Προσφατα

29.9.15

Στον «Π»

 
Η ιστορία δεν ξεκινά την ώρα που γεννιόμαστε εμείς. Πάει πολύ πίσω, κι αν δεν γυρίσεις πίσω τότε το μπροστά είναι χαμένη υπόθεση. 
Κάποιοι την ιστορία την έζησαν και την έδωσαν απλόχερα και απλοϊκά σαν παραμύθι. 
Ένας από αυτούς ο "Πλάτανος" που λίγοι τον κατάλαβαν, οι περισσότεροι απλά γέλασαν και οι μετρημένοι στα δάκτυλα του τεράστιου χεριού του τον ένιωσαν πραγματικά. 

"Παραμίθι" 
Φίλι κι Φίλις για κι χαρά σας 
Όσο πλισιάζουν ι εκλογές τόσο στριφογιρνάι στο καζανοκέφαλο μου ένα παραμίθι κι γι αφτό θα σας το πο κι σας μίπος σας πάρι ο ίπνος ιλαφρότιρα κι γλικοκιμιθίτι μόλις νικίσι το κόμα σας. 
Μια φουρά κι έναν κιρό πρίν από πολά χρόνια σι ένα μικρομέγαλου χουριό ο κοσμάκις έδινι μάχι για τιν καθιμερινί ιπιβίοσι. Λίγου τα χουράφια λίγου το ξινοδούλι κι ου ιπιούσιους έβγινι να έρχουντι γίρα κι να μιγαλόνουν τα πιδιά. 
Ο πιρισότιρος κουσμάκις ίταν από τι μιριά τον νικιμένον γιατί πριν κάμποσα χρόνια ίχι γίνι εμφίλιος πόλιμος. Ι μιγαλίτιρι αγουνία ίταν για το κινίγι τον ανθρόπον νικιτόν στους ανθρόπους νικιμένους παρά για το μιρουκάματου γιατί ένα γίρο στο ίδιο καζάνι τις φτόχιας έβραζαν νικιτές κι νικιμένι. 
Στιν πίνα ι νικιτές στιν πίνα κι ι νικιμένι στα χουράφια ι νικιτές στα χουράφια κι νικιμένι. Βαριές ίταν ι καλιμέρις γιατί όλου κι κάπιος θα πέταγι τιν κουβέντα που θα τον έβαζαν να πί ι κιβιρνίτες τον νικιτόν. 
Ο φόβος έκανι παρέα μι τους ανθρόπους στα καφινία κι ι κουβέντις ίταν χαμιλόφονες πιο πολί μι νοίματα. Απ τιν άλι δεν έβλιπις κι καμιά διαφορά στι ζουί του λαού τον νικιτόν. Μι τα ίδια ντρίλινα παντιλόνια κάθονταν στις καρέκλις του καφινίου γι αφτό κι τα καφινία δεν ξιχόριζαν νικιτές κι νικιμένους. 
Βλέπιτι ι καρέκλα δεν έχι μιαλό να σκεφτί ότι ο κόλος του νικιτί ίνι πιο μιρουδάτος από τον κόλο του νικιμένου. Ιπίρχε ένας σιβασμός στον αέρα κι σχιδόν ποτέ δεν προκαλούσι ο νικιτίς τον νικιμένο αφού στο ίδιο καζάνι έβραζαν κι σι κάθι βίμα σκουντούφλαγε ο ένας απάνο στον άλον στο μικρομέγαλο χοριό. Ακόμα κι κάπιοι που προκαλούσαν όταν για κάπια χρόνια ίχι στρατιοτικό καθιστός ίχαν λουφάξι κι δε μίλαγαν. 
Ξέριτι κάπιοι πραγματικί κουκουλοφόρι για τέτιους μιλάμι που όταν ί άλι πολιμούσαν τους γιρμανούς αφτί αλόνιζαν. Στιν πιριοχί άμα ακούσις όνομα που σινοδέβετε από το κουκούλας ξέρις αμέσος το παριλθόν του ανθρόπου. Έτσι κιλούσαν ι χρόνι κι ι μουναδικί αγουνία τον νικιμένον ίταν για το μέλον τον πιδιόν τους ιπιδί κι για κατούριμα ίθιλαν πιστοπιιτικό κινονικόν φρονιμάτον. 
Ικί ζούσι κι ένας πατέρας μι τρία πιδιά που βιοπάλιβι για να τα φέρι βόλτα κι να ίνι αξιοπριπίς γιατί ίταν από τι μιριά τον νικιμένον. Ι κουβέντις του λίγις κι ι δουλιά σκλιρί. Μπαρουτοκαπνισμένος μι χέρια από ατσάλι κι τους όμους έλαφριά σκιφτούς από τις κακουχίις σι ένα πράμα δεν έκανι πίσου, στο να μάθουν γράματα τα πιδιά του. 
Δεν κράταγι κακία σι κανέναν ακόμα κι στους νικιτές μόνο έλιγι ότι κάπια μέρα θα καταλάβουν κι θα μιτανιόσουν γιατί ι δικιουσίνι ξικινάι απου τιν κινουνία κι εκί τιλιόνι. Ι ενδιάμισι μπένουν μόνο για το δικό τους σιμφέρον κι φτιάχνουν τιν κινονικί δικιοσίνι στα μέτρα τους. Στι ζουί του δεν ίχι πάρι κι πολές χαρές γι αφτό κι το βλέμα του ίταν πάντα μιλανχολικό, όταν όμος χέρονταν το έβλιπις στα μάτια του γιατί ίταν ιγρά έτιμα να κλάψουν. 
Έτσι ίταν εκίνες τις μέρες χαρούμινος πολί γιατί ίταν γιορτές κι ίρθαν τα διό πιδιά του ο μικρός κι ο μισέος μι άδια γιατί σπούδαζαν. Ίταν τόσο χαρούμινος που πίρι το μιγάλο γιό του παρέα στο καφενίο για πρότι φορά. Κέρασι όλους τους ανθρόπους για τι χαρά του αλά κι για το βάπτισμα του πιρός στο καφινίο του μιγάλου. Ι κουβέντις κι τα πιράγματα έπιρναν κι έδοναν μαζί μι τα σινχαριτίρια για τους φιτιτές. 
Ι όρα πιρνούσι ιφχάριστα για όλους αφτούς τους ταλιποριμένους ανθρόπους γιατί σπάνια έβρισκαν εφκερίες να ξιδόσουν. Μίλαγαν δινατά έκαναν πιράγματα μέχρι που πίραν κι τραγούδαγαν. Τότι κόπικαν όλα μαχέρι γιατί άνιξε ι πόρτα κι μπίκι μέσα ο χριστοκουκούλας. Αμέσος μαζέφτικαν κι άρχισαν πάλι να μιλάνε χαμιλόφονα. 
Ο χριστοκουκούλας έκατσι σι ένα τραπέζι κι άπλοσι μπροστά του ένα χασαπόχαρτο. Βάρισι παλαμάκια επιδικτικά για να παραγκίλι κι ίπι: "Ακούστι όλι. Ίμι βάλτος από τον ματζούνα να φτιάσο στιν πιριοχί το τοπασοκ. Να έρχιστι ένας ένας να γράφιστι ίδικά ισις ι αριστιρί". 
Το χαμένο κορμί ιπιδί του ίπαν να κάνι τοπικί οργάνοσι κι του έγραψαν στο χαρτί τα αρχικά τ.ο. πασοκ νόμιζε ότι το κόμα λέγιτι τοπασοκ. Ένας ένας άρχισαν να αρεόνουν από το καφενίο ι θαμόνες. 
Ο πατέρας φόναξι τον καφιτζί κι του ίπι να κιράσι το χριστοκουκούλα για τις χαρές του. Ίστερα γίρισε προς τον γιό του κι ίπι πάμι τόρα. 
Στο σπίτι βρίκαν τι μάνα να κάνι ετιμασίες για το τραπέζι όπου μιτά από κιρό θα κάθονταν όλι ι ικογένια. Ί στιγμί δεν άργισι να έρθι κι ι χαρά από τα μάτια του ίχι χαθί. 
Παράξινο πράμα να έχι τα πιδιά του ένα γίρο κι αφτός να ίνι λιπιμένος. Σίκοσι το ποτίρι μι το κρασί κι ίπι:" Αντι στιν ιγιά μας. Ακούστι κάτι σι σας τους μικρούς μιλάο. Θα τιλιόσιτι το πανιπιστίμιο χορίς να χάσιτι όρα. Αμέσος θα φίγιτι για το εξοτερικό για μιγαλίτιρις σπουδές. Θα γιρίσιτι να ιπιριτίσιτι τιν πατρίδα. Αμέσος μιτά θα φίγιτι να ζίσιτι έξου κι να κάνιτι ικογένια εκί. Ι ελάδα τιλίουσι πια παραδόθικι στα χέρια τον χριστοκουκούλον. Όπιος φέρι αντίρισι δεν ίνι γιός μου. Ιγό κι ο μιγάλος θα ίμαστι δίπλα σας". 
Ι σιοπί ίταν πολί βαριά μόνο το βουβό κλάμα τις μάνας τιν έσπαγι που κι που ιπιδί τότι δεν μπορούσι να καταλάβι πόσο ιφτιχισμένα θα ίταν τα πιδιά τις μιτά από χρόνια. Έτσι έζισαν τα διο πιδιά καλά πουλί καλά κι ι άλι που έμιναν στο μικρουμέγαλου χουριό πίραν τον πούλο γιατί δεν πιρίμιναν να ίνι τόσι πολί μι τα χρόνια ι χριστοκουκούλες. 
Το γέλιο όμους επέστριψι σι μιρικούς στο μικρομέγαλο χουριό γιατί το μόνο που δε μπορούν να τους κλέψουν ι χριστοκουκούλες ίνε ι ψιχί κι ο ιδρότας. Βέβια μιγάλο κομάτι του ιδρότα το πλιρόνουν στους χριστοκουκούλες αλά τουλάχιστον έχουν καθαρί τιν ψιχί τους κι το κούτιλο ψιλά. 

« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια