Προσφατα

28.8.15

Κυριάκος Σιμόπουλος

επιμέλεια: Γιάννης Λαζάρου
Ο Κυριάκος Σιμόπουλος γεννήθηκε το 1920 στο Καστανοχώρι του νομού Αρκαδίας, όπου τελείωσε το δημοτικό. Η οικογένειά του ήταν πάμφτωχη και ο πατέρας του Κυριάκου (που είχε πάει μετανάστης στην Αμερική) πέθανε όταν ο Κυριάκος ήταν τριών χρονών. Με την παρότρυνση της δασκάλας του συνεχίζει το Γυμνάσιο στη γειτονική Μεγαλόπολη με μοναδικό του στήριγμα το φαγητό που του πήγαινε με τα πόδια μια φορά την εβδομάδα ο αδερφός του! 
Μετά έρχεται στην Αθήνα. Πάλι με χίλιες δύο στερήσεις τελείωσε τη σχολή των ΤΤΤ (Ταχυδρομεία - Τηλεφωνία - Τηλεγραφία) και στη συνέχεια τη Νομική Σχολή Αθηνών. Συμμετέχει ενεργά στην Εθνική Αντίσταση και το 1948 στέλνεται εξορία στη Μακρόνησο, όπου μένει μέχρι το 1951. Βασανίστηκε σκληρά στο Σύρμα και τέσσερις φορές κινδύνευσε να χάσει τη ζωή του.

Βγήκε χωρίς να υπογράψει και αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία. Το 1951 κιόλας ξεκίνησε να γράφει στη Δημοκρατική Αλλαγή. Μετά από λίγους μήνες διέκοψε και ξεκίνησε τη συνεργασία του με το Βήμα, όπου έμεινε δέκα χρόνια στη θέση του γραμματέα σύνταξης. Από το 1961 μέχρι το 1966 δούλεψε αρχισυντάκτης στον Ανεξάρτητο Τύπο.

Το 1961 επίσης ξεκινάει να δουλεύει στο ραδιόφωνο παρουσιάζοντας την εκπομπή «Ο Κόσμος του Βιβλίου». Έξι χρόνια αργότερα τον σταματάει η χούντα, η οποία επίσης επιβάλλει τη διαγραφή του από την ΕΣΗΕΑ, με αποτέλεσμα ακόμη και η συνταξιοδότησή του να αποδειχθεί μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση. Τα χρόνια της χούντας εργάζεται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, συμμετέχοντας στη συγγραφή των δύο πρώτων τόμων.
Διάσταση απόψεων που διαπιστώνεται εν τω μεταξύ με κορυφαίους ιστορικούς της εποχής με τους οποίους συνεργαζόταν στην Εκδοτική Αθηνών και πιέσεις που δέχεται για τις απόψεις του τον αναγκάζουν να παραιτηθεί. Το 1974 αρθρογραφεί στην εφημερίδα Σημερινά. Από το 1980 μέχρι το 1983 εργάστηκε στη Βραδυνή ως χρονογράφος, με το ψευδώνυμο «Ανταίος» (που ήταν το όνομα ενός γίγαντα της μυθολογίας -γιου του Ποσειδώνα και της Γαίας- ο οποίος αντλούσε δύναμη αγγίζοντας τη γη) και με τον όρο -που σεβάστηκε ο διευθυντής του, Τζόρτζης Αθανασιάδης- να μην πειραχτεί ούτε ένα άρθρο του.

Η ασυμβίβαστη και υπερήφανη στάση που κράτησε στη ζωή και τη δημοσιογραφία δεν ήταν όμως η μοναδική παρακαταθήκη που άφησε πίσω του ο Κυριάκος Σιμόπουλος. Άφησε ταυτόχρονα και ένα ογκώδες συγγραφικό έργο που φθάνει τους 20 τόμους και ξεπερνάει τις 10.300 σελίδες!
Πρόκειται για έναν ανεπανάληπτο και πολύτιμο γνωσιολογικό θησαυρό που ανασκευάζει με τον πιο πειστικό τρόπο τους κορυφαίους μύθους της εξουσίας. Έχοντας πλήρη επίγνωση των πολυεπίπεδων και τελικά ανυπέρβλητων εμποδίων με τα οποία πρέπει να αναμετρηθούμε για μια ολοκληρωμένη παρουσίαση του συγγραφικού του έργου, αξίζει να επιχειρήσουμε μια μικρή περιδιάβαση, μια πρόχειρη φυλλομέτρηση των γραπτών του, που δεν διεκδικεί δάφνες αντιπροσωπευτικότητας, υπηρετεί όμως ένα σκοπό:
Να δείξουμε το σεβασμό που του οφείλουμε και ταυτόχρονα, να μπορέσουμε να καταλάβουμε το μίσος που υπάρχει απέναντι του και την αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίζει το έργο του η επίσημη κριτική και ιστοριογραφία.

Το πρώτο έργο του Κυριάκου είναι οι Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα - δημόσιος και ιδιωτικός βίος, λαϊκός πολιτισμός, εκκλησία και οικονομική ζωή από τα χρονικά των περιηγητών. Το τρίτομο αυτό έργο (ο τρίτος τόμος αποτελείται από δύο βιβλία) ξεκίνησε να γράφεται το 1970 και ολοκληρώθηκε το 1975. Φιλοδοξία του ήταν να φθάσει στην «αυθεντική και αδιαφιλονίκητη ιστορία» μέσα από τις αφηγήσεις τυχαίων ταξιδιωτών και απλών ανθρώπων που πέρασαν από την Ελλάδα από το 333 μ.Χ. μέχρι το 1821, γνωρίζοντας ότι στις περιγραφές τους δεν θα βρει τις σκοπιμότητες που παρεισφρύουν στο έργο των επίσημων ιστοριογράφων.
Οι Ξένοι Ταξιδιώτες, όπως και όλα τα βιβλία που έχει γράψει ο Κυριάκος Σιμόπουλος κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Στάχυ. Στο 1821 επιστρέφει πάλι ο Κυριάκος Σιμόπουλος με το βιβλίο του "Η Γλώσσα και το εικοσιένα - Λογιώτατοι, Φαναριώτες, τίτλοι, αξιώματα και προσαγορεύσεις", (1971) εντοπίζοντας σε εκείνη τη συγκυρία τη ρίζα δύο δεινών που στιγματίζουν μέχρι σήμερα το βίο της χώρας. Το πρώτο ήταν η προδοσία των δημοκρατικών ιδανικών και το δεύτερο η εγκατάλειψη της δημοτικής γλώσσας, η επιβολή της αρχαίας ελληνικής και η συνακόλουθη προγονοπληξία.
«Το μεγαλύτερο έγκλημα του λογιωτατισμού είναι πως έπεισε τον απονήρευτο και ευκολόπιστο λαό να ντρέπεται για τη μητρική του γλώσσα, αυτή τη γλώσσα που έμεινε στους αιώνες της δουλείας το κεφαλόβρυσο της εθνικής καρτερίας», γράφει στην τελευταία παράγραφο του βιβλίου.

Το πεντάτομο βιβλίο Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του '21 - απομνημονεύματα, χρονικά, ημερολόγια, υπομνήματα, αλληλογραφία εθελοντών, διπλωματών, ειδικών απεσταλμένων, περιηγητών, πρακτόρων, κ.α., (1979-1984) θα μπορούσε να είναι συνέχεια των Ταξιδιωτών, αν η Ελλάδα δεν είχε μεταβληθεί πλέον σε επικίνδυνο τόπο, έλκοντας εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους. Οι πηγές που χρησιμοποιεί ο Σιμόπουλος είναι ίδιες, ο στόχος όμως διαφορετικός: Να φωτιστεί το '21 από μια διαφορετική κατεύθυνση. Με βάση το πρωτογενές του υλικό τεκμηριώνει τα κοινωνικά συμφέροντα που συγκρούονταν στο εσωτερικό της εθνικής επανάστασης, διχάζοντας τους πρωταγωνιστές της.

Το '21 κυριαρχεί και σε ένα ακόμη βιβλίο, με τίτλο Ιδεολογία και αξιοπιστία του Μακρυγιάννη (1986), όπου ο Κυριάκος Σιμόπουλος ελέγχει όσα γράφει ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του, αντιπαραθέτοντας τα όσα υποστηρίζει με άλλες πηγές και κυρίως παραθέτοντας τα συνολικότερα διλήμματα και τις αντιθέσεις της συγκυρίας.
Με το βιβλίο Βασανιστήρια και εξουσία - Από την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, το Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία ως την εποχή μας (1987) ο Κυριάκος Σιμόπουλος παύει να εστιάζει το ενδιαφέρον του στην επανάσταση του 1821 και τον ελλαδικό χώρο, ανοίγοντας έτσι την αυλαία στο δεύτερο κύκλο γραπτών του που είχαν ως κοινό στοιχείο την αποκάλυψη της βαρβαρότητας της εξουσίας. Στόχος του Κυριάκου δεν ήταν η περιγραφή των βασανιστηρίων, αλλά η διερεύνηση των αιτιών που τα γεννούν και τα αναπαράγουν ακόμη και σήμερα. Εξετάζει δε το φαινόμενο σφαιρικά: Από τις πρωτόγονες κοινωνίες και την πρόσφατη ιστορία (χωρίς ταυτόχρονα να κλείνει τα μάτια στις φρικαλέες μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες οπλαρχηγοί κατά τη διάρκεια της επανάστασης) μέχρι τώρα: «Τα βασανιστήρια συνεχίζονται και σήμερα. Εφαρμόζονται και στις λεγόμενες πολυφωνικές αστικές δημοκρατίες. Χωρίς καμιά νομοθετική ή δικαστική κάλυψη».

Η πρόβλεψη δε που διατυπώνει στην προτελευταία παράγραφο, «ζυγώνει η εποχή των "λευκών" βασανιστηρίων», ηχεί προφητικά.

Το βιβλίο Ξενοκρατία, μισελληνισμός και υποτέλεια (το οποίο φέρει τον ογκώδη υπότιτλο "Από τους Ρωμαίους ως την ΕΟΚ, Η Ελλάδα πάντοτε ολομόναχη σε έναν εχθρικό κόσμο, Φιλελληνισμός: το μεγάλο ψεύδος, Προστασία και ξεδουλεία: ένα διαχρονικό σύνδρομο, Οι κακουργίες των Μεγάλων Δυνάμεων εναντίον του ελληνικού έθνους, Επεμβάσεις και εξάρτηση: τα αίτια της παρακμής, Μυθεύματα της ελληνικής ιστορίας") εκδίδεται δύο χρόνια αργότερα, το 1989 και είναι το βιβλίο που σημείωσε τη μεγαλύτερη εκδοτική επιτυχία (μαζί με τον πρώτο τόμο των Περιηγητών) καταφέρνοντας για ένα μεγάλο διάστημα να είναι στη λίστα των ευυπόληπτων.
Ραχοκοκκαλιά του οι επεμβάσεις της Δύσης στην Ελλάδα, από την pax romana μέχρι την pax americana.

Ο Κυριάκος Σιμόπουλος επιστρέφει στη φλέβα χρυσού που ανακάλυψε με τα Βασανιστήρια, τον παροξυσμό δηλαδή του κρατικού αυταρχισμού, με το βιβλίο Η Διαφθορά της εξουσίας (που έχει υπότιτλο Εκφαυλισμός της πολιτικής και εξαχρείωση των πολιτικών, ευνοιοκρατία, αναξιοκρατία, κλεπτοκρατία. Εκχυδαϊσμός των θεσμών και καταρράκωση του πολίτη. Μια ιστορική αναδρομή.
Ο ανθρωποφαγικός «νεοφιλελευθερισμός αποσαθρώνει τις δυτικές κοινωνίες. Χρεοκοπημένο το ανήθικο σύστημα. Ο μύθος της «λαϊκής κυριαρχίας» και η λυτρωτική άμεση Δημοκρατία) (1992).
Ο λόγος του Κυριάκου Σιμόπουλου δεν είναι ηθικοπλαστικός: «Εγγενής η διαφθορά της πολιτικής εξουσίας. Για να κατοχυρώσει την ηγεμονία της πρέπει να υπηρετεί τα συμφέροντα των κυρίαρχων οικονομικών τάξεων εις βάρος πάντα του δημόσιου συμφέροντος και της κοινωνίας», γράφει στην εισαγωγή.

Βαθιά εικονοκλαστικό είναι και το βιβλίο Η λεηλασία και καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων (με υπότιτλο Η τραγικότερη πολιτιστική γενοκτονία της παγκόσμιας ιστορίας. Βανδαλισμοί, δηλώσεις, αφανισμός μνημείων από την περσική εισβολή ως τον 20ό αιώνα. «Αρχαιολάτρες» αρχαιοθήρες, αρχαιοκάπηλοι. Αντίσταση των Ελλήνων κατά της διαρπαγής. Να επαναπατρισθούν με απόφαση των εθνών όλοι οι αιχμάλωτοι καλλιτεχνικοί θησαυροί) (1993).
Ο Σιμόπουλος εδώ αποκαλύπτει το ειδεχθέστερο έγκλημα του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού, που κοσμεί τα μεγαλύτερα μουσεία των δυτικοευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων, την αρχαιοκαπηλία, χωρίς να γυρίζει την πλάτη του στις βαρβαρότητες που διέπραξαν ακόμη και οι Έλληνες, όπως συνέβη με την Ακρόπολη για παράδειγμα.
Τα μεγαλύτερα προβλήματα όμως για τον Κυριάκο Σιμόπουλο και τη σύντροφό του, Έλγκα, δημιουργήθηκαν όταν δημοσιεύτηκε το βιβλίο Ο Μύθος των μεγάλων της Ιστορίας - Εξολοθρευτές και τύραννοι λαών, βάρβαροι και διεφθαρμένοι. Από τον Αλέξανδρο και τον Κωνσταντίνο ως τον Φρειδερίκο και τον Ναπολέοντα.

Το βιβλίο δημοσιεύεται το 1995, όταν ο εθνικιστικός παροξυσμός ναι μεν έχει κοπάσει αλλά παραμένει ζωντανός, με αποτέλεσμα να δεχτεί ακόμη και απειλές για τη ζωή του, επειδή χαρακτήρισε τον «Μέγα» Αλέξανδρο νεκροθάφτη του ελληνισμού, θρυμματίζοντας οριστικά με την κριτική αυτή το φωτοστέφανο του και τον χαρακτηρισμό του ως «εκπολιτιστή».

Ένα χρόνο αργότερα, το 1996, ο Κυριάκος Σιμόπουλος συνεχίζει να επιτίθεται στη εξουσία εκδίδοντας το βιβλίο Διδάγματα κοινωνικοπολιτικά των παροιμιών όλων των εθνών (που φέρει υπότιτλο Η λαϊκή σοφία στιγματίζει διαχρονικά την αχρειότητα της εξουσίας και των μεγιστάνων του πλούτου. Και δύο επονείδιστες παραχαράξεις της παροιμιακής αλήθειας: Η καλλιέργεια της ξενοφοβίας και ο προαιώνιος βδελυρός μισογυνισμός).

Στόχος του εδώ δεν είναι μόνο η πολιτική εξουσία. «Ο παροιμιακός λόγος όλων των καιρών και όλων των τόπων παράλληλα με τη μιαρή και φαυλεπίφαυλη πολιτική εξουσία, καυτηριάζει και στηλιτεύει την πλουτοκρατία και τους μεγιστάνες της, που απομυζούν και αφαιμάσσουν με θηριωδία τους λαούς διαιωνίζοντας την εξαθλίωση και τη δυστυχία».
Τον επόμενο χρόνο, το 1997, εκδίδει το εξαιρετικό βιβλίο Διανοούμενοι και καλλιτέχνες ευτελείς δούλοι της εξουσίας (με υπότιτλο Από την αρχαιότητα ως τον εικοστό αιώνα. Εξωνημένοι ή χωρίς ήθος δοξολογούν μονάρχες, αυτοκράτορες, στρατοκράτες, πάπες, δόγηδες, και πολιτικοοικονομικούς μεγιστάνες, εξωραΐζοντας τις αντιλαϊκές κακουργίες τους. Επαίσχυντοι πλαστογράφοι της ιστορίας. Το καθήκον του πνευματικού κόσμου απέναντι στις παγκόσμιες συμφορές).

Το 1998 έρχεται το βιβλίο Μύθος, απάτη και βαρβαρότητα οι Ολυμπιάδες (που έχει υπότιτλο Κατασπαραγμός οι φρικαλέες αθλητικές αναμετρήσεις στην Ολυμπία. Νεκροί και ανάπηροι στους αποτρόπαιους αγώνες. Χρηματοβόρος επαγγελματικός αθλητισμός. Επιβάλλεται διάλυση των γηπεδικών εταιρειών και εξυγίανση του παγκόσμιου αθλητισμού για διασφάλιση της υγείας. Με σωματική άσκηση όλων των ηλικιών σε πολυάριθμα γυμναστήρια όλων των πόλεων της οικουμένης). Το συγκεκριμένο βιβλίο, κάνοντας φύλλο και φτερό τα ιδεολογήματα για την ανωτερότητα των αρχαίων αγώνων, γρήγορα μετατράπηκε σε Βίβλο όσων αντιτίθονταν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004.
Το 1999 εκδίδεται το τελευταίο βιβλίο που έγραψε με τίτλο Μυθοπλαστία όλες οι θρησκείες της οικουμένης (που έχει υπότιτλο Αιτία η απουσία πριν από πολλές χιλιετίες της επιστήμης, η άγνοια και ο τρόμος για τα φυσικά φαινόμενα. Κοσμογονικές τερατολογίες. Μεταθανάτιες φαντασιώσεις: Κόλαση και παράδεισος. Απάνθρωπη συνεργασία θρησκευτικών και πολιτικών εξουσιών. Επιβάλλεται παγκόσμια «θρησκεία», κοινή δηλαδή ιδεολογία των εθνών για ειρήνη, ελευθερία, δικαιοσύνη, ευημερία, όλων των ανθρώπων και αδερφοσύνη των λαών).

Τη χρονιά αυτή το εκδοτικό σφυροκόπημα του Κυριάκου Σιμόπουλου τερματίζεται οριστικά. Το 2000 οι γιατροί διαγνώσκουν ότι οι χρόνιες ενοχλήσεις, που τον δυσκόλευαν ακόμη και να γράψει είναι συμπτώματα πλάγιας μυατροφικής σκλήρυνσης, που ένα χρόνο αργότερα τον οδηγεί στο θάνατο.
Μετά τον Οκτώβρη του 2001 εκδόθηκε με τίτλο Χρονογραφήματα ένα απάνθισμα από τα χρονογραφήματα του που δημοσιεύθηκαν από τον Οκτώβριο του 1975 μέχρι τον Οκτώβριο του 1976, ενώ στο συνολικό του έργο πρέπει να προσμετρηθούν και τρεις μεταφράσεις.
O Κυριάκος Σιμόπουλος δέχθηκε πολλές και λυσσαλέες κριτικές, με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα η ιδιότητά του ως «ερευνητή» να αναφέρεται όχι επιτιμητικά, για να τονιστεί το πάθος που είχε με τη διερεύνηση των πρωτογενών πηγών και της βιβλιογραφίας, αλλά ως φθηνό υποκατάστατο του χαρακτηρισμού «επιστήμονα» και αυτό μάλιστα να εμφανίζεται ως μια μικρή και ευγενική παραχώρηση της πάντα ...ακριβοδίκαιης ακαδημαϊκής κοινότητας προς το πρόσωπό του. 
Επειδή όμως και αυτός ο χαρακτηρισμός το μόνο αποτέλεσμα που έχει είναι να δείχνει τη μικρότητα των εμπνευστών του, απέναντι στο Σιμόπουλο επιστρατεύεται το πιο αποτελεσματικό μέσο: Η αποσιώπηση του έργου του.
Στον Σιμόπουλο κατ' αρχήν δεν συγχωρέθηκε η μανία να μην αφήνει πέτρα πάνω στην πέτρα, να μην σέβεται τίποτε! Δεν συγχωρέθηκε η -«μακρονησιώτικη» κατά έναν εύστοχο χαρακτηρισμό- αξιοπρέπειά του, το αφ' υψηλού ύφος με το οποίο κοίταζε τους παρατρεχάμενους της εξουσίας, η απροθυμία του να ζητήσει επιχορήγηση ή έστω κάποια διευκόλυνση.

Δεν συγχωρέθηκε επίσης η σπάνια ευρυμάθεια, η βαθιά καλλιέργεια η αξιοζήλευτη εργατικότητά του (αρκεί να αναφέρουμε ότι από τις 10.320 σελίδες οι 451 αποτελούν βιβλιογραφία!) το ταλέντο που οικοδομήθηκε πάνω στις προηγούμενες ιδιότητες να περνάει από τον Μέγα Αλέξανδρο στους Ολυμπιακούς Αγώνες και από 'κει στις θρησκείες, με τον πιο φυσιολογικό τρόπο (γιατί εύκολα μπορεί κανείς να διακρίνει τη συνέχεια στη σκέψη και τα ερευνητικά του αντικείμενα) καταρρίπτοντας τα κυρίαρχα επιχειρήματα. Τα παρέδιδε στη χλεύη με το πάθος εικοσάρη συνδικαλιστή που αγορεύει πάνω στο έδρανο και ταυτόχρονα την ευστοχία και την υπομονή της πιο παλιάς καραβάνας.
Γνώριζε βαθιά τη δημοσιογραφική γλώσσα (τυχαίοι είναι οι σχοινοτενείς συχνά υπότιτλοι, ακόμη και 11 αράδων, που βρίσκονται κάτω από κάθε τίτλο;) και ήξερε να χειρίζεται τον κοφτό λόγο που μπορεί να πείθει και να εντυπώνεται στη μνήμη. Γνώριζε επίσης καλά τα επιχειρήματα που κυκλοφορούν στα ιδεολογικά και δημοσιογραφικά ιερατεία. Δεν ζούσε σε χρυσελεφάντινους πύργους όπως οι περισσότεροι από τους επικριτές του που έμεναν άναυδοι βλέποντας να γράφει με το πιο φυσιολογικό ύφος του κόσμου ότι «επιβάλλεται η κατάργηση των Ολυμπιάδων»!

Δεν του συγχωρέθηκε τέλος το θράσος να βγάζει πολιτικά συμπεράσματα. Σε όλα του σχεδόν τα έργα, ειδικότερα τα τελευταία, ο Σιμόπουλος καταγγέλλει το νεοφιλελευθερισμό, το νεοκαπιταλισμό, το νεοϊμπεριαλισμό, δηλώνει προς τιμήν του ότι «οι πνευματικοί άνθρωποι όλων των ηπείρων οφείλουν να προπορεύονται στους αγώνες των λαών». Ακριβώς όμως σε αυτά τα «ατοπήματα» έγκειται η μαγεία των γραπτών του Σιμόπουλου. Αντίθετα με ό,τι κάνουν οι περισσότεροι ιστορικοί, ο Σιμόπουλος δεν αυτολογοκρίνεται διακόπτοντας τη διερεύνηση σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Φθάνει μέχρι σήμερα (στους Διανοούμενους προδικάζει ακόμη και το μετασχηματισμό του δημοκρατικού πολιτεύματος σε ολιγαρχικό με ψευδοεπιχρίσματα) και το κάνει αυτό γιατί με κάθε ευκαιρία δείχνει ότι όλες οι κοινωνίες στις οποίες υπάρχει εκμετάλλευση χαρακτηρίζονται από την ίδια βαρβαρότητα.

Η οργή που ένιωθε για την αδικία και το αίσθημα ευθύνης που τον διέτρεχε, του επέβαλλαν να αντιμετωπίσει με την ίδια απέχθεια και περιφρόνηση όλα τα δυναστευτικά καθεστώτα. Δεν συγχωρήθηκε επίσης στο Σιμόπουλο ο βαθύς σεβασμός που έτρεφε απέναντι στο λαό, η επιμονή του να χρεώνει στο κράτος όλα τα δεινά. «Δεν ευθύνεται ο λαός για την κατάπτωση και τα βάσανά του», γράφει στη Διαφθορά της εξουσίας. «Η ευθύνη ανήκει στο πολιτικοκοινωνικό σύστημα, στην κακή διακυβέρνηση. Φταίει η διαφθορά της εξουσίας που εξανδραποδίζει τον πολίτη και αποσαθρώνει την κοινωνία», συμπληρώνει, σε εμφανή αναντιστοιχία με τον κυρίαρχο λόγο που αναφέρεται στο λαό μόνο και μόνο για να του καταλογίσει ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση.
Δεν συγχωρήθηκε τέλος στον Σιμόπουλο ο διεθνισμός, η αλληλεγγύη που ένιωθε με όλους τους λαούς που υπέστησαν επιδρομή και κατακτήσεις, το γεγονός ότι η βαθιά αγάπη και το δέος που ένιωθε για την κλασσική Ελλάδα δεν μεταλλάχθηκε σε εθνικιστική μυωπία και υποτίμηση των άλλων λαών.

Αναφερόμενος έτσι στη λεηλασία των αρχαιοτήτων, δεν ζητάει την επιστροφή μόνο όσων κλάπηκαν από την Ελλάδα, αλλά αντιτάσσει πως «μια συντονισμένη κίνηση και κοινή δράση σε παγκόσμια κλίμακα θα εξαναγκάσει αργά ή γρήγορα τη μικρή ομάδα των σφετεριστών να επιστρέψει τα άνομα και συχνά αιματοβαμμένα λάφυρα των επιδρομών που αφάνισαν τα πολύτιμα λείψανα τόσων πολιτισμών».
Ακόμη και η πιο φευγαλέα ματιά στην ούτως ή άλλως άνιση και αντιφατική παρακαταθήκη του Σιμόπουλου βεβαιώνει ότι η απουσία του του αφήνει ένα τεράστιο κενό. Όλους όσοι αναζητάμε στην κίνηση των ιδεών οάσεις κριτικής σκέψης και επιχειρήματα για να αντιμετωπίσουμε την επίσημη πολιτική, την καθεστωτική ιδεολογία και την κρατικά επιχορηγούμενη αμάθεια, το οτι δεν υπάρχει να μας προσφέρει το έργο του μας κάνει πιο φτωχούς.
« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια