνικές του καλού θρίλερ σε σημείο που πολλές φορές να γίνεται ένας ψυχολογικός εφιάλτης για τους συμμετέχοντες αφού ο κίνδυνος μοιάζει να είναι διαρκώς παρών αλλά και αόρατος. Τα αδύνατα σημεία του ντοκιμαντέρ πολλές φορές καταλήγουν να είναι και τα δυνατά του. Για παράδειγμα παρά το γεγονός ότι είναι επιδέξια γυρισμένο και επεξεργασμένο ταυτόχρονα μοιάζει τραχύ, χωρίς τάξη ενώ η πραγματική πρωταγωνίστρια δεν εμφανίζεται όσο θα περίμενε κανείς. Αυτό όμως είναι που το κάνει πιο αληθινό, πιο δυνατό και πιο τρομακτικό, ακριβώς δηλαδή όπως νιώθει στη ζωή ένας ακτιβιστής. Ο λόγος φυσικά είναι απλός: είναι πάρα πολύ δύσκολο να κάνεις ένα ντοκιμαντέρ σαν αυτό. Στην πραγματικότητα αποτελεί μάλλον θαύμα η ύπαρξή του αν αναλογιστεί κανένας τους σοβαρούς κινδύνους και τα απρόβλεπτα εμπόδια που έπρεπε να ξεπεραστούν κατά την παραγωγή του.
Αυτό που πρωτίστως αποτυπώνει το ντοκιμαντέρ είναι το πορτρέτο του ακτιβιστή. Η τόλμη, η επιμονή, η γενναιότητα, η αποφασιστικότητα, η ευρηματικότητα, η αλληλεγγύη, το κατεπείγων της δράσης, το κυρίαρχο αίσθημα της δικαιοσύνης, η δευτερεύουσα σημασία που δίνουν στην προσωπική τους ασφάλεια είναι μερικά από τα προσόντα του ακτιβιστή. Παράλληλα με το δημόσιο πρόσωπο παρουσιάζεται και η προσωπική τους ζωή με τα προβλήματα τους κινδύνους της και τις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Όμως η ουσία του ντοκιμαντέρ μιλά για το πνεύμα αψηφισιάς του κινδύνου που μας ενώνει για να εναντιωθούμε σε αυτό που έχει καταντήσει να γίνεται ένας ολοένα και πιο τυραννικός κόσμος για τους ελεύθερους στοχαστές. Ας μην ξεχνάμε ότι η δόμηση κάθε κυβέρνησης επιτρέπει σε ανθρωπάκια με καθόλου ή πολύ φτωχή ανάπτυξη της συνείδησης να υπαγορεύουν ή να ελέγχουν όλο το φάσμα των κοινωνικών σχέσεων.
Είναι επίσης μια διαθήκη για το πως λειτουργεί μια πολιτική διαμαρτυρία: μια μάχη για τα ανθρώπινα δικαιώματα ξεκινά δείχνοντας «μικρή» και ίσως χαμένη εκ των προτέρων για να γίνει μεγάλη και πανίσχυρη όταν αποκτήσει κοινό που στρέφει πάνω της την προσοχή του. Εξάλλου με τα λόγια της ίδιας της σκηνοθέτριας: «Όταν είσαι καταπιεσμένος και ανυπεράσπιστος, το μόνο πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να καταγράψεις τις θηριωδίες». Η ίδια η ύπαρξη του ανθρώπου μπορεί να χρησιμέψει σαν διαμαρτυρία και ασχέτως με την τελική έκβαση του εγχειρήματος η ύπαρξη της Ye Haiyan και των ανθρώπων που προσπάθησε να προστατέψει είναι αναντίρρητη και χάρη σε σκηνοθέτες σαν την Wang, απαθανατισμένη.

6.1.18

του Πάνου Σείκιλου
Στις πλάτες του τελευταίου χωριού αχνοφαίνεται το παλιό πέρασμα. Αλωμένο μαθές από τη φύση και το χρόνο, στέκει αφημένο μα έτοιμο να δείξει το δρόμο σ' όποιον έχει την υπομονή να το διαβεί. Οι άνθρωποι το ξέχασαν για χρόνια. Έτσι 'ναι. Ό,τι σε βάζει να κουράσεις τα ποδάρια, να τρίψεις τα πέλματα, να λιώσεις παπούτσια να το περπατήσεις, το παρατάς και πας απ' τη γύρα. Μα αν κατά το βασίλεμα του ήλιου στρέψεις τη ματιά σου στις πάνω πλαγιές, θα δεις ότι τα αγριοπούλια κάνουν κύκλους προς τις κορφές, σημάδι ότι κάτι τα τραβά εκεί. Σημάδι ότι τα παρατημένα περάσματα δε στέκουν μόνα.

Δε θέλει και ρώτημα. Με χιόνι και με λιοπύρι, τα αδιάβατα μονοπάτια φαίνονται μπρος σου κατά το σούρουπο, μαρτυρώντας το λόγο που υπάρχουν. Κι ανοίγουν το θεόρατο στόμα τους, που είν' όμοιο με το πλάτωμά τους. Και σου μιλούν για ανδρείους που τρέχουν καβάλα σε αστραπές. Τρώγουν απ' τις βαλανιδιές, πίνουν απ' τα ποτάμια. Και που όταν το φεγγάρι γεμίσει, εκείνοι σκεπάζουνται τα πλατανόφυλλα, ήσυχοι πως έκαμαν το καθήκον τους για τη μάνα πατρίδα, στην άλλη τη ζωή. Τότε είναι που η ανάσα του ανδρειωμένου γίνεται άγια πάχνη και σκεπάζει την πλαγιά, κοιμίζοντας ανθρώπους και πλάσματα των βουνών. Αυτή είν' η ανάσα που παίρνει τη σιωπή της ξάστερης νύχτας και την κάνει νανούρισμα...

Το χιόνι είχε κρύψει κάθε ίχνος του δρόμου. Απ' τ' απομεσήμερο δεν είχε σταματήσει. Παχιές, πηχτές νιφάδες ξάπλωναν πάνω σε κάθε γέννημα της γης, σκεπάζοντας ανερώτητα ό,τι άνθρωπος ή φύση φτιάξαν με τα χέρια τους. Μάταια περίμενε στην άκρη ο κουρασμένος χωρικός. Όσο έπαιρνε να βραδιάζει, τόσο δυνάμωνε ο αχός των αέρηδων.

- Ανάθεμά σε για πέρασμα, έχε χάρη!

Το χαλασμένο αυτοκίνητο του γερο-Γιώργη ήταν η αιτία που τον ανάγκασε να διαβεί το μονοπάτι που πάει κατά το χωριό. Τέτοιες μέρες, αν σε προδώσει το μηχάνημα μόνο θυμάσαι και λες "εμπρός πόδια μου" κάμνοντας το σταυρό σου. Μα ποιος δαίμονας και ποιος θεός να βάλει το χέρι του, όταν περάσεις και χάσεις το σταυροδρόμι; Το χιόνι είχε κάνει τη δουλειά του. Χοντροκομμένο κι άγριο, είχε κρύψει ατημέλητα ότι ορατό βρισκόταν εκεί να βοηθήσει τον κουρασμένο διαβάτη. Κάθε ανθρώπινο σημάδι ή δείκτης είχε χαθεί. Όλα έμοιαζαν τελειωμένα. 

- Στο διάολο τέτοιος δρόμος, δεν ματάρχομαι αν ζήσω! 

- Δε σου φταίω 'γω Γιώργη. Το χρόνο και τον καιρό δεν τον κουμπασάρουν περάσματα, μήτε ανθρώποι. Σήκωσε το μέτωπο κακόμοιρε και δες τον που σου γνέφει... 

Το πέρασμα δε λαθεύει όταν μιλά. Ο γέροντας σήκωσε βαριά τη γεμάτη αυλακιές μετώπη του. Μια αστραπή φώτισε τον ορίζοντα. Τρόμαξε. 

- Δεν είναι δυνατόν! Σκέφτηκε.  

Το βαθύ φως του κεραυνού αποκάλυψε τη θεόρατη φιγούρα του ξένου. Στεντόρειος κι αλύγιστος στεκόταν πλάι στο θαμμένο σταυροδρόμι, τείνοντας το χέρι κατά το χιονισμένο κατήφορο που πάει στο χωριό. Ο Γιώργης έκαμε να τον ευχαριστήσει, μα γυρνώντας το κεφάλι έχασε μια για πάντα απ' τα μάτια του τη θεόρατη σκιά. 

Σε κανένα καφενείο, σε κανένα κατάστημα στην αγορά δε γίνηκε πιστευτός ο γερο-Γιώργης. Σαχλαμάρες έλεγαν, ξεκούτιανε έλεγαν, ως και ότι δεν εγκλωβίστηκε ποτέ στη χιονοθύελλα ξεκίνησαν να πιστεύουν. Κι οι ελάχιστοι περίεργοι που έψαξαν να μάθουν, εξάντλησαν τα «ποιός» και τα «γιατί» τους στους ανθρώπους. 

Ξέχασαν οι φαιδροί πάνω στην αμάθειά τους, πως την αλήθεια για τον ήρωα Καλλία, τη λένε οι ράχες και τ' αγριοπούλια. Τη λέει το πλατύ πέρασμα στις πλάτες του χωριού. Πως μετά τη φονική ενέδρα στο δύσβατο τοπίο, εκείνος κι οι 32 σύντροφοί του, Έλληνες, Σοβιετικοί κι Ισραηλίτες, ολάκερη διμοιρία, ορκίστηκαν να δείχνουν το δρόμο κάθε που γεμίζει το φεγγάρι, να μην ξεγελιέται ο διαβάτης όπως τούτοι απ' τα καμώματα του καταραμένου χιονιού. Και έπειτα σκεπάζουνται τα πλατανόφυλλα, ήσυχοι πως έκαμαν το καθήκον τους για τη μάνα πατρίδα, στην άλλη τη ζωή. Τότε είναι που η ανάσα των ανδρειωμένων γίνεται άγια πάχνη και σκεπάζει την πλαγιά, κοιμίζοντας ανθρώπους και πλάσματα των βουνών. Αυτή είν' η ανάσα που παίρνει τη σιωπή της ξάστερης νύχτας και την κάνει νανούρισμα...

1.1.18

της Κατερίνας Γκαράνη
Όταν λαμβάνεις το πρώτο χαρτί απειλή κατάσχεσης ή πλειστηριασμού από το Κράτος το συναίσθημα είναι σαν την πρώτη φορά που μηδενίστηκε το γραπτό σου στο σχολείο από τον κύριο καθηγητή. Στο επόμενο δευτερόλεπτο αντιλαμβάνεσαι ότι για πρώτη φορά στην ζωή σου, αν και σε όλες τις εξετάσεις που σου δόθηκαν ήσουν πάνω από τον μέσο όρο, χάνεις την τάξη. Την επόμενη ακριβώς στιγμή ψάχνεις να βρεις γιατί ο εξεταστής μηδένισε την γεμάτη ιδρώτα κόλλα σου. Γνωρίζεις ότι το μηδέν ως αποτέλεσμα ήταν απαγορευτικό από την ώρα που γεννήθηκες γι' αυτό άλλωστε τώρα με το χαρτί στο χέρι έχεις παγώσει αντίθετα με τον διπλανό που ίσως να αντιμετώπισε τον μηδενισμό γελώντας, έχοντας συνηθίσει “το κάτω από την βάση”.

Όταν παίρνεις εκείνο το χαρτί με τον ξύλινο δημοσιοϋπαλληλικό λόγο και την απειλή με σκούρα γράμματα καταλαβαίνεις ρεαλιστικά και όχι θεωρητικά (για όσους δεν το έχουν λάβει ποτέ) ότι ήσουν άριστος στις εξετάσεις της ζωής έχοντας όμως εξεταστές που θα σε “έκοβαν” λόγω φάτσας.

Δεν χρειάζεται το Κράτος-εξεταστής να σε γνωρίζει κατ' ιδίαν, δεν χρειάζεται να ξέρει πώς γελάς, πώς κλαις, πώς οργίζεσαι, πώς καταρρέεις. Ξέρει ότι εσύ, ο από κάτω, δεν είσαι παρά ένας αριθμός. Η διαφορά της δικής σου φάτσας και της φάτσας του Κράτους είναι ότι το δικό σου όνομα στην επιστολή είναι κάτω από έναν κωδικό της Υπηρεσίας Μηδενισμού της Αξιοπρέπειας, ενώ το όνομα του υπαλλήλου-εκτελεστή, του απουσιολόγου και σημαιοφόρου του συστήματος έχει δύο χαρακτηριστικά που τον διαχωρίζει από εσένα: Την θέση του (διευθυντής) και την ιδιόχειρη υπογραφή του. Αυτή είναι η φάτσα του συστήματος πάντα κάτω-κάτω στην σελίδα, σε ασφαλή απόσταση από το δικό σου όνομα, δίπλα στην σφαγίδα “Ελληνική Δημοκρατία”.

Σε αυτό, λοιπόν, το σχολείο της “Ελληνικής Δημοκρατίας” μετά από δεκαετίες σκληρής μελέτης, αποχαιρετισμό ονείρων εις το όνομα του κοινωνικού καθήκοντος και των προσωπικών φιλοδοξιών, ήρθε η στιγμή του μηδενισμού σου από το όργανο της Τάξης, που με περηφάνια βάζει ολόκληρο το όνομα του για να δεις ποιος είναι ο καλός μαθητής και ο άξιος να φέρει την σφραγίδα του Κράτους ως σημαία τυλίγοντας με αυτή σαν σάβανο το πτώμα της περηφάνιας σου.

Στα επόμενα πέντε λεπτά από την στιγμή της παγωμάρας ψάχνεις να βρεις τρόπους να αποτρέψεις το νομοτελειακό. Πώς να σώσεις αυτό που έχεις αποκτήσει με τους κανόνες του σχολείου. Επειδή τυχαίνει να μην έχεις περάσει την ζωή σου πολλαπλασιάζοντας αλλά διαιρώντας γνωρίζεις με την πρώτη ματιά ότι και με τον πιο μικρό διαιρέτη το πηλίκο δεν είναι εφικτό να μηδενίσει τον διαιρετέο. Γνωρίζεις επίσης, ότι για να γίνει ακόμα και τυπικά ο όποιος διακανονισμός, θα πρέπει να προσέλθεις στο γραφείο της Υπηρεσίας να γνωρίσεις κατ' ιδίαν την φάτσα ενός από τους καλούς μαθητές του σχολείου. Να δεις και να μυρίσεις το Αριστούχο Μηδέν της ζωής. Να σταθείς απέναντι σε αυτό που κοπανάει σφραγίδες κάτω από εκατομμύρια ονόματα πολιτών με τέτοια ψυχραιμία λες και γεννήθηκε μόνο για αυτή την θέση. Η φάτσα σου απέναντι από την φάτσα του και ανάμεσα σας οι σφαγίδες της “Ελληνικής Δημοκρατίας”. Εσύ σε απολογία με ανακριτή το όργανο αυτής της δημοκρατίας.

Παίρνοντας αγκαλιά τα βιβλιάρια ενσήμων, τα αποδεικτικά φόρων και ΦΠΑ, τα πόθεν έσχες κτίσης της ακίνητης και κινητής περιουσίας σου, θα διανύσεις την απόσταση μέχρι τον διακανονιστή σου ακούγοντας στο κεφάλι σου τις γνωστές λέξεις που θα πει ο αριστούχος: “Το καθήκον μας κάνουμε”, “υπάλληλοι είμαστε κι εμείς”, “ο νόμος λέει”, “σας καταλαβαίνουμε αλλά....”. Δεν έχει αλλάξει τίποτε από τον καιρό που εσύ εξέφραζες άποψη και ο διπλανός αποστήθιζε τις σελίδες του μαθήματος. Είναι περιττό να παραθέσεις πάνω στο γραφείο του διακανονισμού τα αποδεικτικά μιας ολόκληρης ζωής. Ο “παπαγάλος” θα πει αυτά που είπε και στον προηγούμενο απολογούμενο.

Μετά από μισή ώρα με το χαρτί προ κατάσχεσης-πλειστηριασμού στο χέρι συνειδητοποιείς ότι η “Ελληνική Δημοκρατία” σε απειλεί. Τα κατασχεμένα κινητά και ακίνητα είναι το τελευταίο που σε ενοχλεί. Το ότι θα μηδενίσεις ή θα είσαι -100 για να ξαναρχίσεις δεν είναι κάτι δύσκολο για όποιον περνάει εξετάσεις από τα 6 του χρόνια. Την απειλή είναι αυτή που δεν σηκώνει το Εγώ σου. 

Κοιτάς στην πρόταση τεσσάρων δακτυλογραφημένων απειλητικών σειρών και το όνομα δίπλα από την “Ελληνική Δημοκρατία”. Έχει πρόσωπο η απειλή. Έχει όνομα. Έχει ταυτότητα και υπογραφή. Έχει φάτσα ανάλογη της “Ελληνικής Δημοκρατίας”. Έχει εσένα πλέον για εχθρό του.

12.12.17

Τι θέλουμε? 
Να μας αγαπήσετε? 
…όχι, δεν θέλουμε να μας αγαπήσετε
Άλλωστε, δεν μπορεί να συμβεί τέτοιο πράγμα. 
Η αγάπη, για σας, είναι ένα καλειδοσκόπιο, 
που το ψωνίσατε σε προσφορά από κάποιο πολυκατάστημα 
και δείχνει εικόνες ξεπατικωμένες από ρομαντικά αναγνώσματα 
και τηλεοπτικές κομεντί, 
ανακατεμένες σε τυχαία σειρά. 
Δεν θέλουμε να μας αγαπήσετε. 
Δεν μπορείτε να μας αγαπήσετε. 
Το πολύ πολύ, να σας προσφέρουμε μια στιγμιαία καύλα. 
Κάτι να συλλογίζεστε τις νύχτες, και να σας τρώει, πριν σας πάρει ο ύπνος. 

Τι θέλουμε? 
Να μας μισήσετε? 
Ίσως αυτό θα ήταν πιο πρέπον. 
Να μας μισήσετε. 
Αλλά δεν μπορείτε να μας μισήσετε. 
Δεν χωράει μέσα σας ένα πράγμα τόσο μεγάλο 
και τρομερό 
όπως το μίσος. 
Το πολύ πολύ, 
να μας αντιπαθείτε. 
Στιγμιαία, 
πάντα.  

Τι θέλουμε όμως? 
Να μας ακούσετε? 
Όχι, δεν μπορείτε να μας ακούσετε. Ούτε να μας δείτε, άλλωστε. 
Χρησιμοποιούμε, ένα ολότελα διαφορετικό λεξιλόγιο 
και επιπλέον 
είμαστε αόρατοι. 
Μπορείτε όμως 
να καταγράφετε τις συνομιλίες 
και τις κινήσεις μας
Αλλά να μας ακούσετε… όχι, δεν μπορείτε να μας ακούσετε. 
Δεν θέλουμε να μας ακούσετε. 

Να μας φοβάστε? Να μας φοβάστε. 
Ωραία θα ήταν, να μας φοβόσασταν λίγο. 
Να μας βλέπετε στους εφιάλτες σας, να σας παραφυλάμε 
στις γωνίες των δρόμων, κάτω απ’ τα κρεβάτια σας, πίσω απ’ τις κουρτίνες 
στα πιο ασφαλή σας καταφύγια. 
Αλλά όχι, δεν μπορείτε να μας φοβάστε. 
Δεν θα μπορούσαμε ποτέ να γίνουμε 
τόσο σκληροί 
και τρομαχτικοί 
όσο εσείς. 

Τι θέλουμε όμως? 
Να μας πείσετε? 
Όχι, ευχαριστούμε. 
Εκτιμούμε πραγματικά 
τη φιλότιμη προσπάθεια σας, τον χρόνο που δαπανήσατε 
δια την συμμόρφωση μας, 
για να κατασκευάσετε όλα τα απαραίτητα στοιχεία, 
τα επιχειρήματα, τα δεδομένα 
και τους πίνακες ταξινόμησης, 
αλλά δυστυχώς, 
δεν θέλουμε να γίνουμε σαν εσάς.  

Να μας εξαγοράσετε? 
Ωραία θα ήταν να μας εξαγοράζατε. 
Θέλω πολύ να με εξαγοράσει κάποιος. 
Λοιπόν, εγώ συγκεκριμένα θέλω ένα σπίτι με στριφογυριστή σκάλα στο κέντρο του, 
ένα ημίψηλο καπέλο, ένα τυρκουάζ φόρεμα, 
ένα γραμμόφωνο, 
μια κατοικίδια κουκουβάγια και μια αταξική κοινωνία. 
(Τι? 
Αφού αυτό θέλω). 
Αν δεν μπορείτε να μου το δώσετε, 
σημαίνει πως δεν μπορείτε να μας εξαγοράσετε. 
Λυπόμαστε πολύ.  

Τι θέλουμε, στην τελική? 
Λίγα πράγματα. 
Να παραμερίσετε, θέλουμε 
να περάσουμε ανάμεσα σας 
επιδεικτικά 
και να πετάξουμε ένα μισοσβησμένο τσιγάρο 
στον κόσμο σας 
να πάρει φωτιά 
να τελειώνουμε.  

Και μετά να αράξουμε στον λόφο
να κοιτάμε το θέαμα 
πίνοντας μοχίτο.

Flaneur

ΜΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΔΡΟΜΟΣ

Ads Place 970 X 90


ΕΛΛΑΔΑ

ΚΟΣΜΟΣ

MAGAZINO