Προσφατα

20.9.19

Τι το 'θελες το δίκιο, Γιαννάκη;

Γιαννάκη τ' είσαι κίτρινος και τ' είσαι μαραμένος;
- Παιδιά, σαν με ρωτήσατε, να σας το μολογήσω.
Απόψε είδα στον ύπνο μου, είδα στ' όνειρό μου,
είδα μου σκόρπισ' ο ταϊφάς και μου 'φυγε τ' ασκέρι
και πως με πιάνουν ζωντανό αυτοί οι Βαρβαρέζοι.
Χίλιοι με παν από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω.
Κι οι πρόκριτοι μου λέγανε κι οι πρόκριτοι μου λένε:
- Μαρτύρα τον Κολιόπουλο και τον Κολοκοτρώνη.
- Παιδιά, πως με περάσατε να ψευδομαρτυρήσω;
Μονάχος μου το σήκωσα με την παλιοκαπότα.
Ξήντα παράδες το σφαχτό, δυο γρόσια το μοσχάρι
και τρία γρόσια τ' άλογο, ποιος Θιός το υποφέρει;
Γιάννης Λαζάρου 
Φαίνεται καθαρά από τις ανησυχίες του Γιαννάκη πως υπάρχουν άπειροι «Θιοί» ανάλογα με τα συμφέροντα των πιστών. Όμως ο Γιαννάκης είχε ένα και μοναδικό «Θιό», το δίκιο. 
Έτσι ο Γιαννάκης άφησε την καλή ζωή που έκανε στην Κωνσταντινούπολη όπου ασκούσε το επάγγελμα του εμπόρου με τον αδερφό του και έτρεξε να πολεμήσει αφού η πατρίδα ζήταγε την λευτεριά της. Πολέμησε δίπλα στον Κολοκοτρώνη και κατά μόνας, πήρε μέρος και στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, το  1823 έγινε χιλίαρχος και αμέσως τον επόμενο χρόνο (1824) τον ρίχνουν στην φυλακή στην Ύδρα μαζί με τον Κολοκοτρώνη, ο οποίος πλήρωνε την φήμη του από τις νίκες κατά του Δράμαλη κλπ. (σιγά μην άφηναν οι κοτζαμπάσηδες τον γέρο σε χλωρό κλαρί). 
Με την αναίτια σύλληψη του Κολοκοτρώνη χωρίς να τηρηθεί κανενός είδους δικονομική διαδικασία (κατηγορητήριο-δίκη-καταδίκη) συνελήφθη και ο Γιαννάκης την ίδια στιγμή που ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ έκανε απόβαση στη Μεθώνη με περίπου 100.000 στρατό. 
Τον επόμενο χρόνο που βγήκε από την φυλακή πήγε να πολεμήσει τον Ιμπραήμ στο Μωριά, για την πατρίδα πάντα. 
Όταν πια εγκαταστάθηκαν οι Βαυαροί (Βαρβαρέζοι) που μαζί με τους ντόπιους δωσίλογους έγδερναν τον λαό  κάποιοι από τους αγωνιστές αγανάκτησαν και συνάχτηκαν να δούνε τι μπορεί να γίνει. Ο Μητροπέτροβας, ο Μήτρος Πλαπούτας, ο Κόλιας, ο Τσαμαλής  και φυσικά ο Γιαννάκης και άλλοι. 
Σιγά μην άφηνε την ευκαιρία ο Κωλέττης να στήσει έναν ακόμη εμφύλιο. Έτσι γεννήθηκε αυτή που γνωρίζουμε ως Μεσσηνιακή επανάσταση. 
Με το σύνθημα που έριξε ο Κωλέττης «αρπάξτε και δραγουμίστε» όρμηξαν όλα μαζί τα κοράκια. Χατζηχρήστος, Γαρδικιώτης Γρίβας, Κανέλος Δεληγιάννης, Κατσάκος, Τζανετάκης,  Γιατράκος και άλλοι μαζί με δυό χιλιάδες Γερμανούς και ντόπιους χτύπησαν και αφάνισαν το χωριό Ασλάναγα. 
Στο χωριό Σούλο που ήταν ο Γιαννάκης ρίχτηκαν με λύσσα απ' όλες τις μεριές και δεν μπόρεσαν να αντέξουν την πολιορκία.
Με αυτές τις ραδιουργίες του Κωλέττη διέλυσαν τα πάντα και αφού οι «ραδιούργοι και ταραξίες» τράβηξαν τον δρόμο τους, χιλιάδες στρατού κυβερνητικού με ντόπιους και Βαυαρέζους συνέχισαν να επιτίθενται  στα χωριά που κατέλυαν. 
Ο Γιαννάκης με καμιά τρακοσαριά δικούς του πήγε στις Καρυές και αφού τον χτύπησαν τράβηξε για τα Στάσιμα όμως οι κάτοικοι φοβούμενοι την οργή των κυβερνητικών δεν τον άφησαν να μπεί και το έσκασε για την Τριφυλία. 
Οι κυβερνητικοί έπιασαν τους δικούς του στο χωριό του το Ψάρι και για να τους σώσει παραδόθηκε. 
Με συνοπτικές διαδικασίες στήθηκε στρατοδικείο με εισαγγελέα τον γνωστό Άγγλο Μάσον. 
Έτσι... 

Πριν περάσουν καν δυο ώρες τον τουφέκισαν παρουσία κόσμου που συνάχτηκε να του συμπαρασταθεί. 
Στο στρατοδικείο τα πήρε όλα πάνω του και δεν μίλησε για κανέναν συναγωνιστή του. 
Τα τελευταία του λόγια προς τους συγκεντρωμένους ήταν:
«Αδέρφια, άδικα πεθαίνω. Γύρεψα τα δίκια των Ελλήνων». 
Έτσι ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης σιώπησε για πάντα και μαζί του από τότε βουβάθηκε και το δίκιο των Ελλήνων. 
« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια