Προσφατα

29.1.16

Πού ξεχαστήκαμε αλλοιθωρίζοντας οι συνεπείς;

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ 
ιατρού, συγγραφέα 

Παρατηρούσα σήμερα την όμορφη σαραντάρα να λύνεται σε δάκρυα. Τρία χρόνια πριν άρχισα θεραπεία με περισσεύματα από φάρμακα προ-προηγούμενης γενιάς που μάζεψα εκ των ενόντων από το κοινωνικό φαρμακείο -ήρθε με παραμελημένο καρκίνο επειδή είναι ανασφάλιστη είχα γράψει στο ιστορικό… 
Πονάει το κεφάλι μου και ζαλίζομαι πολύ, έλεγε σήμερα κλαίγοντας. Ξέρω πως ίσως έχει “χτυπήσει η αρρώστια στο κρανίο” και με τυλίγει σα θηλιά η φριχτή υποψία πως αν τότε είχε πάρει έγκαιρα πλήρη θεραπεία, ίσως σήμερα… Ίσως, αφού ακόμα και με όλα τα τελευταίας γενιάς όπλα μπορεί τίποτα να μην άλλαζε. Ίσως, μα μέσα στις δύο αυτές συλλαβές χωράει όλη η επαίσχυντη αμφιβολία της αδιάφορης ανθρωπότητας. 

Προσπάθησα να μείνω συγκεντρωμένος στην δραματική σκηνή της συντριβής της νέας γυναίκας που χάνει ίσως τον πόλεμο επειδή στην πρώτη μάχη ζωής που χρειάστηκε να δώσει, βρέθηκε χωρίς πανοπλία, χωρίς ασπίδα, όπως πελταστής ψιλός με σφεντόνα απέναντι σε σιδηρόφρακτους Σπαρτιάτες οπλίτες. 
Προσπάθησα σήμερα να μείνω στη σκέψη της γυναίκας μακριά από όλα τ’ άλλα. Ένοχος ή συνένοχος όπως τόσες άλλες φορές που ο γιατρός συντάσσεται εκών-άκων με αυτούς που ορίζουν ζωή ή θάνατο πατώντας πάνω σε αριθμούς και σύνθετους στατιστικούς υπολογισμούς χτυπώντας με τα νύχια σε πληκτρολόγια μεγα-υπολογιστών. 
Ο γιατρός “δαγκώνοντας μ’ απελπισία και λύσσα τα δάχτυλά του / με τη φωνή του να πνίγεται στον βόγγο του υπαρκτού”. “Τι σχέδια μάταια τι παιδεμοί και αγώνες που απέτυχαν / ζητώντας σωτηρία / γυρεύοντας ν’ αλλάξουμε την έρημο με δέκα κόκκους άμμο / με δέκα δίκαιους τα Σόδομα της ζωής μας / Μα πού οι δίκαιοι και πού οι δέκα;”* 

Μου το είχα υποσχεθεί ως ψυχοθεραπεία. Όμως επιστρέφοντας το βράδυ τι τό ‘θελα το ραδιόφωνο; Ακούω αυτή τη στριγκιά φωνή όπως σφύριγμα οχιάς και μαντεύω τη φιγούρα του “άπειρου από εμπόδια στη ζωή κι ανέπαφου της οδύνης “να τινάζεται πίσω από το κεντρικό δρύινο έδρανο. Μπροστά και κάτω από τον παχουλό κυριούλη που παραινεί τους εκνευρισμένους από τα κάτω έδρανα να σωπάσουν και να ακούσουν προσεκτικά. 
Ο λαϊκισμός πρέπει να ηττηθεί, κρώζει καταλήγοντας εν μέσω ενθουσιασμένων χειροκροτημάτων. Ακούω και δε με αφήνει να ξεχαστώ στη βουρκωμένη γυναίκα του πρωινού. Η μνήμη με τσιγκλάει τώρα σαν σουβλιά στα πλευρά. Έχετε δει πτώματα ζώων στη φύση, ρωτάει ένας φυσιοδίφης τους επισκέπτες του δικτυακού τόπου που χάζευα χτες. Όχι, απαντάει ο ίδιος. Επειδή η φύση έχει προβλέψει να τα κρύβει. 
Οι γύπες, οι κόνδορες, τα κοράκια και άλλα πολλά· scavengers, άλλως καθαρτίδες. Καθαρίζουν το περιβάλλον από τα “σκουπίδια” ενώ οι πόλεις είναι γεμάτες απόβλητα. Σκέφτομαι πως εννοεί και τους άστεγους και τους επαίτες στα παγκάκια και τις εισόδους πολυκατοικιών και μεγάρων, αυτούς που μαζεύουν οι δυνάμεις ασφαλείας στις επισκέψεις ξένων μεγαλοσχήμων και στην τουριστική περίοδο. Καθαρτίδες…Έχει πλούσια πανίδα ετούτη η Μεσόγειος λεκάνη. Περισσεύουν τα φυτοφάγα θηράματα σε αγέλες. Έχει όμως και πολλά αρπακτικά που κατασπαράζουν ζωντανή ακόμα την τροφή τους. Για την ισορροπία του οικοσυστήματος… Ντόπια ή εισαγόμενα… 

Λοιπόν όχι, τώρα που βλέπω καλύτερα, ο τύπος που περιφέρεται στα δρύινα έδρανα δεν είναι έντιμη οχιά· γύπας είναι. Όπως και πολλοί του φυράματός του που περιφέρονται στα ίδια έδρανα. Γύπες ή κόνδορες που παράπεσαν από τις Άνδεις στην αμνήμονα Μεσόγειο. Ειλικρινείς “καθαρτίδες” για να μη βρομίσει ο τόπος από τα ψοφίμια που θα παράγονται καθώς περνούν πάνω μας οι ίδιες ερπύστριες που ολοκληρώνουν την τρίτη φάση του πολέμου που κρατάει έναν αιώνα. 
Πάνω στην όζουσα από γεράματα ήπειρο που επιμένει να ματώνει και να βρομίζει από αιώνες τη γη ολόκληρη. Αλλά εμείς; Πού κοιτάμε εμείς, αμβλύωπες της συνεπούς καθαρότητας, όταν τα γκρέιντερ ξεχώνουν τις τελευταίες σάπιες ρίζες μας; Όταν ισοπεδώνουν τους κορμούς που μας κρατούν ακόμα ορθούς και τα φυλλώματα που μας ανασαίνουν -έστω ασθματικά- στο στενεμένο μέλλον μας; 

*Βύρων Λεοντάρης “Εν γη αλμυρά” 


« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια