Προσφατα
.

12.2.21

Ο Κινέζος «αδελφός του Ιησού Χριστού»

Στα μέσα του 19ου αιώνα, η δυναστεία των Τσινγκ στην Κίνα είχε αποτύχει. Η χώρα είχε ηττηθεί σε δύο πολέμους με τη Δύση, υπήρχε μεγάλη κοινωνική αναταραχή και η οικονομία είχε σχεδόν καταρρεύσει. Οι συνθήκες ήταν ώριμες για να αναδυθεί ένας νέος ηγέτης από το χάος και να εγκαθιδρύσει μια νέα δυναστεία. 
 
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο αυτο-ορισθείς ως νεότερος αδελφός του Ιησού Χριστού, ο Χονγκ Ξιουκουάν. Ο Χονγκ γεννήθηκε στην επαρχία Γκουαντόνγκ στη Νότια Κίνα και ανήκε στους Χάκα, μια σημαντική εθνοτική κινεζική ομάδα Χαν που αποκαλούνταν “Ιησούς της Κίνας”. 
 
Οι γονείς του ήταν αγρότες, αλλά φρόντισαν ο γιος τους να πάρει κλασική κομφουκιανή μόρφωση η οποία θα τον προετοίμαζε για τη συμμετοχή του στις δύσκολες αυτοκρατορικές εξετάσεις για δημόσιος αξιωματούχος. 
 
Το 1836, σε ηλικία 22 ετών, ο Χονγκ ταξίδεψε στην επαρχιακή πρωτεύουσα Γουανγκτζού για να δώσει εξετάσεις. Δοκίμασε την τύχη τους στις εξετάσεις τρεις φορές χωρίς επιτυχία και στο τέλος, εγκατέλειψε την προσπάθεια και έγινε ο δάσκαλος του χωριού. 
Κατά την πρώτη του επίσκεψη στο Γουανγκτζού είχε ακούσει το κήρυγμα ενός χριστιανού ιεραποστόλου και διάβασε χριστιανικές μπροσούρες στα κινέζικα. 
 
Το 1837, μετά από τη δεύτερη αποτυχία του στις εξετάσεις, ο Χονγκ έπαθε νευρικό κλονισμό. Κατά την ανάρρωσή του, είχε διάφορες μυστικιστικές εμπειρίες και οράματα στα οποία έβλεπε δύο σιλουέτες, αυτόν που αργότερα ισχυρίστηκε ότι ήταν ο Ιεχωβάς, ο Ουράνιος Πατέρας του και ο άλλος ήταν ο αδελφός του, Ιησούς Χριστός. 
 
Του έλεγαν να καθαρίσει την Κίνα από τη “δαιμονολατρία”, δηλαδή από τις κυριότερες θρησκείες, τον Βουδισμό την προγονολατρία του Κομφουκισμού και τον Ταοϊσμό. 
Οι γνώσεις του για τον Χριστιανισμό όμως ήταν λίγες, μέχρι που μαθήτευσε κοντά στον Αμερικάνο Βαπτιστή πάστορα Ίσαχαρ Ρόμπερτς στο Γκουαντόνγκ δέκα χρόνια μετά. 
 
Παρόλα αυτά, η ερμηνεία της χριστιανικής διδασκαλίας από τον Χονγκ ήταν τόσο ανορθόδοξη ώστε ο Ρόμπερτς αρνήθηκε να τον βαπτίσει. 
 
Ο Χονγκ περίμενε μέχρι το 1844 για να ενεργήσει με βάση την αποκάλυψη που βίωσε. Ξεκίνησε “καθαρίζοντας” το σπίτι του από τους “δαίμονες”: καίγοντας όλα τα βιβλία του για τον Κομφουκιανισμό και τον Βουδισμό και ενθαρρύνοντας τους συγγενείς του να κάνουν το ίδιο. 
Όταν οι εικονοκλαστικές δραστηριότητες του Χονγκ επεκτάθηκαν στον ναό του χωριού, οι αρχές κινήθηκαν εναντίον του και αυτός και οι συγγενείς του υποχρεώθηκαν να διαφύγουν πεζή στη γειτονική επαρχία του Γκουανξί όπου κατοικούσε μια μεγάλη κοινότητα Χάκα. Εκεί ήταν που ξεκίνησε πραγματικά η αποστολή του και ανέπτυξε ένα κοινωνικό και πολιτικό πρόγραμμα το οποίο αποτέλεσε το σχέδιο για το μεταγενέστερο Ουράνιο Βασίλειο της Μεγάλης Γαλήνης (Ταϊπίνγκ), το οποίο συνδύαζε ψευτο-χριστιανικές δοξασίες με κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές κοινοκτημοσύνης. 
 
Όλα τα περιουσιακά στοιχεία θα ήταν κοινά, η κοινωνία θα γινόταν αταξική και στις γυναίκες θα δινόταν πλήρης ισότητα με τους άνδρες, αν και τα δύο φύλα έπρεπε να είναι τελείως διαχωρισμένα και ακόμη και τα παντρεμένα ζευγάρια να ζουν χωριστά. Απαγόρευσε τις διάφορες πρακτικές των τσινγκ, όπως η πολυγαμία, το δέσιμο των ποδιών και η παραδοσιακή κόμμωση με ουρά, ενώ απαγόρευσε επίσης το κάπνισμα του οπίου, την πορνεία και τη χαρτοπαιξία. 
 
Στην πράξη πάντως, η εξουσία της “Ουράνιας Γαλήνης” ήταν αυταρχική, στρατοκρατική και διεφθαρμένη και οι ηγέτες ή “βασιλείς” των Ταϊπίνγκ δε ζούσαν σύμφωνα με τον αυστηρό ηθικό κώδικα που επέβαλλαν στους υπηκόους τους. 

Η κυβέρνηση των Τσινγκ, ταλανιζόμενη από άλλα προβλήματα, αρχικά αγνόησε το κίνημα των Ταϊπίνγκ. Το 1850 όμως, οι αρχές έστειλαν μια μικρή δύναμη που απαίτησε την παράδοση του Χονγκ, αλλά αυτός τους νίκησε εύκολα και σκότωσε τον στρατηγό της. 
Στη συνέχεια, οι Τσινγκ εξαπέλυσαν μια επίθεση με πλήρεις δυνάμεις, η οποία αποκρούστηκε μετά από σκληρές μάχες και μεγάλες απώλειες και στις δύο πλευρές. Μην έχοντας να χάσει τίποτε, ο Χονγκ κήρυξε την ίδρυση του Ουράνιου Βασιλείου των Ταϊπίνγκ το 1851. 
 
Κατέλαβε τη σημαντική πόλη του Νανζίνγκ το 1853, κατασφάζοντας την αυτοκρατορική φρουρά που αποτελούνταν από 30.000 άνδρες και πολλές χιλιάδες αμάχων. Άλλαξε το όνομα της πόλης σε Τιανζίνγκ (Ουράνια Πρωτεύουσα). 
Αφού εγκαταστάθηκε στο Ουράνιο Παλάτι του, ο Χονκ αποσύρθηκε από την καθημερινότητα της διοίκησης του βασιλείου προτιμώντας τον ρόλο του ηγεμόνα και του θρησκευτικού προφήτη και εκδίδοντας μια σειρά θρησκευτικών διαταγμάτων και ηθικών κωδίκων. 
 
Άφησε τα κοσμικά ζητήματα να τα χειρίζονται κατώτεροι “βασιλείς” και “πρίγκιπες”, πράγμα που οδήγησε σε εσωτερικές έχθρες και δολοφονίες μεταξύ των ανταγωνιστών ηγετών των Ταϊπίνγκ. 
 
Σε όλη τη δεκαετία του 1850, οι δυνάμεις της Δύσης ένιωθαν ασφαλείς με τα εμπορικά προνόμια που είχαν στη Σαγκάη και είχαν παραμείνει ουδέτερες στην εξέγερση, επειδή απασχολούσε τις δυνάμεις της Κίνας. 
 
Όταν όμως οι Ταϊπίνγκ δοκίμασαν να καταλάβουν το λιμάνι της Σαγκάης το 1860, αναγκάστηκαν να επέμβουν. Μια μικτή ευρω-κινεζική δύναμη απέκρουσε την πρώτη επίθεση των Ταϊπίνγκ, (Ουράνιο Βασίλειο). Μετά από αυτό, οι Τσινγκ υποστηριζόμενοι από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, άρχισαν να παίρνουν το πάνω χέρι. Ύστερα από διαδοχικές μάχες έφτασαν στην Τιανζίνγκ το 1864. 
 
Ο Χονγκ είχε παραιτηθεί υπέρ του γιου του λίγους μήνες πριν φτάσει ο στρατός των Τσινγκ και πέθανε από δηλητήριο στο φαγητό του πριν από την κατάληψη της πόλης. Το όνειρο της ισοπολιτείας στο Βασίλειο της Ουράνιας Γαλήνης πνίγηκε μέσα στο αίμα, καθώς τα επόμενα δέκα χρόνια οι επιζώντες Ταϊπίνγκ κυνηγήθηκαν και εκτελέστηκαν. 
 
Σε παλαιότερες εποχές, ο Χονγκ μπορεί να είχε καταφέρει να ανατρέψει τους Τσινγκ και να εγκαθιδρύσει μια νέα δυναστεία. Εκείνο τον καιρό όμως, οι ξένες δυνάμεις υποστήριξαν το καθεστώς επειδή προτιμούσαν μια διεφθαρμένη και ανίσχυρη κυβέρνηση από τους ριζοσπάστες και απρόβλεπτους Ταϊπίνγκ. 
 
Η δυναστεία των Τσινγκ παρέμεινε στην εξουσία για ακόμη 58 χρόνια μέχρι που ανατράπηκε από τη δημοκρατική επανάσταση του 1912. 
 
 
ΠΗΓΗ: Οι Μεγαλύτερες Απάτες της Ιστορίας, Eric Chaline, Εκδόσεις Κλειδάριθμος mihanitouxronou

« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια