Προσφατα

19.12.20

«Αξέχαστα θα μας μείνουν τα Χριστούγεννα του 1940»

Στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου, οι Έλληνες στρατιώτες, μακριά από την οικογένεια τους, αντιμετώπιζαν εκτός από το τσουχτερό κρύο, τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, τις ψείρες και την πείνα, τους βομβαρδισμούς και τις σφαίρες των πολυβόλων των Ιταλών. Και μπορεί υπό κανονικές συνθήκες ζωής, οι στρατιώτες να γιόρταζαν τα Χριστούγεννα στο σπίτι τους και κοντά στις οικογένειές τους, τα Χριστούγεννα του 1940 όμως τους «βρήκαν» στο μέτωπο. 
 
Ωστόσο παρά τις κακουχίες, οι φαντάροι πέρασαν την ημέρα των Χριστουγέννων με ανεβασμένη διάθεση. Άλλωστε είχαν καταφέρει να αναγκάσουν τους Ιταλούς σε ακόμη μια υποχώρηση, δίχως να έχουν πολλές απώλειες. 
 
Παραμονή Χριστουγέννων κατέλαβαν και την Χειμάρρα, ενώ είχαν ήδη καταλάβει το Αργυρόκαστρο, τους Αγίους Σαράντα και το Πόγραδετς. Την Άγια Νύχτα όμως, πιστοί στη χριστιανική παράδοση, σιωπηρά, με τις σκέψεις τους πίσω στα μετόπισθεν, στις οικογένειές τους, στα αγαπημένα τους πρόσωπα, τις μοιράστηκαν με τους αιχμαλώτους τους, έφαγαν και αντάλλαξαν ευχές. 
Ήταν μια χριστιανική γιορτή και στις χριστιανικές γιορτές δεν χωρούν εχθροί. 
 
Εβέσντα, 24 Δεκεμβρίου 1940 
Η εκκλησία ήτο ένας σταύλος και η θεία λειτουργία εγένετο σαν παραμονή Χριστουγέννων εντός του σταύλου. Η Αγία Τράπεζα, αποτελείτο από μίαν κάσσαν, τα δε κηροπήγια, ήσαν μία λάμπα εκστρατείας, δύο κηρία και ένα λυχνάρι. Η δε πρόθεσις από ένα τραπεζάκι και ένα κερί. Η θεία λειτουργία ήτο σύντομος, καλλίφωνοι δε ψάλται (στρατιώται) έψαλον. 
 
Μετά το τέλος της θείας λειτουργίας, εκοινώνησα, αξιωθείς προς τούτο των Αχράντων Μυστηρίων. Μετά το τέλος της θείας λειτουργίας και πριν ακόμα μεταλάβουν οι άνδρες όλοι, ένας στρατιώτης, νομίσας ότι ετελείωσεν η θεία λειτουργία ή, δεν θα εγνώριζεν ότι θα ετελείτο εις τον σταύλον λειτουργία, έφερεν, δύο ημιόνους δια να τους βάλει εις τον σταύλον. Αλλά κατόπιν συστάσεως, ανέμενεν έξω του σταύλου, προσωρινώς, μέχρις ότου τελειώσει το έργον του ιερέως. 
 
Χριστούγεννα με τους Ιταλούς αιχμαλώτους 
Θαυμαστό είναι το γεγονός ότι παρ’ όλα αυτές τις δυσκολίες, δεν έλειπε το χιούμορ, «Στην Αθήνα τρώνε γάλους και στο μέτωπο Ιταλούς» ήταν το αστείο που έλεγαν οι Έλληνες στρατιώτες μεταξύ τους… Είχε έρθει η στιγμή να χαλαρώσουν έστω και για λίγο. 
 
Βέβαια τα τραγούδια δεν ήταν τα συνηθισμένα… Ο Μουσολίνι ή αλλιώς Ντούτσε είχε την «τιμητική» του. Μάλιστα, οι στρατιώτες που έλαβαν δώρα και τρόφιμα από τις οικογένειές τους τα μοιράστηκαν… 
 
Ύψωμα Μάλι Σπατ, 24 Δεκεμβρίου 1940 
Ο τραγικός σύντροφος της βραδυάς, Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Γιάννης Δούβρης, η λεπτή κι ευγενικιά αυτή φυσιογνωμία, κάνει τις ίδιες σκέψεις. Μέσα στον πυρετό που τον καίει, δυο μέρες τώρα, νοιώθει την ψυχολογική κατάστασι, στην οποία βρίσκομαι. Θέλει κι αυτός να ξεσπάσει. Με την αδύνατη και γλυκειά φωνή του αρχίζει να ψέλνει το τροπάρι «Η Γέννησίς Σου Χριστέ». Με βραχνιασμένη φωνή τον ακολουθώ. Το ψέλνουμε τρεις φορές κι’ έπειτα άλλες τρεις το «Η Παρθένος σήμερον». Κλαίω και ψέλνω μαζί. 
 
Τα καυτερά δάκρυα διατρέχουν το πρόσωπό μου κι’ αισθάνομαι το ζεστό μονοπάτι που ακολουθούν επάνω σ’ αυτό. Σε κάποια στιγμή ακούμε ψαλμωδία. Οι στρατιώτες θαμένοι κάτω από τα χιονισμένα αντίσκηνα, αρχίζουν να ψέλνουν ομαδικά και η φωνή τους, η τραγική αυτή επίκλησις προς τον Ουράνιο Πατέρα, ανακατεύεται με τον αέρα και τη βροχή και διασκορπίζεται ανάμεσα στα άξενα και άγονα Αλβανικά βουνά… 
 
Ντίνου Π. Μαγγιοράκου, Το Ξεκίνημα της Νίκης, Ημερολόγιο από τον πόλεμο 40-41, εκδοτικό οίκος «ΑΝΑΤΟΛΗ», Αθήναι 1946, σελ. 81 
 
Πιτσάρι, 25 Δεκεμβρίου 1940 
Εξακολουθεί να ρίχνη χαλάζι και να πέφτουν άφθονες κανονιές. Σήμερα μετά μεγάλης μου χαράς για δώρο Χριστουγέννων επήρα τα πρώτα γράμματα, 28 τον αριθμόν, όλα δηλαδή τα καθυστερούμενα. Εκάθισα και τα εδιάβασα όλα και αμέσως σας έγραψα. 
 
Από τον λόχο μας έδωσαν μισή κουραμάνα και ολίγον τυρί. Εις την καλύβα όμως εβράσαμε το άλλο αρνί και εφάγαμε όλοι μαζί. Έτσι πάνε και τα Χριστούγεννα. 
 
Στέλιου Ι. Τζιρόπουλου, Ημερολόγιον από τον πόλεμο του 1940, σελ. 55 
Μνήμες Πολέμου 1897-1974, Γενικό Επιτελείο Στρατού Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. 
 
Έγραψε η «Εστία» στις 24 Δεκεμβρίου 1940, στο πρωτοσέλιδο κύριο άρθρο της: 
«Η εορτή των Χριστουγέννων, μεγάλη του Χριστιανισμού εορτή, ημέρα της ειρήνης, της ελπίδος και της χαράς, ευρίσκει τον κόσμον, σχεδόν ολόκληρον, βυθισμένον εις την φρίκην, το πένθος και την οδύνην μιας τρομερής ανθρωποσφαγής… 
 
Ούτως, αύριον η μεγάλη της Χριστιανωσύνης εορτή, η ημέρα της γεννήσεως του ειρηνοποιού Θεανθρώπου, θα εορτασθή και εις την ιδικήν μας Πατρίδα με την σκέψιν όλων εστραμμένην προς τους αγωνιζομένους και διακινδυνεύοντας και ταλαιπωρουμένους αδελφούς, με την ψυχήν όλων συνεχομένην από την συνείδησιν όλης της θυσίας, του πένθους, του πόνου, που συνεπάγεται μαζή με τους θριάμβους και τους ηρωισμούς του ο πόλεμος…. 
 
Με την βοήθειαν της Παναγίας, δια την δόξαν του Παντοδυνάμου Θεού και δια την πλήρη επικράτησιν των κηρυγμάτων του μονογενούς Του Υιού, μάχονται, θυσιάζονται, υποφέρουν οι Έλληνες πολεμισταί. Και έχουν όλοι την ακράδαντον πεποίθησιν, ότι οι κόποι, οι μόχθοι, οι κίνδυνοι και αι θυσίαι των θα συντελέσουν, ώστε να ανατείλη το ταχύτερον η νέα πανένδοξος και ευτυχισμένη ημέρα της ειρήνης και της χαράς, καθ’ ήν στρατιαί ουρανίων θα αινούν τον Κύριον και θα ψάλλουν ». Άγγελος Τερζάκης Σαν από θαύμα τις ημέρες εκείνες του Δεκεμβρίου 1940 έριχνε τόσο χιόνι, που σταμάτησε αναγκαστικά ο πόλεμος στην Πίνδο. 
 
Ο Άγγελος Τερζάκης γράφει σχετικά: 
«Στη ζώνη του Β΄ Σώματος Στρατού, όπου οι επιχειρήσεις από τις 24 Δεκεμβρίου είχαν ανασταλεί εξ αιτίας της βαρυχειμωνιάς, ξανάρχισαν μόλις ο καιρός έπιασε κάπως να καλλιτερεύει, δηλαδή στις 30 Δεκεμβρίου…» 
 
Αγγ. Τερζάκη «Ελληνική Εποποιΐα 1940-1941», ΓΕΣ, Έκδοση 2η, 1990, σελ. 150). 
 
Σ’ αυτές τις βαρύτατες καιρικές συνθήκες ο υπαξιωματικός Κωνσταντίνος Τσελέκας περιγράφει το πώς πέρασαν οι φαντάροι τα Χριστούγεννα του 1940. Καθισμένοι σκυφτοί μέσα σ’ έναν αχυρώνα σκοτεινό, ενώ έξω το σκοτάδι με την χιονοθύελλα αγριεύουν περισσότερο τη νύχτα, αναζήτησαν να γιορτάσουν με κάποιο τρόπο τα Χριστούγεννα. 
 
Ένας στρατιώτης βρήκε στο γυλιό του ένα περιοδικό με εξώφυλλο μιαν εικόνα της βρεφοκρατούσας Παναγίας. Μπροστά της έφτιαξαν ένα αυτοσχέδιο καντήλι –ένα κονσερβοκούτι που τούβαλαν λίγο λάδι και με φυτίλι από μπαμπάκι ατομικού επιδέσμου – και κάθισαν γύρω της όλοι και άρχισαν να ψέλνουν όποιους ύμνους ήξεραν για τα Χριστούγεννα. 
 
Όταν τέλειωσαν δεν ένιωσαν χορτάτοι πνευματικά και συμφώνησαν να ξυπνήσουν στις 3 μετά τα μεσάνυχτα και να ξαναψάλουν. Δεν ήξεραν και τι τους περίμενε όταν ξημέρωνε… «Αι! παιδιά ώρα είναι!» ακούστηκε μέσα στον ύπνο τους μια φωνή, που τους έκανε να πεταχτούν επάνω. 
 
Έριξαν στην πλάτη τους τη χλαίνη και μπροστά στο εικόνισμα και στο λιγοστό φως του καντηλιού άρχισαν πάλι να ψέλνουν ό, τι θυμόνταν για τη Γέννηση του Χριστού. 
 
Και σημειώνει ο υπαξιωματικός Κων. Τσελέκας: «Ουδέποτε στη ζωή μας νοιώσαμε τέτοια θρησκευτική κατάνυξη, όση εκείνη τη βραδιά μέσα στον αχυρώνα… Με μια χειραψία και με μιαν ευχή στα χείλη , τελειώσαμε την προσευχή μας. Βωβοί μέσα στην κουβέρτα ενώ κυλούσε από τα μάτια ένα δάκρυ αναμνήσεων ορκιζόμαστε ακόμη μια φορά να θυσιαστούμε για την Πίστη του Χριστού και για την τιμή της Πατρίδας μας… Αξέχαστα θα μας μείνουν τα Χριστούγεννα του 1940».

« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια