Προσφατα
.

12.9.23

Μπρονισλάβα Βάις

Η Μπρονισλάβα Βάις γεννήθηκε σε ένα καραβάνι μουσικών, περιπλανώμενων τσιγγάνων το 1908 ή το 1910. Η μητέρα της την ονόμασε «παπούσα» που σημαίνει κουκλίτσα. Ήταν ένα πανέμορφο παιδί με πολύ μακριά μαλλιά τα οποία δεν έκοψε ποτέ. 
 
Η παπούσα ήταν ίσως η μοναδική τσιγγάνα που ήξερε να γράφει και να διαβάζει. Δεν πήγε ποτέ σχολείο αλλά έκλεβε κοτόπουλα και τα αντάλλασσε με τη βοήθεια που της έδιναν τα παιδιά που πήγαιναν σχολείο ή μια Εβραία του χωριού που τη μάθαιναν να διαβάζει. Στα 16 της χρόνια αναγκάστηκε να παντρευτεί τον, κατά 25 χρόνια μεγαλύτερο, αδελφό του πατριού της, ο οποίος της απαγόρευε να διαβάζει. Το ότι ήταν εγγράμματη θεωρήθηκε πράγμα ανήθικο και βρώμικο από τους τσιγγάνους του 1920. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι διώξεις των Ναζί έστειλαν τη φυλή της Βάις στα δάση της Δυτικής Ουκρανίας όπου ζούσαν σε λαγούμια και παρότι υπέφεραν από την πείνα κατάφεραν να επιβιώσουν. 
 
Καθοριστικής σημασίας γεγονός για τη ζωή της Παπούσα ήταν η συνάντησή της με τον ποιητή Γιέρζι Φιτσόφσκι, ο οποίος το 1949, κυνηγημένος από τη μυστική αστυνομία, ζήτησε κρησφύγετο στον καταυλισμό της φυλής της Παπούσα. Ο Φιτσόφσκι γοητεύτηκε από τη ζωή των τσιγγάνων, κυρίως όμως από τη Βάις που έφτιαχνε αυτοσχέδιους στίχους για τα τσιγγανικά τραγούδια. Γι΄ αυτή της την ενασχόληση αντιμετωπιζόταν με επιφύλαξη από τους υπόλοιπους τσιγγάνους του καταυλισμού και γι΄αυτό ποτέ δε δέχθηκε τον τίτλο της ποιήτριας. Ποιήτρια και στείρα. Καταραμένη για τους τσιγγάνους. (τον γιo της τον βρήκε βρέφος ανάμεσα στα πτώματα μιας οικογένειας που αφάνισαν οι Ναζί και τον μεγάλωσε σα δικό της παιδί). 
 
Πολύ γρήγορα ο Φιτσόφσκι αναγνώρισε τη λογοτεχνική αξία των στίχων της που μιλούσαν για τα δάση, για την περίοδο των διώξεων από τους Ναζί και τη χαμένη ελευθερία των τσιγγάνων όταν μετά τον πόλεμο τους απαγορεύτηκε η νομαδική ζωή. Ήταν στίχοι ανομοιοκατάληκτοι, χωρίς ρυθμό, γεμάτοι από τον ονειρικό κόσμο του μυαλού της αλλά και των δραματικών γεγονότων που έζησε. 
 
Όταν ο Φιτσόφσκι επέστρεψε στη Βαρσοβία έγραψε ένα βιβλίο για τη ζωή και τους ηθικούς κώδικες των τσιγγάνων μαζί με ένα γλωσσάρι με τις βασικές φράσεις της γλώσσας τους. Σε αυτό το βιβλίο συμπεριέλαβε και τα 30 ποιήματα της Βάις, αφού τα μετέφρασε και τα επιμελήθηκε. Αυτό στάθηκε αφορμή να την εξορίσουν γιατί θεώρησαν ότι πρόδωσε τα μυστικά της φυλής της. 
 
Η Παπούσα περιφρονημένη, ντροπιασμένη και κυρίως τρομοκρατημένη επειδή απείλησαν να την σκοτώσουν, αφού πέρασε ένα διάστημα σε ψυχιατρείο, έζησε την υπόλοιπη ζωή της σε ένα μικρό χωριό, μέσα στη φτώχεια, καθώς δε δέχτηκε ποτέ τα χρήματα που της εξασφάλισαν τα πνευματικά δικαιώματα για τα ποιήματά της. 
 
Το πρώτο της ποίημα δημοσιεύτηκε το 1951 στο περιοδικό Nowa Kultura. Η ζωή της και το έργο της στάθηκαν αφορμή για την ταινία των Joanna Kos Krauze και Krzysztof Krauze με τον ομώνυμο τίτλο, αλλά και το βιβλίο ποιημάτων της Βίκυς Κατσαρού που και αυτό ονομάζεται «Παπούσα» και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ενύπνιο. 
 
Το ποίημα της Βάις που θεωρείται αριστούργημα είναι το «Γύφτικο τραγούδι βγαλμένο απ’ το κεφάλι της Παπούσα» (Gypsy Song Taken From Papusza’s Head Gili romani Papuszakre szerestyr utchody, 1950/1951): 
 
Σε ένα δάσος μεγάλωσα σαν θάμνος 
από χρυσάφι γεννημένη 
σε μια σκηνή 
όμοια με βωλίτη. 
 
Αγαπάω τη φωτιά με όλη μου την καρδιά. 
Οι άνεμοι, μικροί και μεγάλοι 
πήραν στην αγκαλιά τους 
την μικρή γύφτισσα 
και την φύσηξαν μακριά μέσα στον κόσμο. 
 
Οι βροχές ξέπλυναν τα δάκρυά μου, 
Ο ήλιος, ο χρυσός μου, γύφτος πατέρας, 
με κράτησε ζεστή και έδωσε όμορφο χρώμα στην καρδιά μου. 
Από το γαλάζιο ρυάκι δεν πήρα δύναμη, 
έπλυνα μόνο τα μάτια μου… 
 
Η αρκούδα περιπλανιέται στο δάσος 
σαν το ασημένιο φεγγάρι, 
Ο λύκος φοβάται τη φωτιά, 
δεν θα δαγκώσει έναν γύφτο. 
 
Ω, πόσο όμορφα δίπλα στην σκηνή τραγουδάει το κορίτσι, 
η φωτιά καίει! 
 
Ω, πόσο όμορφα οι άνθρωποι από μακριά 
ακούνε τα πασχαλιάτικα τραγούδια των πουλιών, 
το κλαψούρισμα των παιδιών και τα τραγούδια 
και τους χορούς των αγοριών και των κοριτσιών. 
 
Ω, πόσο όμορφα το δάσος θροΐζει για μας, 
-μάς τραγουδάει τραγούδια 
Πόσο όμορφα κυλάει το ποτάμι, 
μέχρι που γεμίζει την καρδιά μου με χαρά. 
 
Πόσο μεγάλη απόλαυση είναι να αντικρίζεις το βαθύ νερό, 
και να του λες τα πάντα. 
Γιατί κανείς δεν μπορεί να με καταλάβει, 
μόνο τα δάση και τα ρυάκια. 
 
Αυτά που λέω εδώ έχουν περάσει 
εδώ και πολύ καιρό 
κι έχουν πάρει μαζί τους τα πάντα 
-μαζί και τα νεανικά μου χρόνια. 




 

To Koskino

« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια