Προσφατα

11.11.15

Νοέμβρης

Στις επτά παρά τέταρτο σηκώνεται, γραβατώνεται, δένει τα παπούτσια του, πίνει τρεις γουλιές καφέ και ξεκινά για την δουλειά. Τεσσεράμισι λεπτά μέχρι το μετρό με χαλαρό περπάτημα, έξι στάσεις μετά και δυόμιση λεπτά μέχρι το γραφείο. Συγκεκριμένο και στενό το καθημερινό δρομολόγιο.
Στις έξι και μισή κλείνει τον υπολογιστή, σβήνει τα φώτα, τραβάει την πόρτα και παίρνει το δρόμο της επιστροφής μονολογώντας και ''πάλι καλά''. Δυόμιση λεπτά, έξι στάσεις στο μετρό και τεσσεράμισι λεπτά χαλαρό περπάτημα, η επιστροφή. Εννέα σκαλιά εισόδου στην πολυκατοικία, ανέλκυση με μικρό ασανσέρ, τρίτος όροφος, άνοιγμα της πόρτας με τα δικά του κλειδιά.
Λίγες κουβέντες, δαγκωμένα χαμόγελα. Γεια, πώς πήγε; Τα ίδια, τα γνωστά. Πετάει τα κλειδιά στο τραπεζάκι μπροστά στον καθρέφτη στην είσοδο. Μια φευγαλέα ματιά στον καθρέφτη. Αντανακλαστικό σχεδόν κατέβασμα του κεφαλιού στην θέα ενός αφυδατωμένου αγνώστου. Ξεγραβατώνεται, κρεμάει γραβάτα και σακάκι στη κρεμάστρα με τα μπλε ψαράκια πίσω από την πόρτα. Ενθύμιο από έναν Αύγουστο στην Καρδαμύλη η κρεμάστρα ξέβαψε με τον καιρό. Πάνε τα μπλε ψαράκια, έμεινε μόνο ο γάντζος.
Ανοιγοκλείνει δυο τρεις φορές την πόρτα του ψυγείου. Γάλα, γιαούρτι, ένα σκεπασμένο πιάτο με τα χθεσινά μακαρόνια. Στην πόρτα του ψυγείου ανεμίζουν λογαριασμοί και χρέη.
Η τηλεόραση παίζει την επικαιρότητα. Τα νέα της ημέρας. Αποτρόπαια φονικά, μαζικές σφαγές, εκατόμβες. Τίποτα δεν δείχνει ικανό να ταρακουνήσει τους ανθρώπους εδώ που έφθασαν. Χαμηλώνει τον ήχο της τηλεόρασης. Την ακούει να μιλάει στο τηλέφωνο του υπνοδωματίου.
Βουλιάζει στην πολυθρόνα, ρίχνει πίσω το κεφάλι, κλείνει τα μάτια. Δεν θ' αλλάξει τίποτα πια σκέφτεται. Ένα ξεπερασμένο, παλιό εξάρτημα είμαι που ζω και λίγο από τύχη. Μια ιδρωμένη ελληνική ταινία που πέρασαν οι ώρες της. Και δεν μπορεί ούτε μια στιγμή να χαρεί την ελάχιστη ψευδαίσθηση πως σε κάτι είναι χρήσιμος. Να, να φτιάχνει καταπληκτικό μωσαϊκό, να βγάζει τον σκύλο βόλτα, να ρίχνει ένα ποτήρι νερό σ΄ένα γλαστράκι με πανσέδες που μόνος του φύτεψε Νοέμβρη μήνα. 
Κυρίως να θυμάται τις περισσότερες λεπτομέρειες, όταν το ήθελε. Που ούτως ή άλλως δεν το κάνει πια. Απλώς ξυπνάει, κοιμάται και ξεχνάει. Ανοίγει τα μάτια του το πρωί και τα κλείνει το βράδυ σαν να είναι η πόρτα ενός μαγαζιού που βαράει μύγες.

Ανν Λου 
« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια