Προσφατα

27.10.20

Τρις εις θάνατον

Γιάννης Λαζάρου
Ο Κώστας και ο Σπύρος ξαδέρφια αλλά και φιλαράκια αχώριστα από πιτσιρικάδες, μεγαλώνουν στο κεφαλοχώρι όπου οι προοπτικές είναι ίδιες με αυτές των πατεράδων και των παππούδων τους. Λίγα γράμματα, χωράφια και στα ζώα, για να τα φέρνουν βόλτα, αντιμετωπίζοντας τους εμπόρους και την εκμετάλλευση του κόπου και του ιδρώτα τους με τον οποίο ήταν καλά ποτισμένος ο κάμπος που άρχισαν να αντρώνονται. 
Σχεδόν αμούστακα παιδιά και οι δύο άκουσαν τα γερμανικά στούκας να σπέρνουν τον όλεθρο παντού και την μπότα του κατακτητή να θερίζει ανθρώπινες ζωές για το τίποτε, στερώντας τους ακόμη και την τροφή. Το αίμα τους έβραζε, ο θυμός μεγάλωνε, η κατάσταση γινότανε αβάσταχτη. 
Τότε άκουσαν για το αντάρτικο, τους το μετέφερε ο ίδιος άνθρωπος που τους μύησε κρυφά (αυτούς και άλλους) στα ιδανικά της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ισότητας πριν μερικά χρόνια πίσω από έναν αχυρώνα σε ένα γειτονικό χωριό. Δεν το σκέφτηκαν καθόλου, αποχαιρέτησαν τις οικογένειες και "βγήκαν στο βουνό". 
Έλαβαν μέρος σε μάχες με τους συναγωνιστές τους εναντίον του κατακτητή βάζοντας κι αυτοί το λιθαράκι τους για την λευτεριά, την πολυπόθητη λευτεριά που δεν την χάρηκαν, γιατί με την αποχώρηση των κατακτητών η πληγωμένη πατρίδα έγινε έρμαιο στα χέρια πατριδοκάπηλων και "συμμάχων" που ήθελαν να την υποδουλώσουν για ακόμη μια φορά. 
Βρέθηκαν πάλι στο βουνό σε μια δίνη εμφυλίου πολέμου αφού η συνείδησή τους δεν μπορούσε να ανεχτεί μια αδικία ακόμη. Ο νεανικός ενθουσιασμός η ακράδαντη πίστη στα ιδανικά τους αλλά και ο πόθος για πραγματική λευτεριά στην πατρίδα τους οδηγούσε ακόμη και σε ριψοκίνδυνες αποστολές, πάντα μαζί, αχώριστοι. Όλα για την λευτεριά και την πατρίδα, και έτσι άντεχαν μαζί με χιλιάδες ακόμη συντρόφους τους κάθε κακουχία, όλες τις στερήσεις και τις αναποδιές αφού το όραμα ήταν ένα και μοναδικό: Λευτεριά και κοινωνική δικαιοσύνη. 
Ήταν χειμώνας όταν τους έπιασαν σε ένα μπλόκο σε κάποιο πέρασμα που πέρναγαν, πηγαίνοντας κάποια αποστολή. Χειμώνας βαρύς, από αυτούς τους Ηπειρώτικους που το κρύο περονιάζει το κόκκαλο. Τότε κατάλαβαν και οι δυο πως είναι χειμώνας, ίσως το αίμα που κύλαγε ζεστό όταν το κοντάκι των όπλων τους βάραγε αλύπητα σε όλο το κορμί, ίσως τα ρούχα τους που δεν ήταν κατάλληλα για χειμώνα, ίσως η ψυχή τους που μαύρισε αφού δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στην αποστολή. Μέχρι τότε δεν είχαν κρυώσει ποτέ. 
Τους φόρτωσαν σε στρατιωτικό καμιόνι και τους πέταξαν μαζί με άλλους σε ένα θάλαμο στο στρατόπεδο στα Γιάννενα. Στο δάπεδο του θαλάμου αίμα και νερό, δεν ξεχώριζε καμία ανθρώπινη μορφή. Ήταν κουλουριασμένοι όλοι, χαμένοι στον πόνο και τις σκέψεις. Όλοι κρύωναν και κρύωναν πάρα πολύ. 
"Κώστα εσύ είσαι;" άκουσε ένα ψίθυρο δίπλα του. Με κόπο γύρισε και με ακόμη μεγαλύτερο κόπο γνώρισε έναν φίλο του από το διπλανό χωριό που ήταν παραμορφωμένος από τα χτυπήματα. "Λαμπράκη, ναι εγώ, τι γίνεται, κάτσε να σε σκουπίσω λίγο", απάντησε.  
Σίμωσαν κοντά ο ένας στον άλλον, "τι θα γίνει; ξέρεις τίποτε;" ρώτησε ο Κώστας. "Στη σειρά για το στρατοδικείο είμαστε, κι απ' οτι άκουσα όλοι για εκτέλεση πάμε". 
Το στημένο στρατοδικείο "δούλευε" ολημερίς και με συνοπτικές διαδικασίες τους δίκαζαν εις θάνατον, οδηγώντας τους στην τοποθεσία Αυγό για εκτέλεση. Ανάλογες με τον "φόρτο εργασίας" ήταν και οι ημέρες που οι κρατούμενοι έμεναν ζωντανοί στον απέραντο και κρύο θάλαμο. 
Πέρασαν περίπου μια εβδομάδα περιμένοντας την δίκη τους ο Κώστας και ο Σπύρος στον ίδιο παγερό θάλαμο, ώσπου έφτασε η μέρα της δίκης. Εν τω μεταξύ τα νέα είχαν φτάσει στο χωριό και οι πατεράδες έτρεξαν στα Γιάννενα με κάτι ρουχαλάκια στεγνά για να παρουσιαστούν ενώπιον των δικαστών τους.
Η αίθουσα γεμάτη από συγγενείς που περίμεναν να δικαστούν οι άνθρωποί τους. Κάπου κάπου ακούγονταν και και κάποιο βογκητό. Δεν ξεχώριζες αν ήταν από τον πόνο των δικασμένων λόγω βασανιστηρίων ή από τον πόνο των συγγενών που άκουγαν την καταδικαστική απόφαση για τους δικούς τους. 
Όταν ήρθε η σειρά τους, τους έβαλαν να καθίσουν μπροστά στους στρατοδίκες, δίπλα δίπλα πάντα. Είχαν να καθίσουν σαν άνθρωποι πολλές μέρες. Στην αίθουσα τα χνώτα και η αγωνία των ανθρώπων πάλευαν για ζωή και θάνατο. Μια ξυλόσομπα τεράστια ζέσταινε τον χώρο. Οι στρατοδίκες μίλησαν για λίγο και...
Από την θαλπωρή που ένιωσαν και οι δυο ακούμπησαν πίσω στις καρέκλες το πονεμένο και παγωμένο κορμί τους. Ο Κώστας ασυναίσθητα με τις αισθήσεις να ταξιδεύουν έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο. 
Ο στρατοδίκης άστραψε και βρόντηξε, "συμμορίτη να σου φέρουμε και κανένα καφέ; κατέβασε γρήγορα το πόδι". Ο Κώστας μετά από προσπάθεια κατάλαβε πως απευθύνονταν σ' αυτόν αφού τον σκούντηξε και ο Σπύρος. 
Δεν πέρασαν αρκετά λεπτά της ώρας και η θαλπωρή έφερνε τον Μορφέα στην συντροφιά του Κώστα. Έτσι πάλι ασυναίσθητα έβαλε σταυροπόδι τα μελανιασμένα από το ξύλο πόδια του. Ποιος είδε τον στρατοδίκη και δεν φοβήθηκε, άστραψε και βρόντηξε: "Κομμουνιστοσυμμορίτη εσείς δεν βάζετε μυαλό, κατέβασε τα πόδια κάτω μη βάλω και στα κόψουν". 
Η δίκη δεν κράτησε και πολύ ώρα. Μεταξύ τους τα είπαν οι στρατοδίκες παίζοντας τους αυστηρούς "πατριώτες", σηκώθηκαν όλοι για την απόφαση. 
Με βλοσυρό ύφος αφού είπε κάτι ακαταλαβίστικα για αντεθνικώς δρώντες ο ένας από αυτούς, ανακοίνωσε την ποινή και των δυο.
Τρις εις θάνατον...πάρτε τους!!! 
Δεν πολυκατάλαβαν τι έγινε τόσο ο Κώστας όσο και ο Σπύρος. Την ώρα που τους έσπρωχναν να σηκωθούν οι δεσμοφύλακες φαντάροι, ο στρατοδίκης απευθυνόμενος στον Κώστα λέει δυνατά: "Εσένα κανονικά έπρεπε να σου βάλουμε τετράκις εις θάνατον για την ασέβεια, αλλά άντε στη χαρίζουμε". 
Οι αποφάσεις εκτελούνταν άμεσα αλλά επειδή ήταν προχωρημένη η ώρα τους πήγαν στο θάλαμο μελλοθανάτων για να τους πάνε στο Αυγό το πρωί. 
Δεν είχε ξημερώσει στα Γιάννενα και μέσα στο σκοτάδι άναψαν τα φώτα των καμιονιών που θα τους φόρτωναν για εκτέλεση. Τους έσπρωχναν σε ένα απόκοσμο τοπίο που δημιουργούσαν τα φώτα και η ομίχλη τούτη την παγερή νύχτα. 
Τους πέταξαν στην καρότσα και ξεκίνησαν. Η κούραση, ο πόνος, το νεαρό της ηλικίας, όλες οι κακουχίες μαζεμένες αλλά και τα χέρια που είχαν δεμένα πίσω δεν τους άφηναν όχι μόνο να σκεφτούν αλλά και να μπορέσουν να κάτσουν να δουν έστω για τελευταία φορά μέσα από το σκοτάδι κομμάτι της πατρίδας που λάτρεψαν και πολέμησαν γι αυτήν. 
Το καμιόνι πέρασε την πύλη του στρατοπέδου βγαίνοντας στον δρόμο για τον τόπο της εκτέλεσης. Ξαφνικά δυο τζιπ κόβουν το δρόμο ακινητοποιώντας το καμιόνι. Πετάχτηκαν από μέσα κάποιοι και μίλησαν με τον οδηγό και τους στρατιώτες φρουρούς. Πήραν τον Κώστα και τον Σπύρο και χάθηκαν στο λυκαυγές προς το βουνό. 
Ήταν άνθρωποι του καθεστώτος, ήταν αυτοί που έστειλε ο βουλευτής τον οποίο θερμοπαρακάλεσαν οι πατεράδες να γλιτώσει τα δυο παλικάρια. Το έκανε και τους γλίτωσε, αφού δεν πήρε τις λίρες που ζήτησε, γιατί δεν υπήρχαν αλλά του υπέγραψαν χαρτί να εκμεταλλεύεται κάτι χωραφάκια που είχαν για είκοσι χρόνια.-

« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια