Προσφατα

18.8.15

όπου με το χρήμα σε μέτρησαν σε βρήκαν λειψό

Κάθε δεκαπεντάγουστο ο Στάθης πηγαίνει μονάχος στο χωριό για τρεις τέσσερις μέρες. Πιο πολύ από καθήκον το κάνει. Σαν χρέος στον συγχωρεμένο πατέρα του. Άλλωστε δεν ξέρει σχεδόν κανέναν στο χωριό.
Όπως και να 'χει, και φέτος πήρε το δρόμο για την Πελοπόννησο. Την πρώτη μέρα που 'φτασε δεν έκανε πολλά. Καθάρισε το σπίτι από τα ζωύφια, άνοιξε τα τρία παράθυρα να αεριστεί, κάπως ξεχορτάριασε τη μικρή αυλή και πήγε κατά το σούρουπο μια βόλτα στο βουνό.
Την επόμενη μέρα όμως πήγε να τη βρει. Το συνήθιζε κάθε χρόνο. Το μόνο που ήξερε για αυτήν ήταν το σπίτι της και πως τον δεκαπενταύγουστο το επισκέπτεται κι αυτή για λίγες μέρες. Δε μιλάγανε σχεδόν καθόλου. Κάνανε απλά περιστασιακό σεξ χαμηλών προσδοκιών, σχολίαζαν λίγο τα κάδρα στον τοίχο και ύστερα χανόντουσαν.
Είχαν τις ζωές τους στην Αθήνα και οι δυο. Δεν ήθελαν να μπλέξουνε τα πράγματα. Να δεις. Την έλεγαν Ιουλία. Πρόπερσι Κατερίνα. Πριν Βαγγελιώ. Τη γνώρισε Ανθούλα. Δεν τον ενδιέφερε το όνομά της. Δεν την ενδιέφερε να του το πει. Ήταν σχέση ουσίας της μιας μέρας.
Ήταν σχέση απουσίας εκτός από μια μέρα. Κι όμως. Κρατούσε πάνω από δέκα χρόνια η περίσταση. Απανωτά. Έτσι πήγε να τη βρει και φέτος όπως απαιτούσε το έθιμο κρατώντας ένα λουλούδι. Όμως δεν ήταν μέσα. Της ξαναχτύπησε. Καμιά απάντηση. Ρώτησε δίπλα. Κάτι άκουσαν λέει πως το σπίτι αυτό το είχε πάρει η τράπεζα. Τώρα είχε τρομάξει.
Έκατσε στο πεζούλι αποσβολωμένος. Πέταξε το λουλούδι στο δρόμο. Κατάλαβε πως δεν θα την ξαναδεί ποτέ του. Μα δεν έκλαιγε μόνο γι' αυτό. Κάτι πιο αιχμηρό υπήρχε που του έξυνε τα σωθικά. Συνειδητοποίησε πως κάθε σπίτι κουβαλά σχέσεις.
Σχέσεις ασύλληπτες. Ναι. Το σπίτι είναι ένας ναός δεσμών. Καμία σχέση δεν έχει με περιουσίες. Κι αν καμιά φορά γκρεμίζεται είναι που δεν αντέχει να βαστά στην πλάτη τόσες διηγήσεις.
Σηκώθηκε πάνω πεισμωμένος. Έβγαλε το κλειδί του και άρχισε να ξύνει την κόκκινη εξώπορτα. Έφτασε στο προηγούμενο στρώμα μπογιάς. Ήτανε μπλε. Συνέχισε να ξύνει κλαίγοντας. Βρήκε το λευκό. Το πράσινο. Τον προηγούμενο αιώνα. Πάλι κόκκινη μπογιά. 
Ήθελε να βρει όλες τις στρώσεις των συναισθημάτων. Να μάθει για την ιστορία του τόπου. Τους ανθρώπους του. Τα μυστικά τους. Ώσπου έφτασε στο αρχικό το ξύλο.
Είδε καθαρά το δέντρο. Ναι. Είδε τον υλοτόμο παππού του να κόβει το αιωνόβιο πεύκο από το βουνό που πάει εκείνος βόλτα. Γυρνώντας σπίτι πέρασε από τον τάφο του πατέρα του. Του μίλησε αν και δεν το συνήθιζε: συγνώμη μπαμπά αλλά φέτος δεν κατάφερα να πάω στο χωριό σου. Φέτος επισκέφθηκα το δικό μου.
Τα λέμε.

« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια