Προσφατα

12.5.20

Καλοκαίρια της Περαίας

Του Αντώνη Ματζάρη 

Ο Λάμπρος
Όταν τα σταφύλια αρχίσανε σιγά σιγά να μην έχουν πέραση, οι εξαγωγές σταμάτησαν, τα συσκευαστήρια έκλεισαν τότε στην Περαία οι αμπελουργοί αρχίσανε να ξεπατώνουνε τα αμπέλια. Πολλά από τα συσκευαστήρια όμως έμειναν για χρόνια σκελετοί από ντουβάρια και ξύλα για να θυμίζουν τις παλιές καλές εποχές. Σ’ ένα από αυτά, του Κοέν, για χρόνια έμενε και κοιμόταν ένας χαρακτηριστικός τύπος της Περαίας, ο Λάμπρος. 
Αυτός μαζί με τον αδελφό του, τον Αναγνώστη, ήρθαν μοναχά παιδιά πρόσφυγες, χωρίς τους γονείς τους, που σκοτώθηκαν στον ξεριζωμό από το Αγγελοχώρι της Καλλίπολης, στην Ανατολική Θράκη, κι εγκαταστάθηκαν στην Περαία. Ο Αναγνώστης ήταν ένα σοβαρό κι εργατικό παλικάρι, που γρήγορα τον εμπιστεύθηκαν οι Περαιώτες και τον κάνανε μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Συνεταιρισμού. 
Όμως μόλις έγινε η δικτατορία του Μεταξά, τον πιάσανε γιατί ήταν κομμουνιστή και τον στείλανε εξορία αρχικά στον Άη Στράτη και μετά όταν τον πιάσανε για απόπειρα δραπέτευσης τον εγκλείσανε στην Ακροναυπλία απ’ όπου δε γύρισε. Εκεί τον βρήκαν οι Γερμανοί όταν μπήκαν στην Ελλάδα μαζί με άλλους και τους σκότωσαν με συνοπτικές διαδικασίες. Έτσι, ο Λάμπρος που δε στεκόταν και από πριν καλά στα μυαλά του, απολωλάθηκε. 
Κυκλοφορούσε πάντα με ένα καρότσι, κουβαλώντας όλα του τα υπάρχοντα. Για να ζήσει, έκανε κανένα μεροκάματο, μάζευε και πούλαγε μύδια, κάποιοι του δίνανε ένα πιάτο φαΐ. Στέκι του ήταν το καφενείο του σχολείου, όπου τον κερνούσαν κανένα ούζο. Γρήγορα μεθούσε κι όταν μεθούσε, έβριζε πρώτα αυτόν που τον κέρασε και μετά όλη την εξουσία. 
– Φασίστα, έλεγε σ’ αυτόν που τον κέρασε, θες να με εξαγοράσεις; 
Ήταν γνωστός και από τα τσιτάτα, που έλεγε. 
Για τους βασιλιάδες έλεγε: 
– Άλλοι χύνουνε το αίμα κι άλλοι φορούν το στέμμα. 
Για τους πλουτοκράτες έλεγε: 
– Άλλοι δουλεύουνε κι άλλοι βολεύονται. 
Πάντα κάπνιζε με μια σέρτικα τσιγάρα Ματσάγγου που είχε συσκευασμένα σε πακέτα πολυτελείας. Έλεγε
-Έτσι ρε είστε όλοι από μέσα Ματσάγγος και από έξω Παλλάς. 
Και κατέληγε με την απειλή: 
– Μετανοήσατε, ίνα μη γίνω πυρ το εξώτερον και σας κατακαύσω! 
Υπογραφή Λαμπρινός Χατζηφωτεινός, ντέντεκτιβ Χ της φύσεως. 
Το τελευταίο το είχε ξεσηκώσει από ένα περιοδικό, τη «Μάσκα». 
Τα καλοκαίρια όπως οι περισσότεροι έτσι και εμείς στην Περαία νοικιάζαμε το σπίτι μας και μέναμε σε ένα σπιτάκι δίπλα. Ένα καλοκαιρινό μεσημέρι του 1961, που τρώγαμε ήρθε ο Λάμπρος και μου ζήτησε να τον βοηθήσω να στείλει κάποια γράμματα σε διάφορους μεγάλους όπου γης. 
Το ένα απευθυνότανε στον γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Νταγκ Χάμαρσελντ τον οποίο ζητούσε να σταματήσει τον ιμπεριαλισμό των Αμερικάνων και από κάτω -Μετανόησε ίνα μη γίνω πυρ το εξώτερον και σε κατακαύσω 
Λαμπρινός Χατζηφωτεινός, ντέντεκτιβ Χ της φύσεως. 
Ο Χάμαρσελντ σκοτώθηκε το Σεπτέμβριο του 1961. 
Το άλλο γράμμα απευθυνότανε στη Φρειδερίκη που την έβριζε με τα χειρότερα λόγια ρουφιάνα, πουτάνα που θες να κάνεις κουμάντο στο χαντούμη τον άντρα σου και από κάτω 
-Μετανόησε ίνα μη γίνω πυρ το εξώτερον και σε κατακαύσω 
Λαμπρινός Χατζηφωτεινός, ντέντεκτιβ Χ της φύσεως. 
Το τρίτο στον Καραμανλή που του έγραφε 
«Βρε κηπουρέ της Φρειδερίκης, που ρήμαξες τη Θεσσαλονίκη με την αντιπαροχή και ξήλωσες τα τραμ κάνε κάτι τώρα γιατί θα σε τιμωρήσω. Και από κάτω 
-Μετανόησε ίνα μη γίνω πυρ το εξώτερον και σε κατακαύσω 
Λαμπρινός Χατζηφωτεινός, ντέντεκτιβ Χ της φύσεως. 
Όλα τα δάχτυλά του ήταν τυλιγμένα με κουρέλια και τον ρώτησα αν είναι από τα μύδια. Γέλασε με ένα μυστηριώδες χαμόγελο και μου είπε. 
-Το έκανα για να μη με πιάσουν από τα αποτυπώματα!! 
Κι όμως αυτός ο τρελός αρνήθηκε να πάρει την πολεμική αποζημίωση των 30.000 δραχμών που του έδινε η Γερμανία για τον αδελφό του…! 
-Γερμανοί δολοφόνοι, φώναζε, τόσο λογαριάσατε ότι αξίζει η ζωή ενός ανθρώπου; Όποτε το συναντούσα μετά από χρόνια μου έλεγε. 
-Αντώνη επειδή δεν με άκουσαν, σκότωσα τον Γ.Γ του ΟΗΕ έδιωξα τον Καραμανλή και κατάργησα τη Βασιλεία. 
Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και πάντα τέτοιες μέρες δίνανε στο Λάμπρο κάποιοι συμπατριώτες του από την παλιά πατρίδα κανένα παλιό ρούχο. Δεν τον βρίσκαμε όμως, ήταν χαμένος. 
Βρε, πού είναι ο Λάμπρος; Μήπως τον είδε κάποιος; Κανείς δεν ήξερε. Μετά από τέσσερις μέρες, πήγανε κάποιοι πατριώτες του να τον ψάξουν στο συσκευαστήριο του Κοέν, που ήταν μπαίνοντας στην Περαία δεξιά μετά το ξυλάδικο, γιατί ξέρανε ότι εκεί κοιμόταν. 
Ήταν 17 Δεκεμβρίου 1976. Αυτό που είδανε ήταν φρικιαστικό. Καμιά δεκαριά αδέσποτα σκυλιά μαλώνανε, για να φάνε ό,τι μέσα σε κάτι κουρέλια είχε απομείνει από το Λάμπρο! 
Διώξανε τα σκυλιά και τυλίξανε το κουφάρι του, για να το θάψει ο παπα-Γιώργης. Κι εκεί, κάτω από τα κουρέλια βρήκανε δυο ερωτικά γράμματα με χρονολογία 1975, που είχε γράψει ο Λάμπρος σε μια γειτόνισσά του, όταν έμενε στο σπίτι του στην άνω Περαία. 
Άρχιζαν με το «Αγαπημένη μου Φρόσω έχω μέρες τώρα που θέλω να σε συναντήσω και υποφέρω γιατί δε βλέπω την ομορφιά σου…». 
Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που θέλει να γράψει σε αυτή που αγαπά ερωτικά γράμματα Από τη μια όμως η Φρόσω στην οποία απευθυνότανε στα γράμματα του ήταν παντρεμένη, πολύ αξιοπρεπής και το πιο συγκλονιστικό είχε πεθάνει πάνω από δεκαπέντε χρόνια. 
Όταν τις επόμενες μέρες συζητούσαν στο καφενείου του σχολείου για το φριχτό θάνατο του Λάμπρου ένας από αυτούς τους ξερόλες είπε 
-Εντάξει βρε παιδιά, φάγανε οι σκύλοι το Λάμπρο. Σιγά το πράμα! 
Και ένας σοφός γέροντας του απάντησε 
-Αγόρι μου μια κοινωνία είναι πολιτισμένη όταν μπορεί να προστατεύσει άτομα αλαφροΐσκιωτα σαν τον Λάμπρο και όχι έξυπνα σαν και σένα!! 


« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια