Προσφατα

6.6.17

Τίση

Είχε χρόνια να περάσει από το στενό. Δεν το βάσταγε η βασανισμένη του ψυχή. Μετά το απότομο φευγιό της μονάκριβής του, το μόνο που τον έμελε ήταν να μην την ξεχνά. Μάτια με χρώμα δανεισμένο απ’ τη φούρια τ’ ουρανού, μάγουλα ροδισμένα σαν τις τελευταίες μέρες της άνοιξης κι η λευκή, παρθένα επιδερμίδα της να αντανακλά σαν διαμάντι το φως του ήλιου κάθε πο ‘καμε τον αφηρημένο της περίπατο στη δημοσιά. 
Ψηλή, όμορφη κόρη σαν τις παλιές γκραβούρες που στολίζουν τα σπίτια δίχως ποτέ να ξεκρεμαστούν, σκονισμένες από το χρόνο και τη λήθη του προγόνου που τις πρωτο-αγόρασε. Φρόντιζε να της μιλά, μονάχος, πριν τον τυλίξει ο ύπνος της καλοκαιρινής νύχτας. Λόγια ακατάληπτα, λόγια ενός τρελού θα ‘λεγες, εκτός κι αν ήσουν παρών αντίκρυ στην άψυχη, αλωμένη μορφή της ‘κείνο το ξημέρωμα. 

– Φόνη μου, τί σου ‘καμε… Τί σου ‘καμε ο άτιμος; Και το παραμιλητό να γίνεται κόμπος, ο κόμπος να γίνεται δάκρυ, το δάκρυ ποτάμι που πνίγει ακόμα μια μαύρη, μπουχτισμένη από παραμιλητά νύχτα. Σαν χτες ήταν που η άμοιρη γυναίκα του περνούσε το τελευταίο βράδυ της, μετά τη γέννα του μικρού βρέφους, που αντίκριζε για πρώτη φορά τον έξω κόσμο. Θα ήταν οι τελευταίες ώρες της ζωής της και όμως ζούσε και ανάσαινε κάθε λεπτό σαν να ‘ναι το τελευταίο της, από καιρό. 

Σαν να ‘ναι από καιρό έτοιμη να δώσει τη ζωή της, για να γεννηθεί μια άλλη ζωή. Έτοιμη να ανταλλάξει τη στιγμή που θα ξέβγαζε από τα σπλάχνα της μία καινούργια αθώα ψυχή, με το θάνατό της… 

Ο πατέρας δεν ξέχασε ποτέ εκείνο το βράδυ. Κι όταν οι πρώτες δειλές αμυχές της ζωής έκαναν αισθητή την παρουσία τους στο μικρό κορίτσι, φρόντιζε να ‘ναι μάνα και πατέρας για ‘κείνο. Φύλακας όπου κι αν τον χρειάστηκε. Ίσως γι’ αυτό… Ίσως γι’ αυτό και να μετάνιωνε ως τα τώρα, που έλειψε από κοντά της το μοναδικό βράδυ που τον χρειάστηκε αληθινά… Το βράδυ του φονικού βιασμού της. 

… 

Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά στην έρημη κοιλάδα. Μοναδικό σημάδι ζωής, το υπόκωφο σφύριγμα του ανέμου στις καλαμιές. Σε προϊδέαζε. Σαν να το ‘ξερε ο αγέρας, να ‘θελε να το μηνύσει: «Εδώ θα γίνει φονικό…» 

Τα ψηλά, λυγερόκορμα ξεροκάλαμα ξεκινούσαν από τον ποταμό κι έφταναν ακλάδευτα ως την ανηφοριά, ζωντανή εικόνα μιας άλλης, ξεχασμένης ανθρώπινης παρουσίας, που καιρό τώρα έδωσε τη σειρά της στην πυκνή βλάστηση της όχθης. Πήρε την απόφαση να κρυφτεί χάμω. 
Τί καλύτερο από το να περιμένει; Πέρασε τη μισή ζωή του ρωτώντας στα Κλουκινοχώρια για το φονικό, θα περνούσε λίγη ώρα ακόμα ώσπου να δώσει ‘κείνος την απόκρισή του, στη μνήμη της Περσεφόνης. Γιατί όταν το δίκιο αργείς να το δώσεις, γιγαντώνεται μέσα σου και δε σβήνει ώσπου να εκραγεί και να πάρει στο διάβα του άτιμες πράξεις, που τις υπόγραψε αιματοβαμμένο χέρι. Κι αν περάσει ο καιρός και θαρρείς δεν πλήρωσε σ’ αυτό τον κόσμο τ’ άδικό του αυτός που το ‘καμε, ανάμενε. Κανείς δεν ξέρει το τέλος του. 

Η ώρα περνούσε. Ο τραχύς, μικρόσωμος άνδρας λόγιασε για μια στιγμή να φύγει. Δίστασε. Δε γεννήθηκε γι’ αυτό. Δεν τον παίδευσαν να σκοτώνει σε κανένα σχολειό. Όμως ήταν βαριά η αιτία που όπλισε το τίμιο χέρι του να αποδώσει τη χαμένη δικαιοσύνη του φευγιού της. Έμεινε εκεί σιωπηλός, να τον βαρά η υγρασία της νυχτιάς. Ξάφνου, άκουσε βήματα. «Δεν μπορεί» σκέφτηκε, «μόνο αυτός παίρνει αυτόν το δρόμο για το χωριό». Λίγα μέτρα ακόμα κι εφάνη ο φονιάς. Σχεδόν τρέκλιζε βαρύς, μεθυσμένος, παραμιλώντας ένα συνονθύλευμα από τραγούδια του καπηλειού με βαριές φράσεις που αντάλλαξε με τον τελευταίο χωριανό πριν να πάρει το χωματόδρομο. Δεν ήθελε δεύτερη σκέψη. 

Ξεπηδά μπρος του σαν φάντασμα, κρατώντας το μαχαίρι που συνόδευε το άψυχο κουφάρι της Περσεφόνης, χρόνια πριν. Η πρώτη, στο στομάχι. Ο φονιάς τα χάνει, δεν αντέχει, γονατίζει μα ο Μένης δεν παίρνει το χέρι του απ’ το στειλιάρι. Σκύβει μαζί του αργά, σαν σε μυσταγωγία. Στρίβει κι άλλο το μαχαίρι, να θεριέψει η πληγή. Αρπάζει την ώμο του το δίχως άλλο, βγάζει το μαχαίρι απ’ τα σωθικά και το μπήγει στην πλάτη. 

– Όχι άλλη μαχαιριά… Ψιθυρίζει τελειωμένος ο αλλοτινός βιαστής. 

– Στα μηλίγγια σκυλί μαύρο, στα μηλίγγια. Όπως την άφησες στο στενό. 

Κι έμπηξε το μαχαίρι της τίσης ως τη λαβή… Λίγη ώρα μετά, δυο πρησμένα, κούφια από βλέμμα μάτια ‘μείναν να τα μαρτυρούν όλα. Ένας μπηγμένος σουγιάς πλάι στ’ αυτί. Μια λίμνη αίματος, πηγή που ανάβλυζε εκδίκηση για τα πεπραγμένα της ξεδιάντροπης ζωής που γέμιζε το ψόφιο κουφάρι. 

Η νύχτα είχε δώσει τη σειρά της στο άγουρο φως του ουρανού. Μοναδικό σημάδι ζωής, το υπόκωφο σφύριγμα του ανέμου στις καλαμιές. Σε προϊδέαζε. Σαν να το ‘ξερε ο αγέρας, να ‘θελε να το μηνύσει: «Εδώ γίνηκε το φονικό…» 

Κι η κόρη πο ‘χε μάτια με χρώμα δανεισμένο απ’ τη φούρια τ’ ουρανού και μάγουλα ροδισμένα σαν τις τελευταίες μέρες της άνοιξης, έστεκε να κοιτά το ξέψυχο κουφάρι του αντρός που την έστειλε στον άλλο κόσμο. 

– Όχι, ψιθύρισε ανάλαφρα στον άνεμο, εδώ γίνηκε το δίκιο… 
Ανάσανε, ελάφρυνε, κι εχάθη στον ορίζοντα.


« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια