Προσφατα

27.2.16

Το καράβι το λέγαν Γκιουλνιχάλ

Πρόσφυγες, τρόμος, ρατσισμός. Τρεις λέξεις που όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται από τα γεωπολιτικά παιχνίδια των ισχυρών μένουν πάντα οι ίδιες στους λαούς ακόμα κι αν ο κόσμος "προοδεύει". Η πλειοψηφία μετά από σχεδόν έναν αιώνα του βίαιου ξεριζωμού των Ελλήνων του Πόντου θέλει να ωραιοποιεί ότι η εγκατάστασή τους στο κράτος Ελλάδα ήταν σπαρμένη με ροδοπέταλα διότι εκείνοι ήταν Έλληνες βιαίως ξεριζωμένοι από μουσουλμάνους, εκείνοι ήταν ορθόδοξοι χριστιανοί, ήταν σαν εμάς.  Η αλήθεια είναι ότι εκείνοι ήταν πρόσφυγες και ως πρόσφυγες τράβηξαν άγριο κουπί για να αποδείξουν το αυτονόητο στην ίδια τους την ράτσα: Ότι ήταν απλά άνθρωποι.

Πέρασαν 18 χρόνια από εκείνον τον Μάρτιο του 1998 που ένας από τους τελευταίους πρόσφυγες του Πόντου δέχθηκε να αφηγηθεί τον ξεριζωμό και το ρίζωμα του στην Άρτα στην τρυφερή ηλικία των 10 ετών. Θυμάμαι από τον Κυριάκο Παπάζογλου τρία πράγματα όταν ήρθε στην συνάντηση μας σε ένα σπίτι στον προσφυγικό συνοικισμό της πόλης: Το υπέροχο σκούρο κουστούμι του, τα διαπεραστικά του μάτια και την δυνατή χειραψία του. Παρά τα 86 του χρόνια η διαύγειά του ήταν εφήβου ενώ η φωνή του κατά την συζήτησή μας “έσπαγε” μόνο όταν πρόφερε μία λέξη: Πατέρας.
Κύριε Παπάζογλου.....
Παππού να με λες. Κύριος είναι μόνο ένας.
Από ποιο μέρος του Πόντου κατάγεστε;
Από την Σαμψούντα. Ήταν πολύ καλή πόλη. Μεγάλη και πλούσια. Αν σας πούνε ότι περπατάγαμε στις λίρες να το πιστέψετε.
Με τι ασχολούνταν οι άνθρωποι;
Όλοι οι Έλληνες είχαν μαγαζιά. Όσοι ζούσαν στα χωριά είχαν φυτείες καπνού.
Τι σχέση είχαν οι Έλληνες με τους Τούρκους;
Θα σου πω ένα πράγμα. Ο κόσμος δεν είναι κακός. Οι κυβερνήσεις φταίνε για όλα. Είμασταν αγαπημένοι με τους Τούρκους. Οι πατεράδες μας είχαν φίλους Τούρκους.
Το σπίτι σας το θυμάστε;
Και βέβαια το θυμάμαι. Είχε πάνω 5 ή 6 δωμάτια. Από κάτω ήταν το χαγιάτι. Εκεί ερχόταν οι εργάτες και επεξεργάζονταν τον καπνό που είχαμε σε αποθήκες στο λιμάνι. Οι εργάτες κοιμόταν εκεί σε δωμάτια. Το πρωί καθάριζαν το χαγιάτι, το ασβέστωναν και μετά έφευγαν. Όλοι οι Έλληνες εκεί είχαν μεγάλα σπίτια.
Πόσο χρονών ήσαστε όταν ξεκίνησαν τα γεγονότα;
Ήμουν 10 χρονών. Τα θυμάμαι όλα.
Όταν ξεκίνησε η εκκαθάριση και ο διωγμός φύγατε αμέσως;
Όχι, μείναμε περίπου δύο μήνες στην Σαμψούντα. Είχαν αγριέψει τα πράγματα. Θυμάμαι ότι οι μανάδες μας μάς έστελναν για ψώνια. Κάποια μέρα γύρισα στο σπίτι και είπα στη μαμά ότι δεν ξαναπάω για ψώνια. “Είδα τον τάδε και τον τάδε κρεμασμένους στο δρόμο”, της είπα. Είχε αρχίσει η εκκαθάριση. Μάλιστα στον κάθε κρεμασμένο έβαζαν και μια ταινία με το όνομά του. Όλες οι οικογένειες στο τέλος έμειναν ορφανές από πατεράδες. Όταν ήρθαμε εδώ είμαστε όλοι οι άνδρες κάτω από 15 χρονών.
Ο δικός σας πατέρας πώς χάθηκε;
 Ήταν ένα τάγμα θανάτου “δικό” μας. Σ' αυτό ήταν και ο πατέρας μου. Ήταν περίπου 800 άτομα. Τούς έβγαλαν έξω από την Σαμψούντα σ' ένα μέρος που το λέγαν Τσιορούμ (Çorum)*. Εκεί ήταν μια χαράδρα 80 μέτρα βάθος. Όπως έμαθα, τούς πέταξαν τέσσερις-τέσσερις δεμένους μες στην χαράδρα. Από 16 μέχρι 42 χρονών ήταν όλοι τους. Τους πέταξαν ζωντανούς και μετά έριξαν και πέτρες από πάνω τους. Το μέρος αυτό είχε πολλά νερά και βγήκε ένα ποντιακό τραγούδι που έλεγε: “Όλο αυτό είναι αίμα και δε μπορώ να πιω ένα ποτήρι νερό”.
Τι θυμάστε από την μέρα που ξεριζωθήκατε;
Εμάς μάς είπαν να φύγουμε. Όλοι οι συγγενείς είχαν φύγει, εμείς είχαμε μείνει πίσω. Η μάνα μου με τέσσερα παιδιά. Είμαστε πέντε αδέλφια αλλά το ένα είχε πεθάνει. Έπρεπε και μεις να ξεκινήσουμε να φύγουμε. Τρομάξαμε να μπούμε στο καράβι. Ένας πανικός. Οι μανάδες δεν είχαν ένα και δυο παιδιά, είχαν από τέσσερα και πάνω η κάθε μία. Φτάσαμε στην Κωνσταντινούπολη με δικό μας καράβι. Το λέγαν “Γκιουλνιχάλ”. Θυμάμαι μείναμε στο καράβι αυτό είκοσι ημέρες ώσπου να στείλουν καράβι από τον Πειραιά.
Πόσοι άνθρωποι έφυγαν μαζί σας από την Σαμψούντα;
Ήρθαμε από την Σαμψούντα 2,000 οικογένειες. Μετά αλλάξαμε καράβια και μπήκαμε σ' αυτό που στείλαν απ' τον Πειραιά. Πώς το έλεγαν δεν θυμάμαι. Τα καράβια αυτά πήραν ανθρώπους από το Ορτού, την Σαμψούντα, την Τραπεζούντα, την Κερασούντα, την Κωνσταντινούπολη.
Τι κατάσταση επικρατούσε στο καράβι;
Όλος ο κόσμος καλός αλλά μας “έφαγε” η ψείρα. Και χωρίς φαγητό. Ό,τι είχαμε πάρει από τα σπίτια μας το είχαμε φάει. Άλλωστε, τι να πρωτοπάρει μια γυναίκα που έφευγε από το σπίτι της με παιδιά κάτω των 15 χρονών; Πολλά παιδιά όμως έμειναν πίσω. Ειδικά οι δικές μας οι κοπέλες ήταν πολύ όμορφες. Πολλές έζησαν καλά, έγιναν νοικοκυρές. Οι Τουρκάλες δεν ήταν όμορφες, φορούσαν φερετζέ.
Όταν ήσαστε στο καράβι εσείς αποφασίσατε πού θα πάτε;
Το Υπουργείο αποφάσισε πού θα πάει το κάθε καράβι.
Εσείς πώς φτάσατε στα δικά μας μέρη;
Μετά τον Πειραιά ήρθαμε εδώ. Δε μας δέχθηκε η Κόπραινα (σ.σ: λιμάνι του Αμβρακικού κόλπου στο νομό Άρτας). Επί δύο μήνες ταλαιπωρούμασταν μέσα στη θάλασσα. Δεν ξέρω πού μάς πήγαιναν. Μάς έστελναν στην Πρέβεζα, από δω, από εκεί, αλλά κανείς δεν μας δεχόταν. Ήταν έλεγαν “συμπληρωμένοι”. Στο τέλος μάς έστειλαν πάλι στην Κόπραινα. Εν τω μεταξύ είμαστε όλοι άρρωστοι και τρώγαμε τις ψείρες άθελά μας. Έμπαιναν στο στόμα μας σαν μυρμήγκια. Στην Κόπραινα ήρθε ο δήμαρχος, ο νομάρχης, ένας γιατρός και μια επιτροπή. Περισσότεροι από τους μισούς ήμαστε ήδη άρρωστοι. Κάθε μέρα στην διάρκεια του ταξιδιού πετάγαμε στην θάλασσα δύο με τρία άτομα. Πεθαμένοι. Πού να τους πάμε;
Τι έγινε εκείνη την φορά στην Κόπραινα;
Ήταν ένας μέσα στο καράβι, τον λέγαν Σιδηρόπουλο και φώναξε: “Θέλω να δω το νομάρχη και τον δήμαρχο. Γυρίζουμε στον Αμβρακικό μήνες. Ή θα μας βγάλετε έξω ή ρίξτε μας μια τορπίλη να τελειώνουμε. Άλλη λύση δεν υπάρχει”.
Πόσα άτομα ήσαστε στο καράβι;
Τετρακόσια-πεντακόσια άτομα θα' μασταν. Αυτό που ζητήσαμε πρώτα απ' όλα ήταν νερό και σαπούνι. Μάς άφησαν να βγούμε έξω. Όλοι κάναμε τον σταυρό μας και φιλούσαμε τη γη....Μάς είχε φάει η υγρασία και η βρώμα στο καράβι. Όσοι είχαμε έρθει ήμαστε νοικοκυραίοι. Βγάλαμε τους μπόγους και απλώσαμε τα χαλιά στην ξηρά. Έρχεται ο νομάρχης και φωνάζει: “Να επιτάξετε σπίτια, σχολεία και εκκλησίες αμέσως. Αυτοί οι άνθρωποι δεν κάθονται εδώ. Είναι νοικοκυραίοι”.
Πώς ήταν η Άρτα σαν πόλη εκείνο τον καιρό;
Όταν ήρθαμε εδώ δεν βρίσκαμε να φάμε. Ήταν δύο μπακάλικα όλα κι όλα. Θυμάμαι ότι πήγα να αγοράσω μια οκά ρύζι και μου είπε ο μπακάλης: “Μια οκά ρύζι τρώει όλη Άρτα, πού να το βρω;” Στις αρχές πήγαινα στην Φιλιππιάδα με τα πόδια για να πάρω ψωμί. Τέσσερις ώρες να πας και τέσσερις να γυρίσεις.
Πού σας έβαλαν να μείνετε;
Εμείς μείναμε εκεί που τώρα είναι τα ψαράδικα. Στον Άγιο Μηνά. Ήταν ένα μεγάλο σχολείο. Εμείς και οι Γουνοπουλαίοι. Σ' ένα δωμάτιο δύο οικογένειες. Τα “σύνορά” μας ήταν τα μπαούλα μας. Καθίσαμε εκεί ένα-δύο χρόνια.
Οι υπόλοιποι;
Σε εκκλησίες, σε άλλα σχολεία, σε άδεια σπίτια. Στο μεταξύ ο καθένας έβρισκε τους συγγενείς του και έφευγε. Πολλοί πήγαν στην Καβάλα, άλλοι στην Θεσσαλονίκη κι άλλοι σε χωριά. Στα Λιβούνια (σ.σ Νέα Κερασούντα Πρεβέζης), στην Νέα Σαμψούντα....
Ποιο γεγονός θυμάστε έντονα από εκείνα τα χρόνια;
Μόλις ήρθαμε στην Άρτα βρήκαμε δυο παιδιά ίδιας ηλικίας με μένα. Τα ρώτησε η μάνα μου πού θα μπορούσαμε να χαλάσουμε μία λίρα. Με πήρα τα παιδιά και πήγαν σ' ένα μαγαζί. Του Ζάρα, ο γνωστός, ο ευεργέτης. Πρόσφυγας κι αυτός. Εγώ τότε φορούσα φέσι με φούντα. Μού λέει ο Ζάρας: “ Αυτό θα το φοράς στις Απόκριες, πάρε από μένα ένα μαθητικό καπέλο”. Και δεν ξαναφόρεσα φέσι. Στεναχωρήθηκα αλλά εδώ έπρεπε να φοράω πηλήκιο.
Η γλώσσα σας ήταν τα ποντιακά;
Στην Σαμψούντα μιλούσαμε ελληνικά. Ξέραμε και τούρκικα αλλά ο πατέρας μάς απογόρευε να μιλάμε τούρκικα στο σπίτι. Θυμάμαι ότι ο πατέρας μάς έφερνε βιβλία. Σ' ένα από αυτά είχε και την Γέφυρα της Άρτας. Και μάς έλεγε ο πατέρας: “Όταν μεγαλώσετε θα σας πάω στην Άρτα να δείτε την Γέφυρα”. Περιμέναμε να μεγαλώσουμε να στην πάμε στην Άρτα. Στο τέλος ήρθαμε χωρίς αυτόν...
Πώς ζούσαν οι Αρτινοί εκείνα τα χρόνια;
Ζούσαν σε καλύβες ή σε μικρά σπίτια. Άλλος κόσμος. Εμείς όταν μπήκαμε στο καράβι για τον Πειραιά και ακούσαμε πώς έβριζαν οι Έλληνες, η μαμά μου έλεγε συνέχεια: “Θεέ μου, στην κόλαση πάμε”. Ήμαστε αλλιώς μαθημένοι. Ο παππούς μου ήταν παπάς στην Σαμψούντα. Ήταν εκεί είκοσι παπάδες. Κάθε πρωί πήγαιναν στην εκκλησία και μετά στην Μητρόπολη. Καθόταν ο καθένας στο γραφείο του. Εκεί ξάπλωναν το μεσημέρι και το απόγευμα έκαναν Εσπερινό. Μετά ερχόταν σπίτι. Τον παπά ήξερες πού θα τον βρεις: Ή στην εκκλησία ή στην Μητρόπολη.
Σάς έπιασε ποτέ το παράπονο;
Αφού είδαν τόσα τα μάτια μου στον Πόντο, φόνους, κρεμάλες, δεν είχα παράπονο που ήρθα εδώ. Δεν ξεχνιούνται αυτά Δεν τολμούσαμε να μαζέψουμε τους νεκρούς μας.
Με τι ασχοληθήκατε επαγγελματικά στην Άρτα;
Ανοίξαμε ένα μαγαζί στον Άγιο Δημήτριο (σ.σ στην κεντρική πλατεία Άρτας). Είχαμε φέρει λεφτά. Είμαι από 14 χρονών στο εμπόριο. Το μαγαζί είχε ψιλικά και στιλβωτήριο. Πήγε πολύ καλά η δουλειά και πολλά λεφτά. Όμως ήρθε ο πόλεμος κι εγώ πήγα φαντάρος. Όταν γύρισα δεν βρήκα τίποτε. Μια βόμβα τα είχε διαλύσει όλα. Τρία αδέλφια ήμαστε στρατιώτες. Η μαμά μου όμως μάς είπε: “Δεν πειράζει. Δεν είμαστε πρόσφυγες πια, γνωρίσαμε πενήντα ανθρώπους στην Άρα και στην Αθήνα”. Και ξαναδημιουργηθήκαμε. Δεν έχω παράπονο.
Υπήρξαν όμως πρόσφυγες που δεν έφεραν τίποτε απ' τον τόπο τους. 
Οι πρόσφυγες που ήρθαν απ' την πλευρά του Πόντου που βλέπει την Ρωσία είχαν πρόβλημα. Φτωχός κόσμος, άθλια κατάσταση. Απ' την δική μας πλευρά του Πόντου είχαμε φέρει λεφτά και περιουσία. Στα μέρη μας ήμαστε πλούσιοι. Τα σπίτια μας είχαν τουλάχιστον πέντε δωμάτια. Το χειμώνα είχαμε τέσσερις σόμπες.
Με τι ασχολούνταν οι υπόλοιποι πρόσφυγες στην Άρτα;
Κ.Π: Όλοι δούλευαν. Οι περισσότεροι όμως έφυγαν μέσα σε τρία χρόνια. Κάποιοι ήταν τσαγκαράδες, κάποιοι πουλούσαν μαλλιά. Είχαν τις παράγκες τους απέναντι από τον Δεβέκο (σ.σ χάνι στην πλατεία Κιλκίς).Άλλοι που ήταν αγρότες έφτιαξαν τα προσφυγικά χωριά στην περιοχή.
Ο προσφυγικός συνοικισμός της Άρτας πότε χτίστηκε;
Δε θυμάμαι ακριβώς αλλά πολύ αργότερα. Όμως σ' εμάς φαινόταν ότι ήταν πολύ μακριά από την Άρτα και κάποιοι από εμάς δεν έζησαν εκεί πάνω.
Τι ήταν εκεί πριν γίνει συνοικισμός;
Λύκοι κατέβαιναν. Δε μπορούσες ν' ανέβεις εκεί πάνω. Ζούγκλα κι αγρίμια.
Οι πρόσφυγες της Άρτας πήραν μέρος στους αγώνας της πατρίδας;
Όλοι οι πρόσφυγες πήραν στρατιώτες και πολέμησαν. Ήταν και πρόσφυγες πολιτικοποιημένοι αλλά δεν βρήκαν έδαφος να καλλιεργήσουν εδώ και έφυγαν.
Κατά την γνώμη σας αναβάθμισαν οι πρόσφυγες την Άρτα σε κάποιο τομέα;
Βέβαια. Μάλιστα ο Γιάννης Αρκουδιάρης ήταν να γίνει δήμαρχος στην Άρτα. Μορφωμένος κόσμος. Οι περισσότεροι πρόσφυγες ήμαστε με τον Βενιζέλο.
Αθλητές είχατε;
Οι Πόντιοι έφεραν το ποδόσφαιρο στην Άρτα. Ο Ασλανίδης, ο Τομπουλίδης, ο Ρωμανός. Θυμάμαι ότι κάποιος έφτιαξε και γυμναστήριο και εμείς πηγαίναμε να γυμναστούμε. Δυστυχώς κανένας από αυτούς δεν ζει πια.
Στην Σαμψούντα αθλούσασταν;
Βέβαια, θυμάμαι ήταν μια τεράστια εκκλησία. Από τη μια μεριά ήταν δύο πτέρυγες Θηλέων και από την άλλη το Αρρένων. Σ' εκείνο το προαύλιο αθλούμαστε όλοι. Είχαμε μεγάλο αθλητισμό στον Πόντο.
Πήγατε ποτέ πίσω στην πατρίδα;
Πήγαν άλλοι, εγώ δεν πήγα ποτέ από τότε...Δεν ήμαστε και πολλοί πρόσφυγες εδώ για να κάνουμε μια ομάδα να πάμε.
Γλέντια οι πρόσφυγες κάνατε στην Άρτα;
Κάθε Κυριακή. Μια φορά στο δικό μου σπίτι, μια στον άλλον. Ωραία γλέντια. Ακούγαμε ευρωπαϊκά τραγούδια απ΄το γραμμόφωνο. Αν θέλαμε να ακούσουμε κεμεντζέ πηγαίναμε στα Λιβούνια.
Μάθατε στα παιδιά σας τις παραδόσεις σας;
Όσο ζούσε η μαμά μου, ναι. Η μαγειρική της, ας πούμε, ήταν αλλιώτικη. Μετά, όταν πέθανε, πήραμε άλλη γραμμή.


* Η πορεία θανάτου που έκανε το  "τάγμα εργασίας" από την Σαμψούντα μέχρι το Τσορούμ ήταν περίπου 200 χιλιόμετρα. 

Σύμφωνα με την μελέτη του καθηγητή του τμήματος Βαλκανικών Σπουδών του ΑΠΘ, Βλάση Βλασίδη, το πρώτο καράβι με πρόσφυγες ξεκίνησε από τη Σαμψούντα τον Νοέμβριο του 1922 για την Ελλάδα μέσω Κωνσταντινούπολης. Το προσφυγικό ρεύμα θα συνεχιστεί και σε όλη τη διάρκεια του 1923.
Το 1924 οι χριστιανικοί πληθυσμοί του Πόντου περιελήφθησαν στη ελληνοτουρκική σύμβαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών. Όσοι άνδρες επέζησαν από εκείνους που είχαν συλληφθεί τα προηγούμενα χρόνια και υπηρετούσαν στα τάγματα εργασίας, πέρασαν στην Ελλάδα είτε μέσω Σαμψούντας, είτε μέσω Συρίας.
« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια