Προσφατα

24.2.16

Η σκουριασμένη μερσεντές

Η Λισάβετ μένει στον τέταρτο όροφο. Απέναντί της μένει η παιδική της φίλη η Νικολέτα. 
Τις δυό παλιές ξύλινες πόρτες τις χωρίζει ένας στενός διάδρομος. Υπολογίζω ότι ζουν ογδόντα χρόνια μαζί. Αν θέλει κάτι η μία χτυπάει την πόρτα της άλλης χωρίς, σχεδόν, να βγει από το σπίτι. 
Έπαιζαν μαζί στο ίδιο καντούνι του Καμπιέλου από μικρά παιδιά «Κρουβιτζιάνα» . Έχουν και οι δύο στο σαλονάκι τους από μια ολόιδια φωτογραφία και με ίδιο κουάδρο από την «αλησμόνητη εκδρομή στο Ύψο» όταν πήγαιναν στο γυμνάσιο. 

Η Λισάβετ φοβάται πολύ. Θέλει να βάλει σιδεριές στα παράθυρα και κυρίως στο παράθυρο που βλέπει στην κανιζέλα. Θέλει και δύο καδινάτσους στην ξύλινη εξώπορτα. Με φώναξε και πήγα να αναλάβω να περιορίσω όσο μπορώ τους φόβους . 

«Τι τα θέλεις όλα αυτά τα σίδερα ορή κοπέλα;» Φωνάζει η Νικολέτα από το ανοιχτό παράθυρο; «Δεν τάμαθες που βιάσανε μια γριά ογδοήντα χρονώ στ΄Αλεύκι κάτι αρβανοί;» 
«Και που το άκουσες εσύ αυτό;» «Τόπε ο Μάμαλος στην Τελεόραση» 
«Δεν ξέρω τι μου λές, αλλά εγώ αμα είχα τριάντα χρόνια να δώ άντρα θα τα άφηνα όλα λιμπρέτο» 
Πέταξε το δηλητήριο της η Νικολέτα αλλά η Λισάβω το άφηκε να πέσει κάτω. 
Μοναχές τους έχουνε μείνει. Δεν είναι ώρες τώρα για τσακωμούς. 

Η Λισάβω δεν εδούλεψε ποτές . ο Άντρας της ήτανε «αστενόμος» . Έχει και φωτογραφίες του ανάμεσα από αμέτρητα καντήλια και μικρές εικονίτσες αγίων που σε κάνουν να αναρωτιέσαι «Υπάρχουν τόσοι πολλοί άγιοι;» 
Έχει ταχτοποιημένα στη σειρά και τα φάρμακα στο κομοδίνο . «Αυτά είναι για το Ζάχαρο». 

Η Λισάβω σταυροκοπιέται με το παραμικρό και ξέρει απέξω και ανακατωτά όλα τα φάρμακα που έχει ανακαλύψει η επιστήμη. 
Το σπίτι της είναι κάτι ανάμεσα στο φαρμακείο του Πολέντα και στην Παναγία την Αντιβουνιώτησα. Ο Γιός της είναι «επιχειρηματίας». Για την κόρη της δεν μου είπε τίποτα. 

Κατεβαίνει να πάει στο Μαρκαντικό . Ένα μικρό μπακάλικο του Καμπιέλου που τα έχει όλα. Από οδοντογλυφίδες και «Δεπόν» μέχρι μπουκάλες υγραερίου και ποντικοφάρμακα. 

Μέχρι να κατέβει, να ψωνίσει και να ανέβει βρίσκει την ευκαιρία η Νικολέτα (που είχε στήσει αυτί) να αποκαταστήσει την Ιστορία. 
Ο Άντρας τσι Λισάβως δεν ήταν «αστενόμος» αλλά απλός «χωροφύλακας τσι Σινιές». 
Επάνω στη σκεπή δεν έχει ποντικούς αλλά η Λισάβω έχει γιομήσει το τόπο με δηλητήρια. 
Ο Γιός της δεν είναι «επιχειρηματίας» αλλά ένα ρεμάλι που κοντεύουνε να τονε κλείσουνε στο ψυχιατρείο. Η Κόρη της ζει στην Αθήνα χωρισμένη με δύο κεφάλια παιδιά. Δεν έχει ζάχαρο αλλά παίρνει φάρμακα γιατί είχε ο άντρας της και «φοβάται μην αποχτήσει και αυτή». 
Μετά από καμιά ώρα ανέβηκε τα σκαλιά η Λισάβω ασθμαίνοντας. Μαζί της ανέβαινε και ο «Επιχειρηματίας». Τον έφερε να δει αν έγινε σωστή δουλειά με τις σιδεριές. Έριξε μια αδιάφορη ματιά . «Εντάξει είναι ρε μάνα, φτιάξε μου ένα καφέ». 

Έτσι, πάνω στον καφέ, έμαθα άθελα μου και την ιστορία του «επιχειρηματία». 

Είχε ένα εστιατόριο στη Δασιά τον καιρό εκείνο που οι Άγγλοι, χορεύανε συρτάκι , πίνανε ούζο με λεμονάδα και πληρώνανε με λίρες. Παντρεύτηκε μια αγγλίδα και κάνανε ένα γιό. Η Αγγλίδα τόνε παράτησε, πήρε το γιό και γύρισε πίσω. Πήγε στην Αγγλία να δεί το γιό του αλλά τσακώθηκε μεθυσμένος σε μια πάμπ και τονε σπάσανε στο ξύλο. 

Γύρισε πίσω και τονε βρήκε η κρίση μεσοστρατίς. Νοικιάζει γκαρσονιέρα τσου Καπουτσίνους και καταθέτει πινακίδες από την Μερσεντές. Κάποιο πρεζόνι του σπάει το παράθυρο της Μερσεντές και τώρα πάνω στα δερμάτινα καθίσματα κοιμάται ένας κοκκινωπός γάτος ονόματι «Νιοράντες» με την αμορόζα του. 

Ο «Επιχειρηματίας» πιστεύει ακράδαντα ότι «μας ψεκάζουν» διότι «τι είναι αυτές οι άσπρες γραμμές που βγάζουν τα αεροπλάνα από πίσω;» Ο «Επιχειρηματίας» πιστεύει ότι «εμείς οι Έλληνες» είμαστε μια ξεχωριστή και προικισμένη φυλή και η ανθρωπότητα μας χρωστάει τον πολιτισμό της. 
Ο Επιχειρηματίας πιστεύει ότι είμαστε θύματα μιας συνωμοσίας Εβραίων που θέλουν να ξεκάνουν «εμάς που φέραμε τον πολιτισμό». Ο «Επιχειρηματίας» «δεν είναι φασίστας» αλλά όλες οι φυλές του κόσμου είναι «μόγγολα» μπροστά μας. 

Τέλειωσε ο καφές της σιόρας Λισάβετ. Τέλειωσαν και τα τσιγάρα. Πληρώθηκα για την δοκιμασία στην οποία υποβλήθηκα. 
Έριξα και το εικόνισμα της Παναγίας της Κασοπίτρας όπως πήγα να βάλω το μπουφάν μου και κατέβηκα τα σκαλιά φορτωμένος εργαλεία. 


« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια